Quantcast
Connect with us

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Βενεζουέλα: Οι ΗΠΑ αποκτούν έλεγχο σε 65 δισ. βαρέλια

image_print

Η ενεργειακή στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών αποκτά νέο κέντρο βάρους στη Λατινική Αμερική, καθώς η συμφωνία για την αξιοποίηση μεγάλων πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας δημιουργεί προϋποθέσεις για πολύ ισχυρότερη αμερικανική παρουσία στην παγκόσμια αγορά αργού.

Στο επίκεντρο βρίσκονται 17 πετρελαϊκά πεδία με περισσότερα από 65 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, τα οποία αντιστοιχούν περίπου στο ένα πέμπτο του συνολικού πετρελαϊκού πλούτου της χώρας.

Το πραγματικό βάρος της συμφωνίας, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στον εντυπωσιακό αριθμό των αποθεμάτων. Βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα των ΗΠΑ να αποκτήσουν μακροχρόνια επιρροή στην παραγωγή, να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε αργό με ευνοϊκούς όρους και να περιορίσουν την εξάρτησή τους από πιο ασταθείς ενεργειακές ζώνες.

Έλεγχος 55% και παραχωρήσεις έως έναν αιώνα

Η νέα εταιρική δομή προβλέπει ότι η αμερικανική πλευρά θα μπορεί να ελέγχει περίπου το 55% της πραγματικής παραγωγής των συγκεκριμένων κοιτασμάτων.

Αυτό θα επιτυγχάνεται μέσω συνδυασμού συμμετοχής στη νέα κοινοπραξία και δικαιώματος αγοράς ποσοτήτων πετρελαίου σε τιμή κόστους.

Παράλληλα, οι παραχωρήσεις μπορεί να έχουν διάρκεια έως και 100 χρόνια, γεγονός που μετατρέπει τη συμφωνία από μια συνηθισμένη επενδυτική συνεργασία σε στρατηγική συμφωνία εξαιρετικά μακράς διάρκειας.

Το Καράκας υπολογίζει ότι για την πλήρη ανάπτυξη των κοιτασμάτων θα απαιτηθούν επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων, ενώ σε βάθος χρόνου τα φορολογικά έσοδα για τη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 209 δισ. δολάρια.

Τα μεγαλύτερα αποθέματα του κόσμου

Η Βενεζουέλα εξακολουθεί να διαθέτει τη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη πετρελαϊκή βάση παγκοσμίως.

Τα αποδεδειγμένα αποθέματά της υπολογίζονται περίπου στα 303 δισ. βαρέλια, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 17% των συνολικών αποδεδειγμένων αποθεμάτων του πλανήτη.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και τα 65 δισ. βαρέλια που περιλαμβάνονται στη συμφωνία αποτελούν τεράστια ενεργειακή δεξαμενή.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι μετατρέπονται αυτομάτως σε επίσημα αμερικανικά αποθέματα.

Δεν γίνονται «αμερικανικά» τα κοιτάσματα

Το πετρέλαιο παραμένει γεωλογικά και κυριαρχικά στη Βενεζουέλα.

Η συμφωνία δεν μεταφέρει τα 65 δισ. βαρέλια στον επίσημο ενεργειακό ισολογισμό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό που αποκτά η Ουάσιγκτον είναι κάτι διαφορετικό: προνομιακή οικονομική και επιχειρησιακή πρόσβαση στην παραγωγή τους.

Η διάκριση είναι κρίσιμη, ιδίως επειδή το νομικό καθεστώς των μακροχρόνιων παραχωρήσεων και της αμερικανικής συμμετοχής ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικών και νομικών συγκρούσεων τα επόμενα χρόνια.

Το ισχυρότερο πλεονέκτημα είναι η αγορά σε τιμή κόστους

Για την Ουάσιγκτον, ίσως σημαντικότερο από το μέγεθος των αποθεμάτων είναι το δικαίωμα αγοράς μέρους της παραγωγής σε τιμή κόστους.

Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να προσφέρει στις ΗΠΑ πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες αργού με μικρότερη έκθεση στις έντονες διακυμάνσεις των διεθνών αγορών.

Αυτό το πετρέλαιο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τρεις βασικούς σκοπούς: την τροφοδοσία αμερικανικών διυλιστηρίων, την κάλυψη στρατιωτικών ενεργειακών αναγκών και την ενίσχυση του Strategic Petroleum Reserve.

Το αμερικανικό στρατηγικό απόθεμα βρισκόταν στα τέλη Αυγούστου κοντά στα 294 εκατ. βαρέλια, όταν η συνολική εγκεκριμένη χωρητικότητα φτάνει τα 714 εκατ. βαρέλια.

Η διαφορά μεγέθους είναι εντυπωσιακή, αλλά χρειάζεται προσοχή: τα κοιτάσματα της Βενεζουέλας δεν αποτελούν έτοιμο αποθηκευμένο πετρέλαιο. Για να φτάσουν στην αγορά απαιτείται παραγωγή που μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες.

Γιατί τα αμερικανικά διυλιστήρια θέλουν το βαρύ αργό

Η γεωγραφία δεν είναι το μόνο πλεονέκτημα της Βενεζουέλας.

Μεγάλο μέρος της παραγωγής της αποτελείται από βαρύ και όξινο αργό, μια ποιότητα που ταιριάζει ιδιαίτερα στα σύνθετα διυλιστήρια της αμερικανικής ακτής του Κόλπου.

