Quantcast
Connect with us

ΚΟΣΜΟΣ

Ισραήλ και Συρία συμφώνησαν σε εκεχειρία

image_print

Η Συρία και το Ισραήλ συμφώνησαν σε κατάπαυση του πυρός, με τη στήριξη της Τουρκίας, της Ιορδανίας και άλλων γειτονικών χωρών, όπως ανακοίνωσε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ.

Την Τετάρτη, το Ισραήλ πραγματοποίησε αεροπορικές επιδρομές στη Δαμασκό και στο νότιο τμήμα της Συρίας, στοχεύοντας κυβερνητικές δυνάμεις και προστατεύοντας τους Δρούζους της περιοχής, μια σημαντική μειονότητα που ζει επίσης στον Λίβανο και το Ισραήλ. Ο Μπάρακ κάλεσε τις μειονότητες Δρούζους, Βεδουίνους και Σουνίτες να καταθέσουν τα όπλα και να συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας ενωμένης συριακής ταυτότητας.

Παράλληλα, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο, συζητώντας τις εξελίξεις στη Συρία. Η Τουρκία υποστήριξε ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις επιδεινώνουν την κατάσταση και τόνισε πως δεν θα επιτρέψει σε τρομοκρατικές οργανώσεις να εκμεταλλευτούν την κρίση στο νότιο τμήμα της χώρας. Ο Φιντάν επανέλαβε την πρόθεση της Τουρκίας να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ και άλλες χώρες για τον τερματισμό των συγκρούσεων.

DNews Widget
Click to comment

Απάντηση

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Ιράν: Ο πόλεμος μπαίνει στον έβδομο μήνα

image_print

Έξι μήνες πολέμου δεν ήταν αρκετοί για να φέρουν ούτε στρατιωτική επικράτηση ούτε διπλωματική λύση στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν.

Καθώς οι εχθροπραξίες εισέρχονται στον έβδομο μήνα, Ουάσινγκτον και Τεχεράνη εξακολουθούν να βρίσκονται σε βαθύ αδιέξοδο. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, η ρητορική παραμένει σκληρή και η προοπτική μιας άμεσης συμφωνίας απομακρύνεται.

Η αμερικανική στρατηγική έχει πλέον μετατοπιστεί. Η προσδοκία ότι η στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να αναγκάσει γρήγορα το Ιράν να υποχωρήσει δεν επιβεβαιώθηκε και η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να συνδυάσει τη στρατιωτική δράση με έναν αυστηρότερο οικονομικό αποκλεισμό.

Στόχος είναι να αυξηθεί το κόστος για την Τεχεράνη μέχρι το σημείο όπου η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις θα θεωρηθεί προτιμότερη από τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Η Ουάσινγκτον αλλάζει τακτική

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τις κυρώσεις κατά του Ιράν και ταυτόχρονα προειδοποιούν ότι μπορεί να στοχοποιηθούν χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν οικονομικές συναλλαγές με την Τεχεράνη.

Η λογική είναι να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο τα έσοδα και οι εξωτερικές οικονομικές επιλογές του Ιράν.

Παράλληλα, οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στην προσπάθεια περιορισμού της δυνατότητας της Τεχεράνης να παρεμβαίνει στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος παραμένει κεντρικός παράγοντας της σύγκρουσης, λόγω του τεράστιου ρόλου της στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.

Το Ορμούζ παραμένει το ισχυρό χαρτί της Τεχεράνης

Παρότι η κυκλοφορία στα Στενά έχει διαταραχθεί σοβαρά από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν τον Φεβρουάριο, οι ροές πετρελαίου δεν έχουν διακοπεί ολοκληρωτικά.

Αυτό μέχρι στιγμής έχει αποτρέψει το χειρότερο σενάριο για την παγκόσμια οικονομία: μια πλήρη ενεργειακή κρίση με ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών.

Για την Τεχεράνη, όμως, η δυνατότητα να απειλεί ή να δυσκολεύει τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή παραμένει ένα από τα σημαντικότερα μέσα πίεσης που διαθέτει.

Όσο αυτή η δυνατότητα παραμένει ενεργή, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα απέναντι στην Ουάσινγκτον.

Η συμφωνία του Ιουνίου έμεινε στα χαρτιά

Ένα πρώτο πλαίσιο εξόδου από την κρίση είχε δημιουργηθεί μέσω του Μνημονίου Κατανόησης του Ιουνίου.

