Quantcast
Connect with us

ΑΠΟΨΕΙΣ

Γ. Τσακίρης | Οι λεπτές ισορροπίες

image_print

Την 1η Μαρτίου, στο δημοσιευμένο μου κείμενο με τον τίτλο «Κερδίσαμε ;» και με αφορμή τη συμφωνία της 20ηςΦεβρουαρίου, είχα επισημάνει ότι « …η «δημιουργική ασάφεια» σε ένα κείμενο, μπορεί μεν να δίνει την ευχέρεια ερμηνείας του κατά το δοκούν από εκείνους που το διαβάζουν, και θα πρέπει στη συνέχεια να το εξηγήσουν, στην πραγματικότητα όμως απλά παρατείνει στο σχετικά άμεσο μέλλον την αδήριτη ανάγκη της πλήρους εξήγησής του, σε συμφωνία και αγαστή συνεργασία μάλιστα όσων το έχουν υπογράψει.

Το μόνο λοιπόν που προσφέρει στην παρούσα φάση η ασάφεια των όρων, των λέξεων και των προτάσεων των κειμένων του Eurogroup, είναι η δημιουργία ενός «κενού χρόνου», μιας … «ανακωχής» θα έλεγε κανείς, μέχρις ότου ο καθένας από τους υπογράφοντες κληθεί εκ των πραγμάτων να έρθει και πάλι στο σημείο της αντιπαράθεσης, που προϋπήρχε της υπογραφής τους … Θετικό το γεγονός ότι αυτός ο «κενός χρόνος» μπορεί εκμεταλλευθεί από την ελληνική κυβέρνηση ώστε, βασιζόμενη στην ανωτέρω ασάφεια των όρων, προβεί στις πολιτικές και νομοθετικές εκείνες ενέργειες που θα ενισχύσουν τόσο το διαπραγματευτικό, όσο και το πολιτικό αλλά και  με κοινωνικό προσανατολισμό προφίλ της.

 Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι ενέργειες αυτές να μην δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, εντός του οποίου η ίδια θα κληθεί να λειτουργήσει σε λίγους μήνες. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί.

Λεπτές σίγουρα οι ισορροπίες και δύσκολες οι αποφάσεις.»

Οι λεπτές λοιπόν ισορροπίες, κάποιοι τις αποκαλούν και «βάδισμα σε τεντωμένο σχοινί», που ήταν και είναι αναγκασμένη εκ των πραγμάτων να κρατά η σημερινή κυβέρνηση, είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να ισχύσουν για καιρό.

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου, τόσο η κατάσταση -αρκετών πια- οξύμωρων σχημάτων που έχουν δημιουργηθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή, όσο και η εμπειρία των μέχρι σήμερα διαπραγματεύσεων με τους «εταίρους» και δανειστές μας, αλλά και αυτών που έπονται, εξακολουθούν να δημιουργούν και μάλιστα να αυξάνουν σε ένταση, το ασφυκτικό εκείνο περιβάλλον μέσα στο οποίο οποιαδήποτε επαμφοτερίζουσα θέση, δεν μπορεί (και δεν πρόκειται) να γίνει δεκτή από κανέναν.

Στους αμέσως προσεχείς μήνες, αν όχι ημέρες, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική των «δύο προσώπων», ένα για το εσωτερικό και ένα για το εξωτερικό, και να οριστικοποιήσει τις πραγματικές της θέσεις.

Με δυο λόγια, είναι πρακτικά (και διαπραγματευτικά) αδύνατο, να «υιοθετεί» στο εσωτερικό της χώρας την ρητορική του «πραξικοπήματος» και της «συνθηκολόγησης» που μας επιβλήθηκε από τους «εταίρους» μας (κι αυτό αληθεύει), ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει ότι με τους ίδιους ακριβώς «εταίρους» θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί, επιδιώκοντας να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της, κυρίως δε όσον αφορά την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, ακόμη κι εάν κάτι τέτοιο προβλέπεται στα όσα έχουν υπογραφεί.