Πολλά από αυτά έχουν σχεδιαστεί εδώ και δεκαετίες ώστε να επεξεργάζονται ακριβώς τέτοιου τύπου πετρέλαιο.

Οι εμπορικές ροές έχουν ήδη αρχίσει να αυξάνονται. Οι εισαγωγές αργού από τη Βενεζουέλα προς την αμερικανική Gulf Coast ενισχύθηκαν σημαντικά μέσα στους πρώτους μήνες του 2026.

Η νέα συμφωνία, επομένως, δεν δημιουργεί έναν ενεργειακό διάδρομο από το μηδέν. Επιταχύνει την επανασύνδεση δύο αγορών που είχαν στενή σχέση στο παρελθόν.

Η Chevron επιστρέφει δυναμικά

Κομβικό ρόλο στη νέα περίοδο αναμένεται να διαδραματίσει η Chevron.

Η αμερικανική εταιρεία βρίσκεται κοντά σε ξεχωριστή συμφωνία που θα της επιτρέπει μεγαλύτερο επιχειρησιακό έλεγχο και διεύρυνση της παρουσίας της.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Petropiar, ένα από τα μεγαλύτερα projects βαρέος αργού της χώρας, καθώς και η πιθανότητα επέκτασης στη ζώνη του Ορινόκο.

Ταυτόχρονα, εταιρείες υπηρεσιών όπως η Halliburton εξετάζουν επιστροφή στη Βενεζουέλα.

Πιο περίπλοκη είναι η κατάσταση για την ExxonMobil και την ConocoPhillips, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν ανοικτές διαφορές από τις εθνικοποιήσεις περιουσιακών τους στοιχείων το 2007.

Το μεγάλο εμπόδιο: Τα κοιτάσματα δεν παράγουν μόνα τους

Η ύπαρξη τεράστιων αποθεμάτων δεν σημαίνει ότι η παραγωγή μπορεί να αυξηθεί απότομα.

Η Βενεζουέλα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας με τεράστιο υπέδαφος αλλά περιορισμένη παραγωγική ικανότητα.

Η σημερινή παραγωγή κινείται περίπου στα 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα του παρελθόντος.

Η ανάπτυξη των κοιτασμάτων απαιτεί μεγάλα κεφάλαια, τεχνολογία, εξειδικευμένο προσωπικό, αναβάθμιση αγωγών και εγκαταστάσεων, πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια και ειδικές μονάδες επεξεργασίας του ιδιαίτερα βαρέος αργού της ζώνης του Ορινόκο.

Η πολυετής έλλειψη επενδύσεων στην κρατική PDVSA έχει περιορίσει σημαντικά αυτή τη δυνατότητα.

Γι’ αυτό η συμφωνία μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις προσδοκίες των αγορών, αλλά η πραγματική αύξηση της προσφοράς θα απαιτήσει χρόνο.

Μπορεί να μειώσει τις τιμές των καυσίμων;

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές διαστάσεις της συμφωνίας αφορά τις τιμές της ενέργειας στις ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει την προσφορά αργού και να περιορίσει τις πιέσεις στα καύσιμα, οι οποίες έχουν ενισχυθεί από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, άμεση σχέση ανάμεσα στην υπογραφή της συμφωνίας και σε μια γρήγορη πτώση των τιμών στην αντλία.

Βραχυπρόθεσμα, μεγαλύτερη σημασία έχει το πόσο από το ήδη παραγόμενο βενεζουελάνικο αργό μπορεί να κατευθυνθεί προς τις ΗΠΑ.

Σε βάθος ετών, όμως, μια σημαντική αύξηση της παραγωγής θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν νέο μεγάλο πόλο προσφοράς στο δυτικό ημισφαίριο και να ασκήσει μόνιμη πίεση στις διεθνείς τιμές.

Η εναλλακτική στα Στενά του Ορμούζ

Η στρατηγική σημασία της Βενεζουέλας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα της Μέσης Ανατολής.

Η αστάθεια γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχει υπενθυμίσει πόσο ευάλωτη παραμένει η παγκόσμια αγορά σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη.

Το βενεζουελάνικο πετρέλαιο έχει ένα μεγάλο γεωγραφικό πλεονέκτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες: μπορεί να φτάσει στα διυλιστήρια του Κόλπου του Μεξικού χωρίς να περάσει από κάποιο αντίστοιχο διεθνές choke point.

Αυτό περιορίζει τόσο την απόσταση όσο και τον γεωπολιτικό κίνδυνο.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Βενεζουέλα μπορεί να αποκτήσει για τις ΗΠΑ τον ρόλο ενός στρατηγικού ενεργειακού αποθέματος μέσα στο ίδιο το δυτικό ημισφαίριο.

Η Κίνα κινδυνεύει να χάσει έδαφος

Η επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα έχει και σαφή γεωπολιτική διάσταση.

Μετά τις προηγούμενες αμερικανικές κυρώσεις, η Κίνα εξελίχθηκε σε βασικό αγοραστή βενεζουελάνικου πετρελαίου και σε έναν από τους σημαντικότερους χρηματοδότες του Καράκας.

Το Πεκίνο είχε διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε δάνεια, αρκετά από τα οποία συνδέθηκαν με αποπληρωμές μέσω παραδόσεων πετρελαίου.

