Την αναστολή του «φρένου χρέους» επιστρατεύει η Γερμανία για να αντιμετωπίσει την «τρύπα» των 60 δισ. ευρώ

Να αναστείλει το «φρένο χρέους» και για το 2023, σκοπεύει ο κυβερνητικός συνασπισμός της Γερμανίας λόγω της πρόσφατης απόφασης του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε αντισυνταγματική τη διοχέτευση στο Ταμείο για το Κλίμα και τον Μετασχηματισμό κονδυλίων ύψους 60 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία προέρχονταν από έκτακτο δανεισμό για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας.

Ο υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ (FDP), με ανάρτησή του στην πλατφόρμα «Χ» (πρώην Twitter), ανέφερε ότι θα κατατεθεί σχετική πρόταση στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, ως «έκτακτη κατάσταση ανάγκης», με συμπληρωματικό προϋπολογισμό για το τρέχον έτος.

«Δεν θα αναληφθεί νέο χρέος, αλλά τα κεφάλαια που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης θα ενταχθούν πλέον σε ασφαλές νομικό πλαίσιο», εξήγησε ο κ. Λίντνερ. Μιλώντας στην Handelsblatt, ο υπουργός υποστήριξε ακόμη ότι, «εάν στις αρχές του 2023, με την ενεργειακή κρίση ακόμη σε εξέλιξη, γνωρίζαμε ότι τα δάνεια που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων εντός του 2022 δεν θα επιτρεπόταν να μεταφερθούν στο επόμενο έτος, θα είχαμε ήδη από τότε επικαλεστεί τη ρήτρα έκτακτης ανάγκης».

Πρώτοι χαιρέτισαν την ανακοίνωση του υπουργού Οικονομικών οι Πράσινοι, για πολλούς εκ των οποίων ούτως ή άλλως αποτελεί πάγιο αίτημα η μεταρρύθμιση, ακόμη και η κατάργηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου «φρένου χρέους».

Ο συμπρόεδρος του κόμματος Όμιντ Νουριπούρ, μιλώντας κατά την έναρξη του Συνεδρίου των Πρασίνων, ευχαρίστησε τον κ. Λίντνερ και ζήτησε ταυτόχρονα μεταρρύθμιση του φρένου χρέους και περισσότερες επενδύσεις στο δίκτυο υδρογόνου, στις υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων και «πράσινου» χάλυβα. «Είμαι υπέρ του φρένου χρέους. Οι άκαμπτοι ωστόσο κανόνες για το χρέος που τέθηκαν κάποτε, δεν ταιριάζουν πλέον στη σημερινή εποχή των πολλαπλών κρίσεων», δήλωσε ο κ. Νουριπούρ. Για την συμπρόεδρό του, Ρικάρντα Λανγκ, η απόφαση του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών εγείρει ερωτήματα σχετικώς με το πώς θα αντιμετωπιστεί και τα επόμενα χρόνια το φρένο χρέους.

«Το ένα είναι το ζήτημα αναστολής του, π.χ. και για τα έτη 2024 και 2025. Πρέπει τώρα να το συζητήσουμε και αυτό στο πλαίσιο της κυβέρνησης», δήλωσε σε συνέντευξή της στο δεύτερο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ZDF. Ο αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) Λαρς Κλινγκμπάιλ, μιλώντας στην σημερινή Handelsblatt, τονίζει όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι «υπάρχουν πολλοί πολιτικοί λόγοι» που συνηγορούν υπέρ της αναστολής του φρένου και για το 2024.

Σε δημοσκόπηση που δημοσιεύεται σήμερα, Παρασκευή (24/11) από την ίδια εφημερίδα, το 52% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της διάλυσης του κυβερνητικού συνασπισμού πριν από την ολοκλήρωση της νομοθετικής περιόδου, ενώ το 36% εκτιμά ότι η κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει το έργο της. Στο ερώτημα, με ποια εργαλεία θα πρέπει να ξεπεραστεί η τρέχουσα κρίση γύρω από τον προϋπολογισμό, το 39% απαντά «με αυξήσεις φόρων για τους πλούσιους», το 35% «με περικοπές στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό» και το 17% «με αναστολή του φρένου χρέους».




Τρύπα 60 δισεκατομμυρίων ευρώ στην οικονομία της Γερμανίας | Ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης σε νέες περιπέτειες

Τους τελευταίους μήνες η Γερμανία, άλλοτε κραταιά οικονομική και πολιτική δύναμη στην Ευρώπη, χαρακτηρίζεται σε πολλές οικονομικές αναλύσεις ως ο «μεγάλος ασθενής» της γηραιάς ηπείρου. Αντιμέτωπη με δομικά προβλήματα στην οικονομία της, η Γερμανία έχει απωλέσει και την πολιτική ισχύ της στον ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, με το Βερολίνο να μοιάζει περισσότερο με απλό παρατηρητή των εξελίξεων.

Τελευταίο επεισόδιο στις γερμανικές περιπέτειες είναι η αδυναμία της κυβέρνησης συνασπισμού, με επικεφαλής το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του Όλαφ Σολτς, να καλύψει μια τρύπα 60 δισεκατομμυρίων ευρώ στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ύστερα από μια απόφαση βόμβα του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας.