Με ποιο σκεπτικό και κάτω από ποια πίεση, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι τους οποίους κάποιοι κατηγορούν ανοιχτά ότι ουσιαστικά κατέλυσαν την δημοκρατία στην Ελλάδα, θα δεχθούν τα δίκαια αιτήματά μας, όταν αποδεδειγμένα δεν το έχουν πράξει μέχρι σήμερα ;

Για ποιον μάλιστα λόγο να το κάνουν, όταν γνωρίζουν ότι ο χρόνος λειτουργεί πλέον εις βάρος μας (πχ, στα μέσα Αυγούστου λήγουν και πάλι ομόλογα αξίας 3,5δις της ΕΚΤ) ;

Εάν λοιπόν η συμφωνία της 12ης Ιουλίου έγινε με το βαθύτερο σκεπτικό να κερδηθεί χρόνος, ο χρόνος αυτός α) δεν είναι απεριόριστος και β) ως αξία –σήμερα– βρίσκεται στα «χέρια των αντιπάλων».

Από την άλλη, η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την αφορμή για την ανάδειξη των ήδη υπαρχόντων πολιτικών διαφορών, τόσο μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στους Ανεξάρτητους Έλληνες.

Διαφορές που εάν μέχρι πρότινος -και μέχρι σήμερα- παραβλέπονταν για χάρη της κυβερνητικής σταθερότητας, είναι πλέον φανερό ότι θα οδηγήσουν σε καταστάσεις που α) δεν ευνοούν την διαπραγματευτική θέση της χώρας και β) είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε αλλαγές στο πολιτικό της σκηνικό.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σήμερα η κυβέρνηση (και για διαφορετικούς λόγους) βρίσκεται στην ίδια περίπου θέση με την προηγούμενη κατά τους τελευταίους τρεις περίπου μήνες της θητείας της, όταν η κυβερνητική απραξία, που τότε από κάποιους περιγραφόταν ως «τα μολύβια κάτω», είχε ως γενεσιουργή της αιτία την αδιόρατη «απειλή» των πρόωρων εκλογών και της αλλαγής της πολιτικής κατάστασης στη χώρα (όπως αναφέρεται και πιο πάνω).

Τουλάχιστον έτσι η κατάσταση ενδεχομένως να «μεταφραστεί», από εκείνους ακριβώς με τους οποίους καλούμαστε να διαπραγματευτούμε.

Θεωρώ ως αρκετά πιθανό πλέον, η κυβερνητική σταθερότητα να αποτελέσει προαπαιτούμενο (όπως ακριβώς και τα πρόσφατα νομοσχέδια) από τους «εταίρους» μας, για μία «σωστή και με σοβαρότητα διαπραγμάτευση». Το ζήτημα δε της «εμπιστοσύνης» είναι επίσης πιθανό να κάνει και πάλι την «εμφάνισή» του κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που έπονται.

Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά θα επιδιωχθεί η πραγμάτωση ενός εκ των βασικότερων στόχων τους. Η δημιουργία στην Ελλάδα μιας πειθήνιας (συνεργάσιμης για κάποιους) κυβέρνησης η οποία θα κληθεί να εφαρμόσει τα μέτρα του τρίτου μνημονίου που είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει ως συνέπεια μιας νέας δανειακής σύμβασης.

Μιας δανειακής σύμβασης και ενός μνημονίου που ήταν γνωστό σε όλους (από το 2010) ότι θα έπρεπε να υπάρξει, ακριβώς λόγω του ότι τα πέντε χρόνια των δύο προηγούμενων υφεσιακών προγραμμάτων-μνημονίων, δεν είχαν σκοπό τη διάσωση της χώρας, αλλά αυτή των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (στην 1η δανειακή) και των ελληνικών (στην 2η), ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνταν οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες εντός της χώρας, που θα την οδηγούσαν και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά αυτή τη φορά σε ακόμη πιο δυσχερή θέση.

Δεν χωρά νομίζω καμία αμφιβολία ότι κυρίως με την υπογραφή της 2ης δανειακής σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου και της τροποποίησής της τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, το σύνολο σχεδόν των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, παραδόθηκε «στα χέρια» των δανειστών, μέσω της παραίτησης από κάθε ασυλία τόσο της χώρας, όσο (και για πρώτη φορά)της Τράπεζας της Ελλάδας αλλά και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

Η πραγματικότητα αυτή, το δεδομένο δηλαδή ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης συμφωνίας την επόμενη μέρα (και για αρκετούς μήνες) δε θα υπήρχε τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα (με ότι αυτό συνεπάγεται), έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Και είναι αυτή που, σε συνδυασμό με τους πιθανούς εθνικούς κινδύνους που ενδεχομένως είτε θα «προκαλούνταν» από εξωγενείς παράγοντες, είτε ως συνέπεια μιας ευρείας κοινωνικής αναταραχής, οδήγησε το χέρι του πρωθυπουργού στην υπογραφή της συμφωνίας.