Το σχέδιο προέβλεπε διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμη κατάπαυση του πυρός και σε συνολική πολιτική διευθέτηση μέσα σε 60 ημέρες.

Η προθεσμία, όμως, εξέπνευσε χωρίς να υπάρξει συμφωνία.

Έτσι, το πλαίσιο που κάποτε εμφανιζόταν ως πιθανή γέφυρα ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν κατάφερε να μετατραπεί σε οριστική λύση.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν πετύχει γρήγορη νίκη

Ο Τζέισον Κάμπελ, ανώτερος συνεργάτης στο Middle East Institute, θεωρεί ότι εξακολουθεί να υπάρχει ασάφεια γύρω από τον τελικό στόχο της αμερικανικής στρατηγικής.

Η αρχική υπόθεση ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος θα μπορούσε να οδηγήσει γρήγορα σε αποφασιστικό αποτέλεσμα έχει πλέον διαψευστεί, σύμφωνα με την ανάλυσή του.

Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται γι’ αυτό να μετακινείται προς μια στρατηγική μακροχρόνιας φθοράς, στην οποία οι κυρώσεις λειτουργούν παράλληλα με επιλεκτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Το ζητούμενο είναι να οδηγηθεί η Τεχεράνη σε διαπραγματεύσεις από ασθενέστερη οικονομική και στρατηγική θέση.

Το πρόβλημα των παραχωρήσεων

Ακόμη και αν το Ιράν επιστρέψει στις συνομιλίες, δεν είναι δεδομένο ότι μια συμφωνία θα είναι εύκολη.

Ο Κάμπελ εκτιμά ότι η Τεχεράνη πιθανότατα θα απαιτήσει σημαντικές αμερικανικές παραχωρήσεις προκειμένου να δεχθεί μια συνολική διευθέτηση.

Και εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά εμπόδια.

Όσα μπορεί να θεωρούνται απαραίτητα από την ιρανική πλευρά για να παρουσιαστεί μια συμφωνία ως αποδεκτή στο εσωτερικό της χώρας ενδέχεται να είναι πολιτικά δύσκολο να γίνουν δεκτά από την κυβέρνηση Τραμπ.

Η Τεχεράνη δείχνει διατεθειμένη να περιμένει

Η Ανίσε Μπασίρι Ταμπρίζι του Chatham House εκτιμά ότι οι τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν προκαλέσει ουσιαστική αλλαγή στην ιρανική στρατηγική.

Η Τεχεράνη φαίνεται να προετοιμάζεται για μεγαλύτερη οικονομική πίεση και για συνέχιση του κύκλου επιθέσεων και αντιποίνων.

Ταυτόχρονα, επιχειρεί να διατηρεί τις αντιδράσεις της σε επίπεδα που, κατά την εκτίμησή της, δεν θα οδηγήσουν σε πλήρως ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένο να αποδεχθεί συμφωνία μόνο και μόνο επειδή αυξάνεται το οικονομικό κόστος του πολέμου.

Δεν θέλει να εμφανιστεί ότι υποχωρεί

Η ιρανική οικονομία βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση και η συνέχιση των κυρώσεων αναμένεται να επιδεινώσει την κατάσταση.

Ωστόσο, η οικονομική δυσκολία δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική υποχώρηση.

Σύμφωνα με την Μπασίρι Ταμπρίζι, το Ιράν εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για μια έξοδο από τη σύγκρουση, αλλά αναμένει πρώτα κάποια ουσιαστική κίνηση από την αμερικανική πλευρά.

Αυτή θα μπορούσε να είναι είτε επιστροφή στις προβλέψεις του Μνημονίου του Ιουνίου είτε κάποια νέα παραχώρηση που θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι χωρίς να εμφανιστεί ότι εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση.

Το παλιό σχέδιο ίσως παραμένει η πιο ρεαλιστική λύση

Ο πρώην Βρετανός πρέσβης στο Ιράν και συνεργάτης του Royal United Services Institute Νίκολας Χόπτον θεωρεί ότι η έξοδος από το σημερινό αδιέξοδο μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί τον Ιούνιο.

Κατά την εκτίμησή του, περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση είναι απίθανο να οδηγήσει την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση.