Μια ισχυρότερη αμερικανική παρουσία σημαίνει επομένως όχι μόνο ότι η Ουάσιγκτον αποκτά πρόσβαση σε περισσότερους ενεργειακούς πόρους, αλλά και ότι περιορίζει τον χώρο της Κίνας σε μια από τις σημαντικότερες πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του κόσμου.

Ανάλογη πίεση μπορεί να δεχθεί και η Ρωσία, η οποία έχει καλλιεργήσει στενούς ενεργειακούς και πολιτικούς δεσμούς με το Καράκας.

Νέα ισορροπία και για τον OPEC

Η εξέλιξη μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία και για τον OPEC.

Η Βενεζουέλα είναι ιδρυτικό μέλος του οργανισμού, όμως η ενδεχόμενη στενότερη σύνδεσή της με τις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί νέα δεδομένα.

Εάν στο μέλλον η παραγωγή της αυξηθεί σε επίπεδα αρκετών εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως και ταυτόχρονα περιοριστούν οι δεσμεύσεις της έναντι του OPEC, τότε η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να έχει σημαντική επιρροή σε έναν μεγάλο παραγωγό εκτός της παραδοσιακής πειθαρχίας του καρτέλ.

Η σημερινή παραγωγή της Βενεζουέλας δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τις ισορροπίες.

Σε ορίζοντα όμως πέντε ή δέκα ετών, τα δεδομένα μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά.

Το μεγάλο ρίσκο είναι πολιτικό

Παρά τα μεγάλα μεγέθη, το μεγαλύτερο ερωτηματικό δεν βρίσκεται στο υπέδαφος αλλά στη διάρκεια της συμφωνίας.

Παραχωρήσεις έως 100 χρόνια προϋποθέτουν πολιτική και νομική σταθερότητα για πολλές διαδοχικές κυβερνήσεις τόσο στο Καράκας όσο και στην Ουάσιγκτον.

Μια μελλοντική κυβέρνηση της Βενεζουέλας θα μπορούσε να αμφισβητήσει όρους της συμφωνίας. Αντίστοιχα, μια νέα αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να αλλάξει τη σημερινή πολιτική.

Για τις πετρελαϊκές εταιρείες αυτή η αβεβαιότητα είναι κρίσιμη.

Κανένας ενεργειακός όμιλος δεν επενδύει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια μόνο επειδή υπάρχουν μεγάλα κοιτάσματα. Χρειάζεται βεβαιότητα ότι οι συμβάσεις, οι φορολογικοί όροι και η πρόσβαση στην παραγωγή θα παραμείνουν σε ισχύ.

Το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι τα 65 δισ. βαρέλια

Η πραγματική επιτυχία της συμφωνίας δεν θα κριθεί τελικά από το πόσα βαρέλια υπάρχουν κάτω από το έδαφος.

Θα κριθεί από το πόσα επιπλέον βαρέλια μπορεί να παράγει η Βενεζουέλα κάθε ημέρα.

Εάν η νέα συμφωνία περιοριστεί σε μια αλλαγή της εταιρικής δομής χωρίς μεγάλες επενδύσεις, η επίδρασή της στις διεθνείς αγορές θα είναι περιορισμένη.

Αντίθετα, εάν αμερικανικά κεφάλαια, τεχνολογία και εταιρείες καταφέρουν να επαναφέρουν τη χώρα σε παραγωγή αρκετών εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, το ενεργειακό τοπίο μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά.

Τότε η Βενεζουέλα δεν θα είναι απλώς ακόμη ένας προμηθευτής των ΗΠΑ.

Θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία μέσω των οποίων η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να περιορίσει την εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή, να πιέσει την επιρροή του OPEC και να ανακόψει τη διείσδυση της Κίνας σε κρίσιμες ενεργειακές πηγές.

Click to comment

Απάντηση

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Ιράν: Ο πόλεμος μπαίνει στον έβδομο μήνα

image_print

Έξι μήνες πολέμου δεν ήταν αρκετοί για να φέρουν ούτε στρατιωτική επικράτηση ούτε διπλωματική λύση στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν.

Καθώς οι εχθροπραξίες εισέρχονται στον έβδομο μήνα, Ουάσινγκτον και Τεχεράνη εξακολουθούν να βρίσκονται σε βαθύ αδιέξοδο. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, η ρητορική παραμένει σκληρή και η προοπτική μιας άμεσης συμφωνίας απομακρύνεται.

Η αμερικανική στρατηγική έχει πλέον μετατοπιστεί. Η προσδοκία ότι η στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να αναγκάσει γρήγορα το Ιράν να υποχωρήσει δεν επιβεβαιώθηκε και η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να συνδυάσει τη στρατιωτική δράση με έναν αυστηρότερο οικονομικό αποκλεισμό.

Στόχος είναι να αυξηθεί το κόστος για την Τεχεράνη μέχρι το σημείο όπου η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις θα θεωρηθεί προτιμότερη από τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Η Ουάσινγκτον αλλάζει τακτική

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τις κυρώσεις κατά του Ιράν και ταυτόχρονα προειδοποιούν ότι μπορεί να στοχοποιηθούν χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν οικονομικές συναλλαγές με την Τεχεράνη.

Η λογική είναι να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο τα έσοδα και οι εξωτερικές οικονομικές επιλογές του Ιράν.