Αυτό όμως είναι κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζει.

Εάν λοιπόν όλα τα ανωτέρω, ως εξήγηση ή λογική υπόθεση αληθεύουν, μοναδικά πλέον επιχειρήματα της θέλησης για την κατάκτηση (και διατήρηση) της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, δεν μπορεί να ήταν (και να είναι) άλλα, από α) την πραγματική και σε βάθος διερεύνηση των ευθυνών όσων με τις αποφάσεις τους οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση και φυσικά την προσαγωγή τους στην δικαιοσύνη και β) μέσω των προηγούμενων ενεργειών και ως αποτέλεσμά τους, την αλλαγή του πολιτικού και μεγαλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας και την «επαναφορά» ή αναπροσανατολισμό τους σε ένα υγιές και λειτουργικό σύστημα.

Κάτι που δεν θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να γίνει -και δεν έγινε- με κυβερνήσεις οι οποίες περιελάμβαναν ή θα περιλαμβάνουν τα ίδια -πιθανόν-  πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να φέρουν αυτές τις ευθύνες.

Αυτό είναι και το αφήγημα που θα πρέπει να υιοθετήσουν πλέον οι δύο σημερινοί συγκυβερνώντες πολιτικοί σχηματισμοί.

Και φυσικά να το θέσουν άμεσα σε εφαρμογή.

Δεν αρκεί όμως μόνον αυτό.

Άμεσα επίσης θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ένα νέο στρατηγικά σχεδιασμένο πλαίσιο για την πραγματική και σε βάθος παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας, με στόχους και προτεραιότητες που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας, σε τομείς όπου η χώρα μας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα. Στο ίδιο ακριβώς στρατηγικό πλαίσιο θα πρέπει να περιγράφονται επακριβώς και οι τρόποι με τους οποίους θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την μεσο-μακροπρόθεσμη άρση των δυσμενών επιπτώσεων που θα φέρουν στην ελληνική κοινωνία τα μέτρα που πρόκειται να επιβληθούν μέσω του 3ου μνημονίου.

Οι δύο ανωτέρω στόχοι πρέπει να τεθούν το δυνατό συντομότερο σε εφαρμογή, καθότι μπορούν -κατά τη γνώμη μου- να δημιουργήσουν τις ικανές αλλά και αναγκαίες συνθήκες, για την έξοδο της χώρας μας από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια.

Μετά δε και την δυσμενή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, κρίνονται πλέον ως ελάχιστες απαιτήσεις του συνόλου των πολιτών που εμπιστεύθηκαν με την ψήφο τους στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τους δύο συνεργαζόμενους κυβερνητικούς σχηματισμούς ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων.

Έχοντας ως δεδομένα ότι α) το πολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει από την μια μέρα στην άλλη, αν και τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη γίνει με την Ελλάδα (για άλλη μία φορά) ως «πυροκροτητή» των εξελίξεων, και β) η ίδια η ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά της, δεν ήταν και δεν είναι έτοιμη για μία ρήξη η οποία θα οδηγούσε τη χώρα και τους πολίτες της σε καταστάσεις που θα θύμιζαν ανάλογες αρκετών δεκαετιών πίσω, αυτό που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι εμείς, ως λαός, δίνοντας το χέρι ο ένας στον άλλο όπως κάναμε πάντα, μπορούμε να οδηγήσουμε και πάλι την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει.

Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο εάν συνεχίσουμε να παρέχουμε αν όχι την εμπιστοσύνη, τουλάχιστον την ανοχή μας σ’ εκείνους που με βαθύ αίσθημα ευθύνης, επωμιζόμενοι ένα κόστος -όπως κι εμείς- για το οποίο δεν ήταν υπεύθυνοι, αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας αυτό το τιτάνιο έργο.

 

Κι αν η απογοήτευση (το λιγότερο) κυριαρχεί σήμερα ως συναίσθημα, είναι γνωστό ότι το δέντρο της αισιοδοξίας πότιζε πάντα η ελπίδα.

Click to comment

Απάντηση

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το νέο καταφύγιο και βράβευση των φιλόζωων της Καβάλας

image_print

*Γράφει ο Απόστολος Ατζεμιδάκης

Το νέο καταφύγιο αδέσποτων ζώων του Δήμου Καβάλας: Μια νίκη της κοινωνίας, του εθελοντισμού και της ανθρωπιάς.