Παράλληλα, εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο οι μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις μπορούν να απομονώσουν πλήρως το Ιράν όσο σημαντικοί εταίροι, όπως η Κίνα και η Ρωσία, εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικούς δεσμούς μαζί του.

Η άρση κυρώσεων ως αντάλλαγμα

Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να περιλαμβάνει άρση ή σταδιακή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων με αντάλλαγμα δεσμεύσεις από την Τεχεράνη.

Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να παρουσιάσει μια τέτοια εξέλιξη ως επιτυχία εφόσον εξασφάλιζε εγγυήσεις ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Για την Τεχεράνη, αντίστοιχα, η επανασύνδεση με τις διεθνείς αγορές θα αποτελούσε σημαντικό οικονομικό κίνητρο.

Το δύσκολο ζήτημα των Φρουρών της Επανάστασης

Ο Χόπτον συνδέει την οικονομική επανένταξη του Ιράν και με μια πιθανή μακροπρόθεσμη αλλαγή στις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας.

Η σταδιακή ανάπτυξη περισσότερων οικονομικών σχέσεων με τον υπόλοιπο κόσμο θα μπορούσε, κατά την ανάλυσή του, να περιορίσει σε βάθος χρόνου την επιρροή των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην ιρανική οικονομία.

Ωστόσο, πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία.

Οι Φρουροί έχουν ισχυρή παρουσία σε κρίσιμους οικονομικούς τομείς και οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή θα απαιτούσε μακροχρόνια στρατηγική και όχι μια απλή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Ούτε νίκη ούτε ειρήνη στον ορίζοντα

Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, οι αναλυτές συγκλίνουν σε ένα σημείο: μια γρήγορη λύση δεν φαίνεται πιθανή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν την πίεση χωρίς ακόμη να έχουν εξασφαλίσει την υποχώρηση του Ιράν.

Η Τεχεράνη, από την άλλη, φαίνεται έτοιμη να υποστεί μεγαλύτερο οικονομικό κόστος αντί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνθηκολόγηση.

Έτσι, το πιθανότερο σενάριο για το επόμενο διάστημα είναι ένας παρατεταμένος συνδυασμός κυρώσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων, αντιποίνων και αποσπασματικών διπλωματικών επαφών.

Το διακύβευμα ξεπερνά ΗΠΑ και Ιράν

Η διάρκεια της κρίσης καθιστά τις συνέπειές της ολοένα περισσότερο παγκόσμιες.

Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κρίσιμη αρτηρία για τη μεταφορά ενέργειας και οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις αγορές πετρελαίου, τη ναυτιλία και το διεθνές εμπόριο.

Αυτό σημαίνει ότι το αδιέξοδο μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης δεν αφορά πλέον μόνο τις δύο πλευρές του πολέμου.

Όσο δεν διαμορφώνεται ένα πολιτικά αποδεκτό πλαίσιο αμοιβαίων παραχωρήσεων, ο έβδομος μήνας της σύγκρουσης κινδυνεύει να αποτελέσει απλώς την αρχή μιας ακόμη πιο παρατεταμένης περιόδου αστάθειας.

Continue Reading

ΚΟΣΜΟΣ

Ρωσία: Προειδοποιεί για σύγκρουση στην Ευρασία

image_print

Για πραγματικό κίνδυνο μιας ευρείας στρατιωτικής σύγκρουσης που θα μπορούσε να επεκταθεί σε ολόκληρη την Ευρασία έκανε λόγο ο επικεφαλής της ρωσικής Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR), Σεργκέι Ναρίσκιν, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τους τόνους απέναντι στην Ευρώπη.

Ο Ρώσος αξιωματούχος υποστήριξε ότι η σημερινή πορεία της αντιπαράθεσης δημιουργεί συνθήκες επικίνδυνης κλιμάκωσης, ενώ συνέδεσε τις εξελίξεις στην Ουκρανία με την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των ευρωπαϊκών κρατών.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν θέσεις της ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών, χωρίς να παρουσιάζονται στοιχεία που να επιτρέπουν ανεξάρτητη επιβεβαίωσή τους.

Φόβοι για ευρύτερη ανάφλεξη

Μιλώντας στην 22η Συνάντηση της Διάσκεψης των Αρχηγών των Υπηρεσιών Ασφάλειας και Πληροφοριών των κρατών-μελών της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), ο Ναρίσκιν χαρακτήρισε τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης «απολύτως πραγματικό».

