Ηλεία | Λύγισαν και οι αστυνομικοί με τα όσα εκστόμισε στην κατάθεσή του ο δολοφόνος της 11χρονης Βασιλικής

Ολόκληρη την κατάθεση του δολοφόνου και θείου της 11χρονης Βασιλικής στην Ηλεία φέρνει στο φως της δημοσιότητας το newsit.gr. 

Παρότι ο 37χρονος στην αρχή κρατούσε σκληρή στάση και δεν έλεγε το παραμικρό, τελικά τα στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους οι αστυνομικοί τον ανάγκασαν να ομολογήσει την κτηνωδία που διέπραξε το βράδυ της 9ης Ιουνίου δολοφονώντας την 11χρονη ανιψιά του. Ακόμα και οι έμπειροι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ ανατρίχιασαν όταν άκουγαν τα όσα τους εξιστορούσε στην κατάθεσή του ο σφαγέας του ανήλικου κοριτσιού στην Ηλεία.

Με ψυχραιμία κατέγραψαν την προανακριτική του κατάθεση και την πρόσθεσαν στη δικογραφία με τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από δόλο, της απόπειρας βιασμού ανηλίκου, της αρπαγής ανηλίκου, της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας.

O 37χρονος δολοφόνος αφού τελικά αποδέχτηκε την πράξη του και ζήτησε συγνώμη, ξεκίνησε την κατάθεση του λέγοντας στους αστυνομικούς: «Το μεσημέρι της 9ης Ιουνίου ήμουν στο κέντρο του χωριού Μυρτιά Ηλείας και σταμάτησα με το αυτοκίνητό μου στο φούρνο. Το αυτοκίνητο μου είναι μάρκας Volkswagen Golf, χρώματος μαύρου. Εκεί τυχαία, ήταν η ανιψιά μου Βασιλική. Η Βασιλική με ρώτησε πότε θα πάμε για μπάνιο όλοι μαζί με τα παιδιά μου και εγώ της είπα ότι θα τους πάω όποια μέρα σχολάσω νωρίς. Εκείνη τη στιγμή δεν ξέρω πώς μου ήρθε και είπα στη Βασιλική να περάσω να την πάρω το βραδάκι και να πάμε μια βόλτα και αυτή δέχτηκε και κανονίσαμε να πάω κατά τις 8:00. Πράγματι, πήγα στο σπίτι της περίπου στις 8:20 της 9ης Ιουνίου και έκατσα με τη Βασιλική και τη μητέρα της, Ιουλία. Η Βασιλική μου έπλυνε το αυτοκίνητο και μετά έφυγα περίπου στις 9:30 ώρα. Όταν έφυγα εγώ, έφυγε και η Βασιλική από το σπίτι της και όπως είχαμε κανονίσει θα βρισκόμασταν λίγο έξω από το χωριό για να μη μας δουν».

Στη συνέχεια ο δράστης όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ανέφερε στους αστυνομικούς το σημείο όπου θα συναντιόταν με την 11χρονη. «Εγώ πήγα με το αυτοκίνητό μου και την περίμενα πίσω από το χωριό στο δρόμο προς Χανάκια. Μετά από λίγο η Βασιλική ήρθε, μπήκε στο αυτοκίνητο με τη θέλησή της και ξεκινήσαμε να πάμε βόλτα.  Πρώτα ήρθαμε στο σούπερ μάρκετ στον Πύργο και έβγαλα λεφτά, μετά στο βενζινάδικο στον Πύργο και έβαλα βενζίνη, περάσαμε από τον Άγιο Ιωάννη και πήραμε να πιούμε από το περίπτερο ενεργειακά ποτά και φύγαμε και πήγα προς Λεχαινά. Η Βασιλική μου είπε πού πάμε και εγώ της είπα πάμε βόλτα και συνέχισε να πίνει ένα ενεργειακό ποτό».

Θόλωσα και άρχισα να την καρφώνω με το κατσαβίδι

Αμέσως μετά ο 37χρονος περιέγραψε στους αστυνομικούς το σκηνικό της δολοφονίας της 11χρονης Βασιλικής. Όπως φαίνεται ο δολοφόνος του παιδιού ήταν αποφασισμένος να ικανοποιήσει τις αρρωστημένες ορέξεις του στο παιδί.