Παράλληλα, οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στην προσπάθεια περιορισμού της δυνατότητας της Τεχεράνης να παρεμβαίνει στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος παραμένει κεντρικός παράγοντας της σύγκρουσης, λόγω του τεράστιου ρόλου της στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.

Το Ορμούζ παραμένει το ισχυρό χαρτί της Τεχεράνης

Παρότι η κυκλοφορία στα Στενά έχει διαταραχθεί σοβαρά από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν τον Φεβρουάριο, οι ροές πετρελαίου δεν έχουν διακοπεί ολοκληρωτικά.

Αυτό μέχρι στιγμής έχει αποτρέψει το χειρότερο σενάριο για την παγκόσμια οικονομία: μια πλήρη ενεργειακή κρίση με ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών.

Για την Τεχεράνη, όμως, η δυνατότητα να απειλεί ή να δυσκολεύει τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή παραμένει ένα από τα σημαντικότερα μέσα πίεσης που διαθέτει.

Όσο αυτή η δυνατότητα παραμένει ενεργή, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα απέναντι στην Ουάσινγκτον.

Η συμφωνία του Ιουνίου έμεινε στα χαρτιά

Ένα πρώτο πλαίσιο εξόδου από την κρίση είχε δημιουργηθεί μέσω του Μνημονίου Κατανόησης του Ιουνίου.

Το σχέδιο προέβλεπε διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμη κατάπαυση του πυρός και σε συνολική πολιτική διευθέτηση μέσα σε 60 ημέρες.

Η προθεσμία, όμως, εξέπνευσε χωρίς να υπάρξει συμφωνία.

Έτσι, το πλαίσιο που κάποτε εμφανιζόταν ως πιθανή γέφυρα ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν κατάφερε να μετατραπεί σε οριστική λύση.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν πετύχει γρήγορη νίκη

Ο Τζέισον Κάμπελ, ανώτερος συνεργάτης στο Middle East Institute, θεωρεί ότι εξακολουθεί να υπάρχει ασάφεια γύρω από τον τελικό στόχο της αμερικανικής στρατηγικής.

Η αρχική υπόθεση ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος θα μπορούσε να οδηγήσει γρήγορα σε αποφασιστικό αποτέλεσμα έχει πλέον διαψευστεί, σύμφωνα με την ανάλυσή του.

Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται γι’ αυτό να μετακινείται προς μια στρατηγική μακροχρόνιας φθοράς, στην οποία οι κυρώσεις λειτουργούν παράλληλα με επιλεκτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Το ζητούμενο είναι να οδηγηθεί η Τεχεράνη σε διαπραγματεύσεις από ασθενέστερη οικονομική και στρατηγική θέση.

Το πρόβλημα των παραχωρήσεων

Ακόμη και αν το Ιράν επιστρέψει στις συνομιλίες, δεν είναι δεδομένο ότι μια συμφωνία θα είναι εύκολη.

Ο Κάμπελ εκτιμά ότι η Τεχεράνη πιθανότατα θα απαιτήσει σημαντικές αμερικανικές παραχωρήσεις προκειμένου να δεχθεί μια συνολική διευθέτηση.

Και εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά εμπόδια.

Όσα μπορεί να θεωρούνται απαραίτητα από την ιρανική πλευρά για να παρουσιαστεί μια συμφωνία ως αποδεκτή στο εσωτερικό της χώρας ενδέχεται να είναι πολιτικά δύσκολο να γίνουν δεκτά από την κυβέρνηση Τραμπ.

Η Τεχεράνη δείχνει διατεθειμένη να περιμένει

Η Ανίσε Μπασίρι Ταμπρίζι του Chatham House εκτιμά ότι οι τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν προκαλέσει ουσιαστική αλλαγή στην ιρανική στρατηγική.

Η Τεχεράνη φαίνεται να προετοιμάζεται για μεγαλύτερη οικονομική πίεση και για συνέχιση του κύκλου επιθέσεων και αντιποίνων.

Ταυτόχρονα, επιχειρεί να διατηρεί τις αντιδράσεις της σε επίπεδα που, κατά την εκτίμησή της, δεν θα οδηγήσουν σε πλήρως ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένο να αποδεχθεί συμφωνία μόνο και μόνο επειδή αυξάνεται το οικονομικό κόστος του πολέμου.

Δεν θέλει να εμφανιστεί ότι υποχωρεί

Η ιρανική οικονομία βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση και η συνέχιση των κυρώσεων αναμένεται να επιδεινώσει την κατάσταση.

Ωστόσο, η οικονομική δυσκολία δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική υποχώρηση.

Σύμφωνα με την Μπασίρι Ταμπρίζι, το Ιράν εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για μια έξοδο από τη σύγκρουση, αλλά αναμένει πρώτα κάποια ουσιαστική κίνηση από την αμερικανική πλευρά.

Αυτή θα μπορούσε να είναι είτε επιστροφή στις προβλέψεις του Μνημονίου του Ιουνίου είτε κάποια νέα παραχώρηση που θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι χωρίς να εμφανιστεί ότι εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση.

Το παλιό σχέδιο ίσως παραμένει η πιο ρεαλιστική λύση

Ο πρώην Βρετανός πρέσβης στο Ιράν και συνεργάτης του Royal United Services Institute Νίκολας Χόπτον θεωρεί ότι η έξοδος από το σημερινό αδιέξοδο μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί τον Ιούνιο.