Κατά την εκτίμησή του, μια περαιτέρω κλιμάκωση δεν θα περιοριζόταν αναγκαστικά στο σημερινό πολεμικό μέτωπο, αλλά θα μπορούσε να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες γεωγραφικές διαστάσεις.

Ο επικεφαλής της SVR απέδωσε ιδιαίτερη ευθύνη στις ευρωπαϊκές ηγεσίες, υποστηρίζοντας ότι θεωρούν πως μπορούν να αυξάνουν ελεγχόμενα την ένταση χωρίς αυτή να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση.

Η Μόσχα μιλά για στρατηγική «ελεγχόμενης κλιμάκωσης»

Ο Ναρίσκιν ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες της ρωσικής υπηρεσίας, στην Ευρώπη επικρατεί η αντίληψη πως η κλιμάκωση μπορεί να παραμείνει υπό έλεγχο.

Συνέδεσε αυτή την προσέγγιση με μια στρατηγική ακραίων κινήσεων, την οποία απέδωσε σε δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Δεν παρουσίασε, πάντως, δημόσια συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν την εκτίμηση αυτή.

Η πρόβλεψη της SVR για την Ουκρανία

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Ρώσος αξιωματούχος στις δυνατότητες της Ουκρανίας να συνεχίσει να επιστρατεύει ανθρώπινο δυναμικό.

Ο Ναρίσκιν υποστήριξε ότι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν πως το διαθέσιμο δυναμικό επιστράτευσης της χώρας θα μπορούσε να εξαντληθεί μέσα στον επόμενο χρόνο.

Πρόκειται επίσης για ισχυρισμό του επικεφαλής της SVR, χωρίς στην τοποθέτησή του να προσδιορίζονται οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες στις οποίες αναφέρεται ή τα δεδομένα στα οποία βασίζεται αυτή η πρόβλεψη.

Το «Σχέδιο Β» που βλέπει η Μόσχα

Σύμφωνα με τον Ναρίσκιν, η Ευρώπη προετοιμάζεται ήδη για το ενδεχόμενο σημαντικής αποδυνάμωσης της δυνατότητας της Ουκρανίας να συνεχίσει τον πόλεμο με τους σημερινούς όρους.

Ο ίδιος παρουσίασε ως ευρωπαϊκό «Σχέδιο Β» την επιτάχυνση της στρατιωτικοποίησης της ίδιας της Ευρώπης.

Με αυτή τη διατύπωση, η ρωσική πλευρά συνδέει ουσιαστικά την ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων με την πιθανότητα μιας μακροχρόνιας και ευρύτερης αντιπαράθεσης με τη Μόσχα.

Η αναφορά στην «παγίδα του Θουκυδίδη»

Ο επικεφαλής της SVR χρησιμοποίησε και τον όρο «παγίδα του Θουκυδίδη» για να περιγράψει την κατάσταση.

Η έννοια χρησιμοποιείται στη σύγχρονη γεωπολιτική ανάλυση για να περιγράψει τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν η άνοδος μιας δύναμης προκαλεί έντονο ανταγωνισμό με μια ήδη κυρίαρχη δύναμη.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αμοιβαία καχυποψία, η προσπάθεια διατήρησης ή ενίσχυσης της ισχύος και οι διαδοχικές κινήσεις αποτροπής μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Με την αναφορά αυτή, ο Ναρίσκιν επιχείρησε να παρουσιάσει τη σημερινή ένταση όχι μόνο ως προέκταση του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης σύγκρουσης ισχύος στην Ευρασία.

Η ρωσική προειδοποίηση προς την Ευρώπη

Οι δηλώσεις του επικεφαλής της SVR εντάσσονται στη σκληρή ρητορική της Μόσχας γύρω από την αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών και τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Το βασικό μήνυμα του Ναρίσκιν είναι ότι η Ρωσία θεωρεί επικίνδυνη την πεποίθηση πως η στρατιωτική πίεση μπορεί να αυξάνεται χωρίς να προκαλέσει ευρύτερη ανάφλεξη.