«Όταν φτάσαμε σε μία αγροτική περιοχή μεταξύ Λεχαινά και Αρετής σταμάτησα το αυτοκίνητο και κατεβήκαμε και οι δύο κάτω. Τότε εγώ της έπιασα το χέρι και ήθελα να συνευρεθούμε ερωτικά αλλά η Βασιλική αντέδρασε και δεν ήθελε και μου είπε ότι θα το πει στον πατέρα της και τη μάνα της. Εγώ θόλωσα, την έσπρωξα και έπεσε κάτω και πήγα στο αμάξι, στην πόρτα του οδηγού που είχα ένα κατσαβίδι και το πήρα και πήγα πάλι σε αυτή. Ήταν ακόμα κάτω και άρχισα να την καρφώνω με το κατσαβίδι. Την κάρφωνα στο λαιμό, την πλάτη και στο πλάι και είδα ότι έβγαινε αίμα. Την τράβηξα από τα μαλλιά και την πήγα λίγο πιο πέρα και τότε αυτή έβγαλε ένα ήχο σαν “ωχ” και μετά δεν ξαναμίλησε. Μετά την πήγα πιο πέρα να την κρύψω γιατί φοβήθηκα και την έκρυψα σε κάτι καλάμια και τη σκέπασα με ξερά χόρτα».

Πήγε να παρηγορήσει τους γονείς…

Ο δολοφόνος περιέγραψε στους αστυνομικούς τις επόμενες κινήσεις του έπειτα από την αποτρόπαια πράξη του. Μάλιστα ψύχραιμος και χωρίς να δώσει την παραμικρή υποψία ενοχής στους γονείς της 11χρονης,  βρέθηκε και πάλι στο σπίτι της Βασιλικής λίγες ώρες μετά τη δολοφονία.

«Μετά έφυγα και πήγα σπίτι της μάνας μου στην Αρετή που έμενα λίγες μέρες με τα παιδιά μου. Το βράδυ, η ξαδέρφη μου Ιουλία πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα μου και της είπε ότι χάθηκε η κόρη της η Βασιλική και η γυναίκα μου ανησύχησε και μου είπε να την πάω το πρωί στην Μυρτιά και όταν ξυπνήσαμε το πρωί πήγαμε. Άφησα τη γυναίκα μου και τα παιδιά στην Ιουλία και πήγα για δουλειά. Περίπου στις 1:30 που σχόλασα με πήρε η γυναίκα μου και μου είπε να πάω να την πάρω και πήγα. Έκατσα λίγο εκεί και τότε ήρθαν οι αστυνομικοί και με ρώτησαν αν το αυτοκίνητο μάρκα Volkswagen Golf μαύρο είναι δικό μου και εγώ τους είπα ναι. Μετά από αυτό οι αστυνομικοί με πήγαν στο τμήμα. Στην αρχή που με ρώτησαν οι αστυνομικοί δεν είπα την αλήθεια αλλά όταν μου έδειξαν τα βίντεο τους είπα τι ακριβώς είχε γίνει και τους πήγα και τους έδειξα που είχα βάλει τη Βασιλική. Δεν τη βίασα την έπιασα από το χέρι και ήθελα να συνευρεθούμε ερωτικά αλλά αυτή δεν ήθελε και δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας. Άλλο τίποτα δεν έχω να πω».




Συνταράσσει η κατάθεση ψυχής της 16χρονης Βασιλικής που έπεσε θύμα βιασμού – «Θυμάμαι τα πάντα, τα ένιωθα όλα παρότι με νάρκωσε»

Η19χρονη, σήμερα, Βασιλική μίλησε για τη φρίκη που έζησε πριν από τρία χρόνια, όταν έπεσε θύμα βιασμού. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή «Mega Stories» και τη δημοσιογράφο Δώρα Αναγνωστοπούλου, που προβλήθηκε μετά τα μεσάνυχτα της Τετάρτης (22/11) από τον τηλεοπτικό σταθμό Mega, η νεαρή γυναίκα έδειξε θάρρος «γιατί τα προβλήματα πρέπει να τα πολεμάς και όχι να τα προσπερνάς».

Τον Μάρτιο του 2020, η 16χρονη τότε μαθήτρια βιάστηκε από ένα άτομο το οποίο γνώριζε, καθώς επισκεπτόταν συχνά το σπίτι του λόγω της μητέρας του. Για καιρό εκείνος επιχειρούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της μέχρι που της επιτέθηκε και την κακοποίησε σεξουαλικά.

