ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Είδα το «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α» της Λένας Κιτσοπούλου στο θέατρο « Τ »

Κι επειδή «Όλοι οι θάνατοι εδώ  σκηνοθετούνται»,  η Λένα Κιτσοπούλου το ξεκοκάλισε το  λεύκωμα της   Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ –ήταν ολοφάνερο- στρώθηκε κάτω κι έβγαλε  τα εσώψυχά της, τους δαίμονές της, τις ανασφάλειές της και τις  αμφιβολίες της, τα ερωτηματικά της και κάποιες αποκρυσταλλωμένες απόψεις   περί  ζωής και θανάτου, σαραντάρα και  σπουδαγμένη σε θρανία, σε σκηνές  και  σε δρόμους  κι έγραψε ένα πυκνό κείμενο,  έμπλεο αντιφάσεων, αυτοαναιρέσεων και συμπερασμάτων, όπως ακριβώς είναι η ίδια η ζωή. Γεμάτη ανατροπές,  επαναπροσδιορισμούς, αναθέματα , ακυρώσεις, αλλά και κυνηγητό. Ασθμαίνουσες γυναίκες που κυνηγούν σάρκα  και ηδονή, αγκαλιά και συναίσθημα,  σκοπό, στόχο, κενό, τίποτα.

«Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πως κέρδιζε πάντα αυτή
ενώ χάνουμ’ όλοι.
Πως όλες οι αξίες γεννιώνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω με το νου χωρίς αρρώστια
ζω χωρίς να μου χρειάζεται ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι μακριά
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο•
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω•
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα».

Το έγραψε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

«Αυτός ο μονόλογος είναι οι σκέψεις ενός καθημερινού ανθρώπου που βαδίζει αναπόφευκτα ”όλο και πιο κοντά στον θάνατο”, ο οποίος προσπαθεί να φτάσει στα άκρα την αρνητική όψη της ζωής αυτής, επιμένοντας ότι η κάλυψη της ματαιότητας με τον μανδύα μίας ”θετικής ενέργειας”, είναι απλώς και μόνο μία κάλυψη. Ο φόβος, η αγωνία για τον θάνατο, η απομυθοποίηση της πίστης προς οτιδήποτε είναι στοιχεία που στην εποχή μας ονομάζονται ”αρνητισμός”, ή ” κατάθλιψη”, ή ” έλλειψη προσαμρμοστικότητας”, στην Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. όμως είναι κι αυτά μία όψη της πραγματικότητας και το ερώτημα είναι, ποιος είναι τελικά ο αισιόδοξος. Ο θετικός άνθρωπος; Ο ψυχαναλυζόμενος; Ή μήπως αυτός που τολμάει να βουλιάξει μέσα στα σκοτάδια του, αυτός που αποδέχεται την αντίφασή του και δεν παλεύει με νύχια και με δόντια να ισορροπήσει την ανισόρροπη φύση του, αυτός που δεν καλύπτει την ασχήμια με κλισέ εκφράσεις και συμπεριφορές και εν τέλει, μήπως αυτός που δεν έχει ενοχές επειδή νιώθει σκατά; Γιατί να διώξεις τον πόνο αφού υπάρχει; Γιατί ο πόνος είναι κάτι το αρνητικό; Βρήκαμε ένα ”χάικου”, ενός υπέροχου ποιητή, του Γιώργη Παυλόπουλου, το οποίο νομίζω ταιριάζει απόλυτα στην Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.: Ουρά παγωνιού, σε πισινό μαιμούς, τούτος ο κόσμος».

Το έγραψε η Λένα Κιτσοπούλου.

Ο Θεατρικός Οργανισμός Νέες Μορφές, μετά την επιτυχημένη πορεία του έργου την περασμένη θεατρική σεζόν, προγραμμάτισε  νέο κύκλο παραστάσεων από τις 11 έως τις 28 Νοεμβρίου 2016 στο Θέατρο «Τ».

Φέτος  η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. «συνομιλεί» σκηνικά μ’ ένα επίσης μονολογικό θεατρικό κείμενο της Λ. Κιτσοπούλου:  «Το πράσινΌ μου το φουστανάκι».