Παράλληλα, όμως, οι προβλέψεις που παρουσίασε για τις προθέσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και το ανθρώπινο δυναμικό της Ουκρανίας προέρχονται από τη ρωσική υπηρεσία πληροφοριών και δεν συνοδεύτηκαν από δημόσια διαθέσιμα στοιχεία που να τις επιβεβαιώνουν.

DNews Widget
Continue Reading

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Κίνα: Άντεξε το ενεργειακό σοκ του Ιράν

image_print

Για χρόνια, η μεγάλη εξάρτηση της Κίνας από το εισαγόμενο πετρέλαιο θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά της μειονεκτήματα. Μια σοβαρή κρίση στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να προκαλέσει ένα ενεργειακό σοκ ικανό να πλήξει την κινεζική οικονομία.

Ο πόλεμος στο Ιράν έφερε ακριβώς αυτό το σενάριο στο προσκήνιο. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν διαφορετικό από εκείνο που πολλοί περίμεναν.

Παρά την εκτίναξη των διεθνών τιμών και τη μεγάλη πτώση των εισροών πετρελαίου, η κινεζική οικονομία απέφυγε μια σοβαρή ενεργειακή αναταραχή. Το Πεκίνο αξιοποίησε τα αποθέματά του, περιόρισε τις εξαγωγές καυσίμων και στηρίχθηκε σε ένα ενεργειακό σύστημα που έχει γίνει πολύ λιγότερο εξαρτημένο από το πετρέλαιο.

Η κρίση λειτούργησε έτσι ως το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα τεστ μιας στρατηγικής που η Κίνα οικοδομεί εδώ και δεκαετίες.

Η μεγάλη αδυναμία του Πεκίνου

Η Κίνα ήταν αυτάρκης σε πετρέλαιο μέχρι το 1993. Η ταχύτατη βιομηχανική ανάπτυξη που ακολούθησε, όμως, αύξησε τόσο πολύ τη ζήτηση ώστε η χώρα μετατράπηκε σε καθαρό εισαγωγέα.

Σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο και καλύπτει μέσω εισαγωγών περισσότερο από το 70% της κατανάλωσής της.

Περίπου το μισό εισαγόμενο πετρέλαιο προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.

Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διακοπή των θαλάσσιων ενεργειακών ροών θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει εξαιρετικά ισχυρό μέσο πίεσης απέναντι στο Πεκίνο.

Ο παλιός φόβος για τα Στενά της Μάλακα

Η κινεζική ηγεσία είχε εντοπίσει τον κίνδυνο πολύ πριν από τη σημερινή κρίση.

Ήδη από το 2003, ο τότε πρόεδρος Χου Τζιντάο είχε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο εχθρικές δυνάμεις να αποκτήσουν τη δυνατότητα να ελέγξουν τα Στενά της Μάλακα.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για την κινεζική οικονομία, καθώς από εκεί περνά μεγάλο μέρος των ενεργειακών φορτίων που κατευθύνονται προς την Ανατολική Ασία.

Από εκείνη την περίοδο, η ενεργειακή ασφάλεια έπαψε να αντιμετωπίζεται από το Πεκίνο αποκλειστικά ως οικονομικό ζήτημα και εντάχθηκε στον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.

Αποθέματα για την ώρα της κρίσης

Μία από τις βασικές απαντήσεις της Κίνας ήταν η δημιουργία τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζονται, τα κινεζικά αποθέματα έχουν πλέον φτάσει σε επίπεδα περίπου αντίστοιχα με εκείνα των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας μαζί.

Παράλληλα, το Πεκίνο προσπάθησε να διευρύνει τις πηγές προμήθειάς του, ώστε να μειώσει την υπερβολική έκθεση σε μία μόνο γεωγραφική περιοχή.

Αυτή η πολιτική απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όταν η κρίση στο Ιράν περιόρισε τις ροές μέσω του Ορμούζ.

Το Ορμούζ έγινε το πραγματικό crash test

Με την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, η Κίνα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες διαταραχές της σύγχρονης αγοράς πετρελαίου.

Οι τιμές αυξήθηκαν απότομα και οι κινεζικές εισαγωγές υποχώρησαν σημαντικά.

Το Πεκίνο, ωστόσο, δεν αντέδρασε όπως στην ενεργειακή κρίση του 2021.

Τότε, η έλλειψη άνθρακα είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να κινητοποιήσει επειγόντως τους εισαγωγείς για να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες.