Κατά την εκτίμησή του, περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση είναι απίθανο να οδηγήσει την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση.

Παράλληλα, εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο οι μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις μπορούν να απομονώσουν πλήρως το Ιράν όσο σημαντικοί εταίροι, όπως η Κίνα και η Ρωσία, εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικούς δεσμούς μαζί του.

Η άρση κυρώσεων ως αντάλλαγμα

Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να περιλαμβάνει άρση ή σταδιακή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων με αντάλλαγμα δεσμεύσεις από την Τεχεράνη.

Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να παρουσιάσει μια τέτοια εξέλιξη ως επιτυχία εφόσον εξασφάλιζε εγγυήσεις ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Για την Τεχεράνη, αντίστοιχα, η επανασύνδεση με τις διεθνείς αγορές θα αποτελούσε σημαντικό οικονομικό κίνητρο.

Το δύσκολο ζήτημα των Φρουρών της Επανάστασης

Ο Χόπτον συνδέει την οικονομική επανένταξη του Ιράν και με μια πιθανή μακροπρόθεσμη αλλαγή στις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας.

Η σταδιακή ανάπτυξη περισσότερων οικονομικών σχέσεων με τον υπόλοιπο κόσμο θα μπορούσε, κατά την ανάλυσή του, να περιορίσει σε βάθος χρόνου την επιρροή των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην ιρανική οικονομία.

Ωστόσο, πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία.

Οι Φρουροί έχουν ισχυρή παρουσία σε κρίσιμους οικονομικούς τομείς και οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή θα απαιτούσε μακροχρόνια στρατηγική και όχι μια απλή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Ούτε νίκη ούτε ειρήνη στον ορίζοντα

Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, οι αναλυτές συγκλίνουν σε ένα σημείο: μια γρήγορη λύση δεν φαίνεται πιθανή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν την πίεση χωρίς ακόμη να έχουν εξασφαλίσει την υποχώρηση του Ιράν.

Η Τεχεράνη, από την άλλη, φαίνεται έτοιμη να υποστεί μεγαλύτερο οικονομικό κόστος αντί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνθηκολόγηση.

Έτσι, το πιθανότερο σενάριο για το επόμενο διάστημα είναι ένας παρατεταμένος συνδυασμός κυρώσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων, αντιποίνων και αποσπασματικών διπλωματικών επαφών.

Το διακύβευμα ξεπερνά ΗΠΑ και Ιράν

Η διάρκεια της κρίσης καθιστά τις συνέπειές της ολοένα περισσότερο παγκόσμιες.

Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κρίσιμη αρτηρία για τη μεταφορά ενέργειας και οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις αγορές πετρελαίου, τη ναυτιλία και το διεθνές εμπόριο.

Αυτό σημαίνει ότι το αδιέξοδο μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης δεν αφορά πλέον μόνο τις δύο πλευρές του πολέμου.

Όσο δεν διαμορφώνεται ένα πολιτικά αποδεκτό πλαίσιο αμοιβαίων παραχωρήσεων, ο έβδομος μήνας της σύγκρουσης κινδυνεύει να αποτελέσει απλώς την αρχή μιας ακόμη πιο παρατεταμένης περιόδου αστάθειας.

Continue Reading

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Κίνα: Άντεξε το ενεργειακό σοκ του Ιράν

image_print

Για χρόνια, η μεγάλη εξάρτηση της Κίνας από το εισαγόμενο πετρέλαιο θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά της μειονεκτήματα. Μια σοβαρή κρίση στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να προκαλέσει ένα ενεργειακό σοκ ικανό να πλήξει την κινεζική οικονομία.

Ο πόλεμος στο Ιράν έφερε ακριβώς αυτό το σενάριο στο προσκήνιο. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν διαφορετικό από εκείνο που πολλοί περίμεναν.

Παρά την εκτίναξη των διεθνών τιμών και τη μεγάλη πτώση των εισροών πετρελαίου, η κινεζική οικονομία απέφυγε μια σοβαρή ενεργειακή αναταραχή. Το Πεκίνο αξιοποίησε τα αποθέματά του, περιόρισε τις εξαγωγές καυσίμων και στηρίχθηκε σε ένα ενεργειακό σύστημα που έχει γίνει πολύ λιγότερο εξαρτημένο από το πετρέλαιο.

Η κρίση λειτούργησε έτσι ως το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα τεστ μιας στρατηγικής που η Κίνα οικοδομεί εδώ και δεκαετίες.

Η μεγάλη αδυναμία του Πεκίνου

Η Κίνα ήταν αυτάρκης σε πετρέλαιο μέχρι το 1993. Η ταχύτατη βιομηχανική ανάπτυξη που ακολούθησε, όμως, αύξησε τόσο πολύ τη ζήτηση ώστε η χώρα μετατράπηκε σε καθαρό εισαγωγέα.

Σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο και καλύπτει μέσω εισαγωγών περισσότερο από το 70% της κατανάλωσής της.

Περίπου το μισό εισαγόμενο πετρέλαιο προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.

Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διακοπή των θαλάσσιων ενεργειακών ροών θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει εξαιρετικά ισχυρό μέσο πίεσης απέναντι στο Πεκίνο.