 Τα δύο έργα φαίνονται συγγενικά μεταξύ τους  ως προς το περιεχόμενο . Έχουν σαν ηρωίδες  δυο γυναίκες  ανώνυμες. Κύριος θεματικός άξονάς τους  είναι η μοναξιά. Μέσα σ’ αυτό το  πλαίσιο  η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να θέσει  ζήτημα του νοήματος του λόγου. Η έλλειψή του μεταμορφώνεται -προοδευτικά- στη συνείδηση των ηρωίδων της, σε μια αίσθηση έλλειψης νοήματος της ίδιας της ύπαρξης,  που τις κάνει να νιώθουν ανούσια και ελλειμματική ολόκληρη τη ζωή τους. Τις οδηγεί στο μηδενισμό. Και οι δύο επιθυμούν διακαώς να γίνει κάτι. Κάτι να αλλάξει. Να βγουν μ’ ένα μαγικό τρόπο απ’  την πλήξη, την ανία , τη μοναξιά. Τίποτε δεν αλλάζει κι εκείνες  βυθίζονται όλο και περισσότερο στο προσωπικό τους αδιέξοδο.

Θα περίμενε κανείς  ότι μ’ αυτό το  υλικό η Κιτσοπούλου θα δημιουργούσε δραματικά κείμενα. Δε συμβαίνει  αυτό. Το ιδιότυπο χιούμορ, ο έντονος αυτοσαρκασμός και η διαρκής υπονόμευση κάθε είδους καθωσπρεπισμού και σοβαροφάνειας των ηρωίδων,  δίνουν στα  έργα  χαρακτήρα  ιδιαίτερα κωμικό και σαρκαστικό.

Η  συγκεκριμένη παράσταση  έχει  συν και πλην. Ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης  δήλωσε κάποια στιγμή στην «Ελευθεροτυπία» ότι  «η κριτική  είναι μια βασική διάσταση της ανθρώπινης νόησης και όχι ένα ταλέντο. Με βάση αυτήν την άποψη, απ’  την κριτική πρέπει να αποκλείονται τόσο οι εκ γενετής  ηλίθιοι   όσο  και οι επίκτητα ηλίθιοι».  Επομένως, όλοι  όσοι θεατριζόμαστε-  κατ’ εξακολούθηση- είμαστε homo sapiens  , καθόλου ηλίθιοι και κρίνουμε. Εφόσον είμαστε και οι τελικοί αποδέκτες του πονήματος. Το κοινό, όπως λέμε.  Στα συν θα βάλω  τη φιλότιμη  προσπάθεια  των ηθοποιών  να ερμηνεύσουν και  τον μόχθο τους  να αποστηθίσουν  κείμενο . Στα πλην , όλη τη φιλοσοφία που διέπει την παράσταση.  Ψεύτικη αφήγηση, σποραδικό  χαμήλωμα  φώτων, μουσικές  γέφυρες  δώθε-κείθε ,  κατ’ επίφαση διαδραστικό θέατρο  και κακή διανομή .  Ένας αγοραίος  λόγος , όπως αυτός  της Κιτσοπούλου,  απαιτεί  στόμα  και ψυχή  που καταλαβαίνει, νιώθει  τι λέει.   Μια «εστέτ»  κυρία επί σκηνής  , ούτε μπορεί να μιλήσει απενοχοποιημένα τα  προστυχόλογα , ούτε να τσαλακωθεί,  ούτε διαθέτει   «πουτανιά»  και  «τσαμπουκά», ως  φυσικό  τρόπο  συμπεριφοράς. Παρόλα αυτά,  αρκετοί θεατές  γελούσαν στη δράση,  αρκετοί είχαν τη δική μου αμηχανία  και  κάποιοι άλλοι  ένα μειδίαμα. Ωστόσο, η αίθουσα ήταν  πλήρης.  Θα πρέπει ,σίγουρα, να  δείτε την παράσταση  για να  σχηματίσετε άποψη. Ο κοφτερός, ίσως ακραίος, μα φιλοσοφημένος   λόγος της Κιτσοπούλου  είναι πρόσκληση-πρόκληση. Κι εγώ είμαι θαυμαστής του.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Γιάννης Παρασκευόπουλος

Σκηνικά –Κοστούμια: Σοφία Παπαδοπούλου

Μουσική επανεκτέλεση: Μάνος Μυλωνάκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Κουμανδράκη

Στο ρόλο της γυναίκας: Μαγδαληνή Μπεκρή

Το πράσινό μου το φουστανάκι

Σκηνοθετική επιμέλεια: Αντώνης Μιχαλόπουλος

Μουσική: Δήμος Βρύζας

Στο ρόλο της γυναίκαςΧρυσή Μπαχτσεβάνη.

**ΠΑΥΛΟΣ  ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ**

ΑπάντησηΑκύρωση απάντησης

Exit mobile version