Στην κρίση του Ορμούζ δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη αντίδραση πανικού.

Η Κίνα άρχισε να καταναλώνει τα αποθέματά της

Αντί να ανταγωνιστεί επιθετικά άλλους αγοραστές για ακριβότερο πετρέλαιο, η χώρα περιόρισε τις αγορές της και χρησιμοποίησε ποσότητες από τα αποθέματα που είχε συγκεντρώσει.

Παράλληλα, μείωσε τις εξαγωγές καυσίμων κίνησης, διατηρώντας περισσότερα προϊόντα πετρελαίου διαθέσιμα για την εγχώρια αγορά.

Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να περιορίσει την επίδραση της διεθνούς κρίσης στο εσωτερικό της.

Η ηλεκτροκίνηση έγινε ασπίδα

Ένας δεύτερος παράγοντας που αποδείχθηκε κρίσιμος ήταν η τεράστια ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί με μεγάλη διαφορά στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων παγκοσμίως και επιχειρεί πλέον να επεκτείνει την ηλεκτροποίηση και στις εμπορευματικές μεταφορές.

Αυτό σημαίνει ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των μετακινήσεων μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς άμεση κατανάλωση βενζίνης ή πετρελαίου.

Οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων φαίνεται επίσης ότι ενίσχυσαν τη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, ταξί και υπηρεσιών μετακίνησης μέσω εφαρμογών, όπου η ηλεκτροκίνηση έχει ήδη σημαντική παρουσία.

Το ηλεκτρικό σύστημα δεν εξαρτάται από το πετρέλαιο

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η ηλεκτροπαραγωγή της Κίνας στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε άλλες ενεργειακές πηγές.

Ο άνθρακας εξακολουθεί να έχει κεντρικό ρόλο, ενώ το Πεκίνο έχει αναπτύξει παράλληλα πυρηνικά και υδροηλεκτρικά έργα και επενδύει μαζικά στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια.

Έτσι, ένα πετρελαϊκό σοκ δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κρίση ηλεκτροδότησης για εργοστάσια, πόλεις και ψηφιακές υποδομές.

Αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τη σημερινή Κίνα από την οικονομία που πριν από δεκαετίες άρχισε να εξαρτάται όλο και περισσότερο από το εισαγόμενο αργό.

Η Κίνα απέφυγε τα έκτακτα μέτρα

Σε άλλες ασιατικές οικονομίες, η ενεργειακή κρίση οδήγησε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, σε δύσκολες κυβερνητικές αποφάσεις, από περιορισμούς στα καύσιμα μέχρι αυξήσεις τιμών και περικοπές δημόσιων υπηρεσιών.

Η Κίνα απέφυγε αντίστοιχης έκτασης αναταραχή.

Και η συγκράτηση των κινεζικών αγορών είχε συνέπειες πέρα από τα σύνορα της χώρας.

Ως μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο, η Κίνα θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά την κρίση εάν έβγαινε στις αγορές αναζητώντας τεράστιες πρόσθετες ποσότητες.

Αντίθετα, η περιορισμένη ζήτηση συνέβαλε στη συγκράτηση των διεθνών πιέσεων στις τιμές.

Μια απρόσμενη συνέπεια για τις ΗΠΑ

Αυτό δημιούργησε και ένα παράδοξο αποτέλεσμα.

Η κινεζική ανθεκτικότητα βοήθησε να αποφευχθεί ένα ακόμη μεγαλύτερο παγκόσμιο πετρελαϊκό σοκ, περιορίζοντας παράλληλα την πίεση στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ.

Έτσι, μια στρατηγική που σχεδιάστηκε για να μειώσει την κινεζική ευπάθεια απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις συνέβαλε ταυτόχρονα στον περιορισμό των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών της ενεργειακής κρίσης για την κυβέρνηση Τραμπ.

Στόχος η «ενεργειακή υπερδύναμη»

Η ενεργειακή ανθεκτικότητα δεν αποτελεί για το Πεκίνο έναν απομονωμένο οικονομικό στόχο.

Η κινεζική ηγεσία αντιμετωπίζει την ενέργεια ως στοιχείο εθνικής ισχύος, μαζί με τη βιομηχανία, την τεχνολογία και τις στρατιωτικές δυνατότητες.