Η οικογένεια της Βασιλικής στάθηκε στο πλευρό της. Η μητέρα της και οι αδερφές της την πίστεψαν και ήταν στο πλάι της στον αγώνα της. Αυτό δεν ίσχυε για όλο το περιβάλλον της. Στο σχολείο, ανέφερε η ίδια, της έλεγαν πως εκείνη έφταιγε για ό,τι της συνέβη.Πέρασαν τρεισίμιση χρόνια από το περιστατικό ωσότου να γίνει η δίκη κι ο δράστης να καταδικαστεί σε 20 χρόνια φυλάκισης.

«Θέλω να αποδείξω στους ανθρώπους ότι τα προβλήματα πρέπει να τα πολεμάς και όχι να τα προσπερνάς. Αύριο μεθαύριο μπορεί να σου στοιχίσει. Θέλω να δώσω δύναμη και σε άλλους ανθρώπους, όσο μπορώ», είπε η γυναίκα.
«Με πλησίασε με το να κάνουμε βαθιές κουβέντες, να μου δίνει λογοτεχνικά βιβλία, φαινόταν σαν να νοιάζεται για μένα. Μια μέρα με πλησίασε περισσότερο από ότι θα έπρεπε. Δεν μπορούσα να βγάλω καθόλου μιλιά. Ένιωσα σαν να ανοίγει η γη και να πέφτω μέσα. Σαν να μην μπορεί κανείς να με βοηθήσει και αυτό ήταν χειρότερο», πρόσθεσε.

«Θυμόμουν τα πάντα, κάθε λεπτομέρεια»

Έπειτα, αφηγήθηκε τα όσα έζησε. «Ξύπνησα γυμνή το πρωί. Είχα σοκαριστεί, αλλά δεν μπορούσα και να αντιδράσω. Φοβόμουν κιόλας. Το σκέφτηκα κιόλας ότι δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει. Ντύθηκα, αυτός μου πρότεινα να σηκωθώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα και μου ζήτησε να μην το ομολογήσω πουθενά. Πάνω στην ταραχή μου του είπα όχι, αλλά έκανα το αντίθετο τελικά.

Οι δικοί μου απόρησαν, γιατί τέτοιες ώρες έβγαινα έξω. Όταν με είδαν έτσι σκέφτηκαν να με ρωτήσουν τι έχω. Ξυπνάω το πρωί και δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό που έγινε ήταν όνειρο ή έγινε στα αλήθεια. Άρχισα να κλαίω, να το σκέφτομαι πολύ. Θυμόμουν τα πάντα, κάθε λεπτομέρεια παρότι ήμουν ναρκωμένη. Τα ένιωθα όλα», ανέφερε.«Ήρθε η αδερφή μου στο δωμάτιο και με ρωτούσε επίμονα τι έχω. Στην αρχή ντρεπόμουν και δεν ήξερα αν θα με πιστέψουν κιόλας. Της το είπα, ενημέρωσε τη μητέρα μου και μετά προχώρησε η μητέρα μου σε μήνυση», συμπλήρωσε.

«Με έβλεπε με μίσος»

Παρακάτω στη συνέντευξη μίλησε και για τη διαδικασία που ακολούθησε. «Πήγαμε σε ιατροδικαστή. Ήταν πολύ αγχωτικό όλο αυτό. Και στο αστυνομικό τμήμα όταν τον είχα δει, όταν έγινε ότι ήταν απαραίτητο να γίνει», είπε και επανέλαβε: «Ήταν πολύ αγχωτικό… Να τον βλέπω πίσω από εκείνα τα κάγκελα. Με κοιτούσε με αυτό το μίσος, με μια ματιά…». Τόνισε, δε, πως όταν άκουσε τη φωνή του δράστη στο δικαστήριο ένιωσε αηδία.

«Ήταν πολύ άσχημα», συνέχισε με την περιγραφή των πρώτων μηνών της ζωής της μετά τον βιασμό. «Έβλεπα εφιάλτες, δεν έβγαινα, δεν έτρωγα. Ούτε στο μπαλκόνι δεν έβγαινα. Σιγά σιγά άρχισαν να με βγάζουν έξω. Έπειτα φύγαμε και από εκείνο το χωριό – δεν μπορούσαμε να μένουμε στο ίδιο μέρος», είπε.
Μιλώντας για την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας, θυμήθηκε: «Όταν πήγαινα στο σχολείο και είχε μαθευτεί το συμβάν παντού, πολλά παιδιά με έδειχναν με το δάχτυλο. Εκεί φάνηκε ποιοι ήταν οι πραγματικοί φίλοι μου. Έπιανα άτομα και τα ρωτούσα, τι πίστευαν. Απαντούσαν πως εγώ έφταιγα που τον εμπιστεύτηκα, ήταν λάθος μου».