Η δημιουργία του νέου καταφυγίου αδέσποτων ζώων του Δήμου Καβάλας αποτελεί ένα έργο με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία, που έρχεται να καλύψει μια διαχρονική ανάγκη της πόλης και να αναβαθμίσει ουσιαστικά το επίπεδο προστασίας και φροντίδας των αδέσποτων ζώων. Πρόκειται για μια σημαντική επιτυχία που δεν ανήκει μόνο στη δημοτική αρχή, αλλά σε όλους όσοι εργάστηκαν με επιμονή, πίστη και ανιδιοτέλεια για να γίνει πραγματικότητα.

Η ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος είναι αποτέλεσμα της συντονισμένης προσπάθειας του Δήμου Καβάλας, του Αντιδημάρχου Χρήστου Τσιτσιλικάκη, των εθελοντών, αλλά και πολλών επαγγελματιών που προσέφεραν τις γνώσεις, τον χρόνο και την εργασία τους με εθελοντικό πνεύμα. Σε μια εποχή όπου ο εθελοντισμός συχνά δοκιμάζεται, το νέο καταφύγιο αποδεικνύει ότι όταν η τοπική κοινωνία ενώνεται γύρω από έναν κοινό σκοπό, μπορεί να πετύχει σπουδαία αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναγνώριση ανθρώπων που αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους στην προστασία των αδέσποτων ζώων. Η βράβευση του Κώστα Γιτισόγλου, της Σοφίας Παπαντίδου και του Ηλία Στεφανίδη αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης και αναγνώρισης της πολύχρονης προσφοράς τους.

Ξεχωριστή μνεία αξίζει στον Κώστα Γιτισόγλου, έναν άνθρωπο που για δεκαετίες στάθηκε στην πρώτη γραμμή της φροντίδας και διάσωσης αδέσποτων ζώων στην Καβάλα. Σύμφωνα με όσους γνωρίζουν το έργο του, έχει συμβάλει στη διάσωση περισσότερων από 3.000 σκύλων, αριθμός που από μόνος του αποτυπώνει το μέγεθος της προσφοράς του. Πολλοί θεωρούν ότι η αναγνώριση αυτή έπρεπε να είχε έρθει ήδη από το 2005, καθώς το έργο του παρέμενε για χρόνια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά πάντοτε κοντά στις πραγματικές ανάγκες των ζώων.

Ο Κώστας Γιτίσογλου από την πλευρά του έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην συμβολή του Παρασκευά Ατζεμιδάκη, ενός από τους στενότερους και πιο αξιόπιστους συνεργάτες του, στις πιο απαιτητικές και δύσκολες αποστολές διάσωσης. Σε περιστατικά που απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις, εμπειρία και ψυχραιμία, η παρουσία του υπήρξε καθοριστική, αποδεικνύοντας πως πίσω από κάθε επιτυχημένη προσπάθεια υπάρχει πάντα μια ομάδα ανθρώπων που εργάζεται αθόρυβα αλλά αποτελεσματικά.

Παράλληλα αναφορά από τον κ. Γιτίσόγλου έγινε και στους Κώστα Τιτόπουλο και της Δέσποινα Αβραμίδου, οι οποίοι έχουν προσφέρει τα μέγιστα στον χώρο του εθελοντισμού και της προστασίας των αδέσποτων ζώων της Καβάλας. Η συνέπεια, η αφοσίωση και η αγάπη τους για τα ζώα αποτελούν παράδειγμα κοινωνικής ευαισθησίας και ενεργού συμμετοχής στα κοινά.

Η αναγνώριση των ανθρώπων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην προστασία των αδέσποτων αποτελεί το ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης μιας κοινωνίας που γίνεται καλύτερη όταν δεν ξεχνά όσους προσφέρουν χωρίς αντάλλαγμα. Και η περίπτωση του Κώστα Γιτισόγλου, του Παρασκευά Ατζεμιδάκη, του Κώστα Τιτόπουλου, της Δέσποινας Αβραμίδου, της Σοφίας Παπαντίδου και του Ηλία Στεφανίδη καθώς και των υπόλοιπων εθελοντών και υποστηρικτών της προσπάθειας, αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα για τις επόμενες γενιές.

