Ορισμένες απλές αλήθειες για το πρόβλημα του Δημοσίου Χρέους

Η δημόσια συζήτηση τα τελευταία χρόνια επικεντρώνεται στο πρόβλημα του Δημοσίου Χρέους (ΔΧ) και στις επιπτώσεις του.

Ξεκινώντας από ορισμένα δεδομένα πρέπει να πούμε τα παρακάτω δύο πράγματα: Πρώτον, το ΔΧ της Ελλάδας είναι μεν μεγάλο (περίπου 330 δις ευρώ), αλλά σε απόλυτα μεγέθη αισθητά μικρότερο από αυτό άλλων χωρών (πχ: το ΔΧ των ΗΠΑ είναι 11 τρις δολάρια, της Ιαπωνίας πάνω από 10 τρις δολάρια, της Γερμανίας επισήμως 2 τρις και σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις (κρυφό ΔΧ) πλησιάζει τα 5 τρις, της Ιταλίας είναι πάνω από 2 τρις ευρώ κτλ). Αυτό που ουσιαστικά αποτελεί μείζον πρόβλημα είναι ότι το ΔΧ της οικονομίας της χώρας μας είναι μεγάλο αν το συγκρίνουμε με το μπόϊ της, με το μέγεθός της, με το ΑΕΠ της, καθώς τότε προκύπτουν συμπεράσματα για τις δυνατότητες εξυπηρέτησης αυτού και τις επακόλουθες δυσκολίες που υπάρχουν. Δεύτερον, το πρόβλημα του ΔΧ είναι κυρίως πρόβλημα αδυναμίας άντλησης εσόδων και όχι τόσο πρόβλημα μεγάλου όγκου δαπανών. Με απλά λόγια, υπάρχει συνεχές έλλειμμα στα κρατικά ταμία με επακόλουθη συνέπεια τη συνεχή διόγκωση του ΔΧ γιατί δεν αντλούμε αρκούντως επαρκή έσοδα (τα έσοδα της Ελλάδας ως % του ΑΕΠ  υστερούν απέναντι στον ευρωπαϊκό Μέσο Όρο) και όχι γιατί οι δαπάνες είναι ανεξέλεγκτες (οι δαπάνες της Ελλάδας ως % του ΑΕΠ υστερούν απέναντι στον ευρωπαϊκό Μέσο Όρο).

Κατά συνέπεια, οι πολιτικές που θα στοχεύουν στη βιωσιμότητα του ΔΧ οφείλουν, κατά μείζονα λόγο, να είναι πολιτικές ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων. Και πρέπει να πούμε ότι στο σημείο αυτό εδράζεται και η διαφορετική φιλοσοφία των προτάσεων που διατυπώνονται από τα κόμματα που συγκυβέρνησαν τη χώρα αφενός και του ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη, καθώς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εξάντλησαν τις προσπάθειές τους για ενίσχυση των εσόδων με οριζόντια μέτρα που εξαθλίωσαν τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, ενώ οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στοχεύουν στην άντληση εσόδων από την πάταξη της παραοικονομίας/φοροδιαφυγής, τη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, τη φορολόγηση των εισοδημάτων που παρατύπως έχουν τοποθετηθεί στο εξωτερικό (πχ λίστα Λανγκάρντ), τη φορολόγηση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών (φόρος Tobin), τη φορολόγηση φυσικών ή/και νομικών προσώπων που κατέχουν ισχυρά περιουσιακά στοιχεία κτλ.

Παράλληλα, ωστόσο, με μια τέτοια πολιτική αύξησης των δημοσίων εσόδων οφείλουμε να δούμε και το σκέλος των δαπανών, καθώς εκεί υπάρχουν περιθώρια εξοικονόμησης πόρων ή/και αναδιάταξης του συνόλου των δαπανών. Τούτο, προκειμένου να μην θεωρηθεί ότι στην πλευρά των δαπανών είναι όλα καλώς καμωμένα και πως δεν υπάρχουν περιθώρια εξοικονόμησης πόρων, ότι δεν κατασπαταλήθηκαν πόροι κτλ.

Είναι βιώσιμο το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα; Όχι δεν είναι διότι με τα σημερινά δεδομένα, από τώρα και για τα επόμενα 30 χρόνια, το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησής του (ετήσια τοκοχρεολύσια) είναι περίπου 9 δις ευρώ. Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι τα επόμενα 10 χρόνια, έως το 2025 δηλαδή, αυτά τα 9 δις ευρώ δεν μπορούν να βρεθούν ετησίως ούτε από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού, ούτε από τις ιδιωτικοποιήσεις. Επιπλέον δεν θα προέλθουν αυτά τα έσοδα ούτε από την ανάκαμψη της οικονομίας καθώς προϋποθέτουν ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας έως το 2025 της τάξης του 4-5%, ρυθμός ο οποίος υπό τις επικρατούσες συνθήκες είναι μη ρεαλιστικός.

Κατά συνέπεια οι σκέψεις για κούρεμα του ΔΧ προκύπτουν και δικαιολογούνται  τόσο από την ένταση και έκταση των τρεχουσών δημοσιονομικών προβλημάτων της οικονομίας όσο από τις περιορισμένες αναπτυξιακές δυνατότητές της. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για κούρεμα μεγάλου τμήματος του ΔΧ έχει, κατά συνέπεια, στέρεη λογική και γίνεται ανεκτή έως αποδεκτή από ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα επιστημόνων και θεσμικών φορέων στην Ευρώπη και στον κόσμο.