ΚΟΣΜΟΣ
ΗΠΑ απειλούν ΕΕ για ρήτρα «Αγοράστε Ευρωπαϊκά»

Η κυβέρνηση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προειδοποιεί την Ευρωπαϊκή Ένωση με αντίποινα, εάν προχωρήσει σε ενσωμάτωση ισχυρής ρήτρας «αγοράστε ευρωπαϊκά» στα σχέδια αμυντικών προμηθειών των κρατών-μελών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, το αμερικανικό Πεντάγωνο έστειλε σαφές μήνυμα κατά τη διάρκεια διαβουλεύσεων της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επικαιροποίηση της οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων στον τομέα της άμυνας.
Το μήνυμα του Πενταγώνου
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν ότι αντιτίθενται «έντονα» σε οποιαδήποτε αλλαγή που θα περιορίζει τη δυνατότητα των αμερικανικών εταιρειών να συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές αμυντικές προμήθειες. Όπως αναφέρεται, μια δεσμευτική ρήτρα προτίμησης ευρωπαϊκών οπλικών συστημάτων θα θεωρηθεί εχθρική εμπορική πρακτική.
Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι τέτοιες πολιτικές θα ήταν άδικες, ιδίως όταν ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στην αμερικανική αγορά μέσω ειδικών εξαιρέσεων από τους νόμους «Buy American».
Απειλή για αντίποινα
Το Πεντάγωνο προειδοποιεί ότι, σε περίπτωση υιοθέτησης ρήτρας «αγοράστε ευρωπαϊκά», οι ΗΠΑ θα επανεξετάσουν τις γενικές απαλλαγές και εξαιρέσεις που επιτρέπουν σε ευρωπαϊκές εταιρείες να διεκδικούν συμβάσεις του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.
Σήμερα, 19 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν υπογράψει Αμοιβαίες Συμφωνίες Αμυντικών Προμηθειών με τις ΗΠΑ. Η αναστολή αυτών των συμφωνιών θα περιόριζε δραστικά την πρόσβαση των ευρωπαϊκών εταιρειών στην αμερικανική αγορά άμυνας.
Παράδοξο στις διατλαντικές σχέσεις
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ δημιουργεί ένα διπλό μήνυμα: από τη μία ζητά από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για τη συμβατική της άμυνα και από την άλλη δεν επιθυμεί αυτό να γίνει εις βάρος των αμερικανικών κατασκευαστών όπλων.
Η υπό εξέταση αναθεώρηση της οδηγίας του 2009 για τις δημόσιες συμβάσεις αναμένεται μέσα στο 2026 και θα κρίνει εάν η Ευρώπη θα κινηθεί προς μια πιο αυτόνομη αμυντική βιομηχανική πολιτική ή αν θα διατηρήσει ανοιχτή πρόσβαση στην αμερικανική αγορά.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να δοκιμάσει τις ισορροπίες εντός του ΝΑΤΟ, αλλά και τη συνοχή των διατλαντικών εμπορικών σχέσεων σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.