Ο παλιός φόβος για τα Στενά της Μάλακα

Η κινεζική ηγεσία είχε εντοπίσει τον κίνδυνο πολύ πριν από τη σημερινή κρίση.

Ήδη από το 2003, ο τότε πρόεδρος Χου Τζιντάο είχε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο εχθρικές δυνάμεις να αποκτήσουν τη δυνατότητα να ελέγξουν τα Στενά της Μάλακα.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για την κινεζική οικονομία, καθώς από εκεί περνά μεγάλο μέρος των ενεργειακών φορτίων που κατευθύνονται προς την Ανατολική Ασία.

Από εκείνη την περίοδο, η ενεργειακή ασφάλεια έπαψε να αντιμετωπίζεται από το Πεκίνο αποκλειστικά ως οικονομικό ζήτημα και εντάχθηκε στον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.

Αποθέματα για την ώρα της κρίσης

Μία από τις βασικές απαντήσεις της Κίνας ήταν η δημιουργία τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζονται, τα κινεζικά αποθέματα έχουν πλέον φτάσει σε επίπεδα περίπου αντίστοιχα με εκείνα των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας μαζί.

Παράλληλα, το Πεκίνο προσπάθησε να διευρύνει τις πηγές προμήθειάς του, ώστε να μειώσει την υπερβολική έκθεση σε μία μόνο γεωγραφική περιοχή.

Αυτή η πολιτική απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όταν η κρίση στο Ιράν περιόρισε τις ροές μέσω του Ορμούζ.

Το Ορμούζ έγινε το πραγματικό crash test

Με την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, η Κίνα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες διαταραχές της σύγχρονης αγοράς πετρελαίου.

Οι τιμές αυξήθηκαν απότομα και οι κινεζικές εισαγωγές υποχώρησαν σημαντικά.

Το Πεκίνο, ωστόσο, δεν αντέδρασε όπως στην ενεργειακή κρίση του 2021.

Τότε, η έλλειψη άνθρακα είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να κινητοποιήσει επειγόντως τους εισαγωγείς για να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες.

Στην κρίση του Ορμούζ δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη αντίδραση πανικού.

Η Κίνα άρχισε να καταναλώνει τα αποθέματά της

Αντί να ανταγωνιστεί επιθετικά άλλους αγοραστές για ακριβότερο πετρέλαιο, η χώρα περιόρισε τις αγορές της και χρησιμοποίησε ποσότητες από τα αποθέματα που είχε συγκεντρώσει.

Παράλληλα, μείωσε τις εξαγωγές καυσίμων κίνησης, διατηρώντας περισσότερα προϊόντα πετρελαίου διαθέσιμα για την εγχώρια αγορά.

Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να περιορίσει την επίδραση της διεθνούς κρίσης στο εσωτερικό της.

Η ηλεκτροκίνηση έγινε ασπίδα

Ένας δεύτερος παράγοντας που αποδείχθηκε κρίσιμος ήταν η τεράστια ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί με μεγάλη διαφορά στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων παγκοσμίως και επιχειρεί πλέον να επεκτείνει την ηλεκτροποίηση και στις εμπορευματικές μεταφορές.

Αυτό σημαίνει ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των μετακινήσεων μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς άμεση κατανάλωση βενζίνης ή πετρελαίου.

Οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων φαίνεται επίσης ότι ενίσχυσαν τη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, ταξί και υπηρεσιών μετακίνησης μέσω εφαρμογών, όπου η ηλεκτροκίνηση έχει ήδη σημαντική παρουσία.

Το ηλεκτρικό σύστημα δεν εξαρτάται από το πετρέλαιο

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η ηλεκτροπαραγωγή της Κίνας στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε άλλες ενεργειακές πηγές.

Ο άνθρακας εξακολουθεί να έχει κεντρικό ρόλο, ενώ το Πεκίνο έχει αναπτύξει παράλληλα πυρηνικά και υδροηλεκτρικά έργα και επενδύει μαζικά στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια.

Έτσι, ένα πετρελαϊκό σοκ δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κρίση ηλεκτροδότησης για εργοστάσια, πόλεις και ψηφιακές υποδομές.

Αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τη σημερινή Κίνα από την οικονομία που πριν από δεκαετίες άρχισε να εξαρτάται όλο και περισσότερο από το εισαγόμενο αργό.

Η Κίνα απέφυγε τα έκτακτα μέτρα

Σε άλλες ασιατικές οικονομίες, η ενεργειακή κρίση οδήγησε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, σε δύσκολες κυβερνητικές αποφάσεις, από περιορισμούς στα καύσιμα μέχρι αυξήσεις τιμών και περικοπές δημόσιων υπηρεσιών.

Η Κίνα απέφυγε αντίστοιχης έκτασης αναταραχή.

Και η συγκράτηση των κινεζικών αγορών είχε συνέπειες πέρα από τα σύνορα της χώρας.

Ως μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο, η Κίνα θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά την κρίση εάν έβγαινε στις αγορές αναζητώντας τεράστιες πρόσθετες ποσότητες.

Αντίθετα, η περιορισμένη ζήτηση συνέβαλε στη συγκράτηση των διεθνών πιέσεων στις τιμές.

Μια απρόσμενη συνέπεια για τις ΗΠΑ

Αυτό δημιούργησε και ένα παράδοξο αποτέλεσμα.

