ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Πληθωρισμό 8,5% τον Μάρτιο βλέπει η Εθνική Τράπεζα

Eπιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 1,4 μονάδες –ώστε να διαμορφωθεί φέτος στο 3%– και άνοδο του πληθωρισμού στο 5,8% κατά μέσο όρο, αφού πρώτα κορυφωθεί στο 8%-8,5% την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου προβλέπει το βασικό σενάριο της Εθνικής Τράπεζας, που έκανε μια πρώτη αποτίμηση των επιπτώσεων της κρίσης στην Ουκρανία στην ελληνική οικονομία.
Η διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής διαμόρφωσε, επίσης, δύο εναλλακτικά σενάρια, ένα ευνοϊκό και ένα δυσμενές. Το ευνοϊκό σενάριο προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ 4% φέτος και 4,5% το 2023 και πληθωρισμό 4,4% το 2022 και 0,6% το 2023.
Το δυσμενές σενάριο –παρατεταμένης κρίσης το 2022 και σ’ ένα τμήμα του 2023, όπου η ενεργοποίηση πρόσθετων μέτρων και αντίμετρων προκαλεί σοβαρές διαταραχές στη ροή φυσικού αερίου, παρατεταμένες ανατιμήσεις στο πετρέλαιο και ακόμα εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις– προβλέπει οριακή μόνο αύξηση 0,2% του ΑΕΠ το 2022 και ανάκαμψη στο 2,8% το 2023. Ο πληθωρισμός προβλέπεται στο 8% φέτος και στο 2,2% το 2023.
Αναλύοντας τους διαύλους, μέσω των οποίων η ουκρανική κρίση επηρεάζει την ελληνική οικονομία, οι οικονομολόγοι της τράπεζας σημειώνουν ότι κυριότερος είναι ο πληθωρισμός, που αποδυναμώνει το εισόδημα των νοικοκυριών, αυξάνει το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων και έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κερδοφορία τους. Πρόσθετη αρνητική επίδραση σε περιορισμένο βαθμό αναμένεται να προέλθει από την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στην Ευρωζώνη, που συνιστά βασική αγορά για τα ελληνικά προϊόντα και επιχειρήσεις.
Σε 4-4,5 δισ. ευρώ υπολογίζουν εξάλλου το μέγεθος της δημοσιονομικής στήριξης για το σύνολο του έτους, αν και ο καθαρός δημοσιονομικός αντίκτυπος εκτιμούν ότι θα περιοριστεί περίπου στα 2-2,5 δισ. ευρώ, καθώς το υπόλοιπο θα το καλύψει το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης. Ετσι, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι το πρωτογενές έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 1,5%-1,8% του ΑΕΠ, έναντι στόχου προϋπολογισμού για 1,2%, δηλαδή θα αυξηθεί κατά 0,3%-0,6% του ΑΕΠ.
Στο εμπόριο, οι άμεσες επιδράσεις από ενδεχόμενη διακοπή του με τη Ρωσία θα ήταν μικρές, καθώς οι εξαγωγές στη χώρα αυτή είναι μόνο το 0,5% του συνόλου. Ωστόσο, σημειώνεται ότι υπάρχουν και οι δευτερογενείς επιπτώσεις, λόγω ανατιμήσεων των πρώτων υλών. Οι εξαγωγές στην Ουκρανία αντιπροσωπεύουν το 0,8% των εξαγωγών.
Αντίστοιχα η επίδραση στον τουρισμό είναι επίσης μικρή (2,5% των τουριστικών εσόδων ήταν από τη Ρωσία το 2019 και 0,4% από την Ουκρανία).
Πηγη: kathimerini.gr