DNews Widget
Continue Reading

ΑΠΟΨΕΙΣ

Κεντροαριστερά ή αλλιώς… ελβετικό τυρί!

image_print

*Γράφει ο Απόστολος Ατζεμιδάκης

Η ίδρυση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, της ΕΛ.Α.Σ. — Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης — δεν είναι απλώς μία ακόμη πολιτική κίνηση στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Είναι ο καθρέφτης μιας βαθύτερης παθογένειας: της αδυναμίας του χώρου να μετατρέψει τη διαφωνία σε σύνθεση και την πολιτική εμπειρία σε ενιαία προοπτική. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, το νέο εγχείρημα Τσίπρα εμφανίζεται με στόχο την ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου, ενώ ήδη προκαλεί αναταράξεις σε ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά.

Από την εποχή του Συνασπισμού μέχρι σήμερα, η ιστορία της Αριστεράς μοιάζει με ατέλειωτο ημερολόγιο διασπάσεων. Ο Συνασπισμός έγινε ΣΥΡΙΖΑ, ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση, αλλά μετά την κυβερνητική εμπειρία άρχισε η σταδιακή αποσύνθεση. Άλλοι έφυγαν προς τη Λαϊκή Ενότητα, άλλοι δημιούργησαν ή στήριξαν το ΜέΡΑ25, άλλοι βρέθηκαν στην Πλεύση Ελευθερίας, αργότερα προέκυψε η Νέα Αριστερά, ενώ ο Στέφανος Κασσελάκης δημιούργησε το δικό του κίνημα τους “Δημοκράτες”. Τώρα, με την ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα, προστίθεται ακόμη ένας πόλος σε έναν χώρο που ήδη ασφυκτιά από προσωπικές στρατηγικές, αρχηγισμούς και μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Το αποτέλεσμα είναι ο χώρος της Κεντροαριστεράς να θυμίζει πλέον ελβετικό τυρί: πολλές τρύπες, πολλά κενά, πολλές χαμένες δυνάμεις και καθόλου, μα καθόλου ενότητα. Κάθε νέο κόμμα υπόσχεται επανεκκίνηση, όμως συχνά καταλήγει να αφαιρεί ποσοστά από το διπλανό του. Η Πλεύση Ελευθερίας εκφράζει ένα αντισυστημικό ακροατήριο, το ΜέΡΑ25 διατηρεί ριζοσπαστικό προφίλ, ο Στέφανος Κασσελάκης διεκδικεί προσωπική πολιτική ταυτότητα, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί επιστροφή με νέο σχήμα και ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει τη δεξαμενή του να μικραίνει. Δημοσκοπικά, αυτή η διάσπαση έχει ήδη αποτυπωθεί σε κατακερματισμό ποσοστών, με τον ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζεται σε χαμηλά, έως και μηδενικά επίπεδα και άλλα κόμματα του ίδιου ευρύτερου χώρου να μοιράζονται κρίσιμες μονάδες.

Παραθέτω σε γράφημα του Jo Di τις μέχρι τώρα τις  Αριστερές διασπάσεις για να έχετε μία εικόνα :

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι πολιτικό. Όσο οι προοδευτικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως αντίπαλο και όχι ως πιθανό σύμμαχο, η Νέα Δημοκρατία θα διατηρεί στρατηγικό πλεονέκτημα.

Βέβαια από την άλλη πλευρά και η Νέα Δημοκρατία αντιμετωπίζει διασπάσεις ωστόσο αυτές δεν επηρεάζουν σημαντικά τα ποσοστά της σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Αρκετές είναι οι συζητήσεις που γίνονται το τελευταίο διάστημα για την δημιουργία κόμματος από την Αντώνη Σαμαρά που ήδη “πονοκεφαλιάζει” το Μαξίμου ή ακόμα και το νέο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού δείχνει να έχει αποσπάσει κάποιο ποσοστό από το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αν οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι θέλουν πραγματικά να ξαναδούν τον χώρο τους σε κυβερνητική τροχιά, ή έστω σε μία ικανή αντιπολίτευση, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλο ένα κομματικό κομμάτι στο ήδη σπασμένο παζλ.