Η κινεζική ανθεκτικότητα βοήθησε να αποφευχθεί ένα ακόμη μεγαλύτερο παγκόσμιο πετρελαϊκό σοκ, περιορίζοντας παράλληλα την πίεση στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ.

Έτσι, μια στρατηγική που σχεδιάστηκε για να μειώσει την κινεζική ευπάθεια απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις συνέβαλε ταυτόχρονα στον περιορισμό των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών της ενεργειακής κρίσης για την κυβέρνηση Τραμπ.

Στόχος η «ενεργειακή υπερδύναμη»

Η ενεργειακή ανθεκτικότητα δεν αποτελεί για το Πεκίνο έναν απομονωμένο οικονομικό στόχο.

Η κινεζική ηγεσία αντιμετωπίζει την ενέργεια ως στοιχείο εθνικής ισχύος, μαζί με τη βιομηχανία, την τεχνολογία και τις στρατιωτικές δυνατότητες.

Από το 2021 έχει τεθεί ο στόχος η Κίνα να εξελιχθεί σε «ενεργειακή υπερδύναμη»: μια χώρα που θα εξαρτάται λιγότερο από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ταυτόχρονα θα διαθέτει άφθονη και σταθερή ηλεκτρική ενέργεια.

Η φιλοδοξία αυτή συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

AI, data centers και βιομηχανία απαιτούν τεράστια ενέργεια

Ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων μεταφέρεται πλέον σε δραστηριότητες με εξαιρετικά υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις.

Προηγμένη μεταποίηση, data centers και Τεχνητή Νοημοσύνη χρειάζονται τεράστιες και κυρίως σταθερές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.

Το νέο ενεργειακό σχέδιο της Κίνας προβλέπει περαιτέρω ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, της πυρηνικής και της υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Ο άνθρακας, ωστόσο, δεν εγκαταλείπεται. Παραμένει κρίσιμο εφεδρικό καύσιμο για τη σταθερότητα του συστήματος.

Παράλληλα, η χώρα επενδύει σε γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, μπαταρίες, συστήματα αποθήκευσης και εκσυγχρονισμό των δικτύων.

Το διαφορετικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα που η Κίνα δεν έχει: άφθονη εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η αμερικανική οικονομία διαθέτει επίσης μεγάλη ικανότητα διύλισης, εξαγωγών και στρατηγικής αποθήκευσης.

Το αδύναμο σημείο των ΗΠΑ εντοπίζεται αλλού.

Το ηλεκτρικό τους σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει την ταχεία αύξηση της ζήτησης που προκαλούν νέες βιομηχανικές επενδύσεις και ιδιαίτερα οι ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές.

Αλλάζει η έννοια της ενεργειακής υπερδύναμης

Για δεκαετίες, η ενεργειακή ισχύς ταυτιζόταν κυρίως με τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου.

Ο ΟΠΕΚ, η Ρωσία, οι μεγάλοι εξαγωγείς και αργότερα η αμερικανική βιομηχανία σχιστολιθικού πετρελαίου μπορούσαν να επηρεάζουν τις παγκόσμιες αγορές μεταβάλλοντας την προσφορά.

Η κρίση του Ορμούζ ανέδειξε μια διαφορετική μορφή ισχύος.

Η Κίνα παραμένει εξαρτημένη από το εισαγόμενο πετρέλαιο, αλλά έχει γίνει τόσο μεγάλος καταναλωτής ώστε οι αποφάσεις της για το πόσο θα αγοράσει επηρεάζουν τις ίδιες τις διεθνείς τιμές.

Ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει μηχανισμούς που της επιτρέπουν να απορροφά πολύ μεγαλύτερες εξωτερικές διαταραχές από ό,τι στο παρελθόν.

Το νέο πεδίο ανταγωνισμού Κίνας και ΗΠΑ

Η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται τελικά πέρα από την αγορά του αργού.

Η παγκόσμια οικονομία ηλεκτροποιείται και μαζί της αλλάζει η γεωπολιτική της ενέργειας.

Το πλεονέκτημα δεν θα καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από το ποιος διαθέτει περισσότερα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και από το ποιος μπορεί να παράγει τεράστιες ποσότητες φθηνής και αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας, να τις μεταφέρει εκεί όπου χρειάζονται και να τροφοδοτεί συνεχώς τη βιομηχανία του.

Η κρίση στο Ιράν έδειξε ότι το Πεκίνο έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η εξάρτηση από τις εισαγωγές αργού δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει όμως πάψει να αποτελεί τόσο εύκολο σημείο πίεσης όσο φαινόταν στο παρελθόν.

Και καθώς ο ανταγωνισμός Κίνας και ΗΠΑ μεταφέρεται όλο και περισσότερο στην προηγμένη βιομηχανία, στα data centers και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η δυνατότητα εξασφάλισης άφθονης ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την τεχνολογική ή στρατιωτική ισχύ.

Continue Reading

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Ερντογάν: Νέα επίθεση για τα νησιά του Αιγαίου

image_print

Νέα παρέμβαση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις έκανε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επαναφέροντας τις πάγιες τουρκικές αιτιάσεις σχετικά με τη στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου.

Ο Τούρκος πρόεδρος υποστήριξε ότι η Άγκυρα επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας με την Αθήνα, αλλά παράλληλα προειδοποίησε ότι δεν πρόκειται να δεχθεί, όπως είπε, παραβίαση των τουρκικών δικαιωμάτων.