Από το 2021 έχει τεθεί ο στόχος η Κίνα να εξελιχθεί σε «ενεργειακή υπερδύναμη»: μια χώρα που θα εξαρτάται λιγότερο από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ταυτόχρονα θα διαθέτει άφθονη και σταθερή ηλεκτρική ενέργεια.

Η φιλοδοξία αυτή συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

AI, data centers και βιομηχανία απαιτούν τεράστια ενέργεια

Ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων μεταφέρεται πλέον σε δραστηριότητες με εξαιρετικά υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις.

Προηγμένη μεταποίηση, data centers και Τεχνητή Νοημοσύνη χρειάζονται τεράστιες και κυρίως σταθερές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.

Το νέο ενεργειακό σχέδιο της Κίνας προβλέπει περαιτέρω ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, της πυρηνικής και της υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Ο άνθρακας, ωστόσο, δεν εγκαταλείπεται. Παραμένει κρίσιμο εφεδρικό καύσιμο για τη σταθερότητα του συστήματος.

Παράλληλα, η χώρα επενδύει σε γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, μπαταρίες, συστήματα αποθήκευσης και εκσυγχρονισμό των δικτύων.

Το διαφορετικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα που η Κίνα δεν έχει: άφθονη εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η αμερικανική οικονομία διαθέτει επίσης μεγάλη ικανότητα διύλισης, εξαγωγών και στρατηγικής αποθήκευσης.

Το αδύναμο σημείο των ΗΠΑ εντοπίζεται αλλού.

Το ηλεκτρικό τους σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει την ταχεία αύξηση της ζήτησης που προκαλούν νέες βιομηχανικές επενδύσεις και ιδιαίτερα οι ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές.

Αλλάζει η έννοια της ενεργειακής υπερδύναμης

Για δεκαετίες, η ενεργειακή ισχύς ταυτιζόταν κυρίως με τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου.

Ο ΟΠΕΚ, η Ρωσία, οι μεγάλοι εξαγωγείς και αργότερα η αμερικανική βιομηχανία σχιστολιθικού πετρελαίου μπορούσαν να επηρεάζουν τις παγκόσμιες αγορές μεταβάλλοντας την προσφορά.

Η κρίση του Ορμούζ ανέδειξε μια διαφορετική μορφή ισχύος.

Η Κίνα παραμένει εξαρτημένη από το εισαγόμενο πετρέλαιο, αλλά έχει γίνει τόσο μεγάλος καταναλωτής ώστε οι αποφάσεις της για το πόσο θα αγοράσει επηρεάζουν τις ίδιες τις διεθνείς τιμές.

Ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει μηχανισμούς που της επιτρέπουν να απορροφά πολύ μεγαλύτερες εξωτερικές διαταραχές από ό,τι στο παρελθόν.

Το νέο πεδίο ανταγωνισμού Κίνας και ΗΠΑ

Η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται τελικά πέρα από την αγορά του αργού.

Η παγκόσμια οικονομία ηλεκτροποιείται και μαζί της αλλάζει η γεωπολιτική της ενέργειας.

Το πλεονέκτημα δεν θα καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από το ποιος διαθέτει περισσότερα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και από το ποιος μπορεί να παράγει τεράστιες ποσότητες φθηνής και αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας, να τις μεταφέρει εκεί όπου χρειάζονται και να τροφοδοτεί συνεχώς τη βιομηχανία του.

Η κρίση στο Ιράν έδειξε ότι το Πεκίνο έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η εξάρτηση από τις εισαγωγές αργού δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει όμως πάψει να αποτελεί τόσο εύκολο σημείο πίεσης όσο φαινόταν στο παρελθόν.

Και καθώς ο ανταγωνισμός Κίνας και ΗΠΑ μεταφέρεται όλο και περισσότερο στην προηγμένη βιομηχανία, στα data centers και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η δυνατότητα εξασφάλισης άφθονης ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την τεχνολογική ή στρατιωτική ισχύ.

Continue Reading
Green logo ENA Club with text ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

Κατοικία

a house with a green roof and road signs left and right
text about elections

newsletter



Καιρος

Πρωτοσέλιδα

Χρήσιμα

Δρομολόγια Πλοίων από και προς Καβάλα

Γιατροί ΕΟΠΥΥ ΚΑΒΑΛΑΣ

espa logo

espa_logo_en