Continue Reading

ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπήκαν τα ξίφη στα θηκάρια, έμειναν όμως οι ουλές;

image_print

*Γράφει ο Απόστολος Ατζεμιδάκης

Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν ούτε «Κούγκι», όπως περίμεναν ορισμένοι, ούτε όμως και το ειδυλλιακό οικογενειακό τραπέζι που θα ήθελε το Μαξίμου να παρουσιάσει. Ήταν κάτι πολύ πιο πολιτικό: μια εσωκομματική εκτόνωση με μπόλικες αιχμές, λίγες αλήθειες που ειπώθηκαν δυνατά και μια ηγεσία που κατάλαβε —έστω και αργά— ότι η κοινοβουλευτική ομάδα δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως χειροκροτητής υπουργικών powerpoints.

Τα ξίφη πράγματι μπήκαν στα θηκάρια. Όχι επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή όλοι αντιλαμβάνονται ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει η μόνη συμπαγής κυβερνητική δύναμη σε ένα πολιτικό τοπίο αποσύνθεσης. Κανείς δεν έχει συμφέρον να τινάξει το καράβι στον αέρα ενώ η αντιπολίτευση ακόμη ψάχνει πυξίδα και αρχηγικό αφήγημα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε μήνυμα. Και το μήνυμα ήταν καθαρό: αρκετοί βουλευτές νιώθουν ότι η κυβέρνηση λειτουργεί σαν κλειστό club τεχνοκρατών και επικοινωνιολόγων που θυμούνται την κοινοβουλευτική ομάδα μόνο όταν έρχεται η ώρα της ψήφου. Οι αιχμές περί υπουργών που «δεν ιδρώνουν τη φανέλα» δεν έπεσαν τυχαία. Ούτε ήταν τυχαίο ότι ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγκάστηκε να υιοθετήσει τη φράση και να παραδεχθεί δημοσίως πως κάποιοι υπουργοί αντιμετωπίζουν τους βουλευτές περίπου σαν ενοχλητικούς επαρχιώτες συγγενείς σε κυριακάτικο τραπέζι.

Είναι ίσως η πρώτη φορά μετά από καιρό που ακούστηκε τόσο καθαρά μέσα στη ΝΔ μια υπόγεια αλλά υπαρκτή δυσφορία απέναντι στο «επιτελικό κράτος». Το μοντέλο που κάποτε παρουσιάστηκε ως η μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, σήμερα για αρκετούς βουλευτές μοιάζει περισσότερο με πυραμίδα εξουσίας που ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά δεν κατεβαίνει ποτέ προς τη βάση. Δεν είναι τυχαίο ότι βουλευτές έθεσαν θέμα ενημέρωσης, συμμετοχής και πολιτικής συνεννόησης, με ορισμένους να αφήνουν σαφή υπονοούμενα πως κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της κοινοβουλευτικής ομάδας.

Και κάπου εκεί ήρθε η πραγματικότητα να προσγειώσει τους πάντες. Διότι, όσο κι αν υπάρχει μουρμούρα, κανείς δεν αμφισβήτησε ευθέως τον πρωθυπουργό. Κανείς δεν έθεσε ζήτημα ηγεσίας. Κανείς δεν μίλησε για «μετά Μητσοτάκη» εποχή. Αντιθέτως, το κυρίαρχο μήνυμα ήταν πως η παράταξη πρέπει να ξαναβρεί πολιτικό νεύρο, επαφή με την κοινωνία και λιγότερη αλαζονεία εξουσίας.

Το συμπέρασμα; Η Νέα Δημοκρατία δεν διαλύεται. Δεν βρίσκεται σε φάση εσωκομματικής αποσταθεροποίησης παρά τις αρκετές υποθέσεις που έχει να αντιμετωπίσει σε μία προεκλογική περίοδο που έρχεται. Βρίσκεται όμως σε μια περίοδο όπου η κόπωση της εξουσίας αρχίζει να φαίνεται στα πρόσωπα, στις σχέσεις και στον τρόπο λειτουργίας της. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να κρυφτεί πίσω από χαμόγελα και διαρροές περί «ενότητας», είναι απολύτως πραγματικό.

Τα ξίφη μπήκαν στα θηκάρια. Αλλά κανείς δεν πρέπει να κάνει το λάθος να πιστέψει ότι στο εσωτερικό της γαλάζιας παράταξης επικρατεί γαλήνη μοναστηριού…

Continue Reading
Green logo ENA Club with text ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

Κατοικία

a house with a green roof and road signs left and right
text about elections

newsletter



Καιρος

Πρωτοσέλιδα

Χρήσιμα

Δρομολόγια Πλοίων από και προς Καβάλα

Γιατροί ΕΟΠΥΥ ΚΑΒΑΛΑΣ

espa logo

espa_logo_en