ΠΟΛΙΤΙΚΑ
Χάρτης «Μεγάλης Αλβανίας» σε Κρατικό Έντυπο

Σε μια κίνηση που προκαλεί σοβαρά ερωτήματα και βαθιά ανησυχία, το Υπουργείο Άμυνας της Αλβανίας δημοσίευσε χάρτη της λεγόμενης «Μεγάλης Αλβανίας», ο οποίος περιλαμβάνει εδάφη της Ηπείρου και της Βορειοδυτικής Ελλάδας. Ο χάρτης εμφανίζεται στο τεύχος αρ. 28 της 18ης Ιουλίου 2025 του 16σέλιδου περιοδικού «Ushtira» («Ο Στρατός»), την επίσημη έκδοση του αλβανικού Υπουργείου Άμυνας.
Από προπαγάνδα ακτιβιστών σε κρατικό έγγραφο
Ενώ παρόμοιοι χάρτες κυκλοφορούσαν έως σήμερα σε εκδηλώσεις εθνικιστικών οργανώσεων ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η εμφάνισή τους σε επίσημο κρατικό έντυπο σηματοδοτεί μια επικίνδυνη μετατόπιση από την περιθωριακή προπαγάνδα στον θεσμικό λόγο. Συνοδεύονται από ιστορικό σημείωμα για το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), το οποίο παρουσιάζεται ως «στιγμή εθνικής αδικίας» εις βάρος των Αλβανών, αν και την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμη συγκροτημένο αλβανικό κράτος ή εθνική ταυτότητα με τα σύγχρονα χαρακτηριστικά.
Χάρτες που τροφοδοτούν τον ανθελληνισμό
Η προβολή εδαφικών διεκδικήσεων, ειδικά με τέτοια «κρατική σφραγίδα», επιβεβαιώνει τη συντήρηση και θεσμοθέτηση αλυτρωτικών ιδεών στην Αλβανία. Οι ενέργειες αυτές δεν είναι απλώς ενοχλητικές – αποτελούν εργαλείο ήπιας επιθετικότητας και τροφοδοτούν τον ανθελληνισμό, τόσο σε επίπεδο κοινωνίας όσο και – δυνητικά – κρατικής πολιτικής.
Η χρονική σύμπτωση της δημοσίευσης με την πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών στην Κορυτσά, όπου καμία δέσμευση για σεβασμό των συνόρων δεν εκφράστηκε δημοσίως από τον Αλβανό ομόλογό του, προσδίδει ιδιαίτερο βάρος και αναδεικνύει τη διπροσωπία της αλβανικής πολιτικής ηγεσίας: από τη μία ευχολόγια και ευρωπαϊκή ρητορική και από την άλλη εθνικιστική δηλητηρίαση στο εσωτερικό.
Εκπαίδευση και εθνικός αναθεωρητισμός
Η συστηματική καλλιέργεια αναθεωρητικής ιστοριογραφίας, που διδάσκεται σε σχολεία της Αλβανίας, όπως αναφέρουν ελληνικές πηγές, προβάλλει τις περιοχές της Ηπείρου ως «αλβανικά ιστορικά εδάφη». Χρησιμοποιεί την αυθαίρετη ταύτιση των Θεσπρωτών και Χαόνων με Ιλλυριούς – και άρα με σύγχρονους Αλβανούς – για να αμφισβητήσει ευθέως την ελληνικότητα συγκεκριμένων περιοχών.
Η διάδοση αυτών των ιδεών μέσω των σχολικών εγχειριδίων, σε συνδυασμό με χάρτες που αναπαράγονται τόσο σε στρατιωτικά έντυπα όσο και σε σχολικές αίθουσες, συνιστούν μια μεθοδευμένη, κρατικά υποκινούμενη καλλιέργεια αλυτρωτισμού.
Η γελοιοποίηση δεν αρκεί – Χρειάζεται πολιτική στάση
Αν και τέτοιοι χάρτες μπορεί να φαίνονται γελοίοι από γεωπολιτικής και πληθυσμιακής άποψης, εντούτοις αποκτούν βαρύτητα στο πλαίσιο του υβριδικού πολέμου και της στρατηγικής σύμπλευσης Τιράνων – Άγκυρας. Η συντονισμένη παρουσία της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Ανατολή και της «Ερυθράς Πατρίδας» από τον Βορρά αναδεικνύει έναν κοινό στόχο: τον περιορισμό του Ελληνισμού στα Βαλκάνια και το Αιγαίο.
Όπως εύστοχα αναφέρεται, «ο ψύλλος μπορεί να μη σκοτώνει, αλλά σε αφήνει άυπνο» – και όταν έχει κρατική κάλυψη, μεταφέρει ιδεολογικές «λοιμώξεις» με διαβρωτική επίδραση.
Ώρα για πολιτικές πράξεις, όχι απλώς δηλώσεις
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει με σαφή και αποφασιστικό τρόπο τέτοιες συμπεριφορές, όχι μόνο σε επίπεδο δηλώσεων αλλά και μέσα από τη διαπραγματευτική διαδικασία της ενταξιακής πορείας της Αλβανίας στην ΕΕ. Η απαίτηση για σαφή αποκήρυξη εδαφικών διεκδικήσεων και αφαίρεση τους από τα δημόσια κρατικά έγγραφα, σχολικά εγχειρίδια και εκδόσεις πρέπει να τεθεί ως σαφής προϋπόθεση συνέχισης της ενταξιακής διαδικασίας.
Η εμπειρία του Μακεδονικού ζητήματος δείχνει ότι η αποδοχή τετελεσμένων στο όνομα του ρεαλισμού μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στο εθνικό επίπεδο.
Η διπλωματία καλής θέλησης δεν πρέπει να αγνοεί τη γλώσσα της προπαγάνδας. Ο Ελληνισμός έχει υποχρέωση να μείνει άγρυπνος.