Οι δηλώσεις έγιναν κατά την επιστροφή του από το Κιργιστάν, όπου συμμετείχε στη Σύνοδο Κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.

Στο επίκεντρο η στρατιωτική παρουσία στα νησιά

Η συζήτηση άνοιξε έπειτα από ερώτηση δημοσιογράφου για τη στάση της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία.

Ο δημοσιογράφος υποστήριξε ότι η Αθήνα, ενώ στέλνει μηνύματα διαλόγου, ταυτόχρονα ενισχύει τις στρατιωτικές της δυνατότητες στα νησιά του Αιγαίου.

Στην ερώτηση έγινε επίσης αναφορά στις πρόσφατες δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, σύμφωνα με τις οποίες οι ελληνικοί σχεδιασμοί στην περιοχή δεν πρόκειται να αλλάξουν εξαιτίας των τουρκικών αντιδράσεων.

Ο Ερντογάν απάντησε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να κάνει «ό,τι πρέπει» για την προστασία των συμφερόντων της.

«Δεν εποφθαλμιούμε τα εδάφη κανενός»

Ο Τούρκος πρόεδρος επιχείρησε να παρουσιάσει την Άγκυρα ως την πλευρά που επιδιώκει συνεννόηση.

Υποστήριξε ότι η Τουρκία έχει κινηθεί με ειλικρίνεια και εποικοδομητική διάθεση στις σχέσεις της με την Ελλάδα, αλλά δεν έχει δει πάντοτε αντίστοιχη ανταπόκριση από την Αθήνα.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι, κατά την τουρκική θέση, η χώρα του δεν έχει εδαφικές βλέψεις.

«Η Τουρκία δεν εποφθαλμιά τα εδάφη κανενός, όμως δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να παραβιάζει τα δικαιώματά της», ανέφερε.

Επαναφέρει το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης

Το βασικό σημείο της παρέμβασης Ερντογάν αφορούσε για ακόμη μία φορά το καθεστώς ορισμένων ελληνικών νησιών.

Ο Τούρκος πρόεδρος κατηγόρησε την Ελλάδα ότι παραβιάζει διεθνείς συνθήκες και επανέφερε την τουρκική απαίτηση για περιορισμό της στρατιωτικής παρουσίας σε νησιά που η Άγκυρα θεωρεί ότι τελούν υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης.

Κάλεσε μάλιστα την ελληνική κυβέρνηση να «εγκαταλείψει τον λάθος δρόμο» και να σταματήσει τον εξοπλισμό των συγκεκριμένων νησιών.

Η θέση αυτή αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις βασικές εστίες έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Προειδοποίηση προς την Αθήνα

Ο Ερντογάν χρησιμοποίησε και πιο αυστηρή γλώσσα, προειδοποιώντας ότι η τουρκική στάση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αδυναμία.

Υποστήριξε ότι όποιος θεωρεί τη «νηφάλια και συνετή» πολιτική της Άγκυρας ένδειξη αδυναμίας κάνει σοβαρό λάθος.

Με τη διατύπωση αυτή, ο Τούρκος πρόεδρος επιχείρησε να συνδυάσει το μήνυμα υπέρ του διαλόγου με σαφή προειδοποίηση ότι η Τουρκία δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις και τις θέσεις της στο Αιγαίο.

Η επίκληση της Ιστορίας

Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Ερντογάν αναφέρθηκε στην ιστορική εμπειρία των δύο χωρών.

Υποστήριξε ότι η Ιστορία αποτελεί οδηγό για όσους αντλούν διδάγματα από αυτή και πρόσθεσε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να εργάζεται για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή.

Η συγκεκριμένη αναφορά ήρθε μετά τις αυστηρές προειδοποιήσεις προς την Αθήνα και αποτυπώνει τη διπλή γραμμή που ακολουθεί το τελευταίο διάστημα η τουρκική ηγεσία: διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, αλλά χωρίς υποχώρηση από τις πάγιες τουρκικές θέσεις στο Αιγαίο.

Η δύσκολη ισορροπία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Οι νέες δηλώσεις δείχνουν ότι, παρά τη σχετική αποκλιμάκωση που έχει καταγραφεί κατά περιόδους στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, οι βασικές διαφωνίες παραμένουν ενεργές.

Η Άγκυρα εξακολουθεί να θέτει δημόσια το ζήτημα της στρατιωτικής παρουσίας στα ελληνικά νησιά, ενώ η Αθήνα έχει επανειλημμένα απορρίψει τις τουρκικές αιτιάσεις και επιμένει στο δικαίωμά της να οργανώνει την άμυνά της.

Το αποτέλεσμα είναι μια εύθραυστη ισορροπία, στην οποία ο διάλογος συνυπάρχει με έντονη δημόσια ρητορική και ανοιχτές διαφωνίες σε ζητήματα κυριαρχίας, ασφάλειας και διεθνούς δικαίου.

Continue Reading
Green logo ENA Club with text ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

Κατοικία

a house with a green roof and road signs left and right
text about elections

newsletter



Καιρος

Πρωτοσέλιδα

Χρήσιμα

Δρομολόγια Πλοίων από και προς Καβάλα

Γιατροί ΕΟΠΥΥ ΚΑΒΑΛΑΣ

espa logo

espa_logo_en