Βάσει της απόφασης η ηγεσία της Γερμανίας καλείται να αναζητήσει έναν εναλλακτικό τρόπο χρηματοδότησης των επιδοτήσεων για την ενέργεια, τη βιομηχανία και την τεχνολογία. Πρόκειται για ένα ισχυρό πλήγμα στο φιλόδοξο κυβερνητικό σχέδιο για να ξεκολλήσει από την «άμμο» η στάσιμη γερμανική οικονομία και να επιταχυνθεί η «πράσινη» μετάβαση, μια στρατηγική ύψιστης σημασίας ύστερα από την κατάρρευση της ζωογόνου ενεργειακής σχέσης με τη Ρωσία λόγω της εισβολής στην Ουκρανία.

Η απόφαση και το σκληρό «φρένο» του ελλείμματος

Το σχέδιο, το οποίο κρίθηκε ως αντισυνταγματικό από το ομοσπονδιακό δικαστήριο, προέβλεπε την μεταφορά στο «Ταμείο για το Κλίμα και τον Μετασχηματισμό» 60 δισεκατομμυρίων ευρώ, που ξέμειναν στο ταμείο έκτακτης ανάγκης για τον COVID-19. «Τα συγκεκριμένα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19», αποφάνθηκαν οι δικαστές.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός υπό τον καγκελάριο Όλαφ Σολτς βασίστηκε σε αρκετά τέτοια ειδικά κονδύλια για να αντιμετωπίσει την κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, παρακάμπτοντας με αυτόν τον τρόπο το συνταγματικά κατοχυρωμένο φρένο στο χρέος της χώρας, το οποίο περιορίζει το ομοσπονδιακό έλλειμα στο 0,35% του ΑΕΠ. Πρόκειται για ένα όριο που είναι πολύ πιο αυστηρό από τους κανόνες της ΕΕ για τους εθνικούς προϋπολογισμούς, οι οποίοι επιτρέπουν διαρθρωτικό έλλειμμα 3% του ΑΕΠ ετησίως.

Στόχος του «Ταμείου για το Κλίμα και τον Μετασχηματισμό» είναι η επιτάχυση της ενεργειακής μετάβασης της χώρας και η προστασία της γερμανικής βιομηχανίας αλλά και των καταναλωτών από το υψηλό ενεργειακό κόστος, ώστε να αντισταθμιστεί η ζημιά από τον τερματισμό των παραδόσεων ρωσικού φυσικού αερίου. Στόχος του είναι επίσης η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, καθώς επιχειρείται ο περιορισμός της εξάρτησης από τις ασιατικές εισαγωγές, και κυρίως από την Κίνα.

Μετά την απόφαση του δικαστηρίου, η γερμανική κυβέρνηση θα πρέπει είτε να περικόψει τις προγραμματισμένες δαπάνες, είτε να βρει εναλλακτική χρηματοδότηση. Τα 60 δισ. ευρώ αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο του συνολικού κεφαλαίου του Ταμείου, περίπου 220 δισεκατομμύρια, τα οποία κατανέμονται σε μια περίοδο από το 2024 έως το 2027.

Η δημοσιονομική κρίση στη Γερμανία, όπως υπογραμμίζει το Politico, εντάθηκε το βράδυ της Δευτέρας, όταν το υπουργείο Οικονομικών επέβαλε πάγωμα δαπανών σε όλα τα ομοσπονδιακά υπουργεία, αναστέλλοντας τις περισσότερες νέες άδειες «προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω επιβαρύνσεις στα μελλοντικά οικονομικά έτη».

Στον «αέρα» πάνω από 600 δισεκατομμύρια

Οι περιπέτειες για την γερμανική οικονομία φαίνεται όμως πως δεν έχουν τελειώσει ακόμη. Εν μέσω ύφεσης και χαμηλών επιδόσεων τα τελευταία τρίμηνα, οι εξελίξεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερες επιπτώσεις, περιορίζοντας την ικανότητα της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά και των τοπικών κυβερνήσεων, να αντλούν κεφάλαια από ειδικούς λογαριασμούς για να μειώσουν τις τιμές της ενέργειας και να χρηματοδοτήσουν τις «πράσινες» επενδύσεις.

Συνολικά σύμφωνα με το Bloomberg, υπάρχουν δεκάδες παρόμοια ταμεία με συνολικά κεφάλαια άνω των 750 δισεκατομμυρίων. Το μοναδικό που έχει εγκριθεί από το Δικαστήριο είναι αυτό για την άμυνα, με το εξοπλιστικό πρόγραμμα μαμούθ των 100 δισεκατομμυρίων. Όλα τα άλλα θα μπορούσαν να ακυρωθούν, εάν οι δαπάνες συμπεριληφθούν στο έλλειμμα, όπως συνέβη με το ταμείο για τον COVID-19.

Ο υπουργός Οικονομίας και Προστασίας του Κλίματος Ρόμπερτ Χάμπεκ προειδοποίησε πως εξαιτίας της τελευταίας απόφασης του ομοσπονδιακού δικαστηρίου «οι πολίτες θα βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερες τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια και ενδεχομένως και στο φυσικό αέριο». Η δικαστική απόφαση της περασμένης εβδομάδας ήταν «τόσο θεμελιώδης», πρόσθεσε, που «ισχύει βασικά για όλα τα ειδικά ταμεία που έχουν συσταθεί».

Αναζητούνται εναλλακτικές, αλλά δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις

Η κυβέρνησης αναζητά πλέον εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Politico, δεν φαίνεται να υπάρχει μια εύκολη απάντηση στο πρόβλημα, καθώς οι επιλογές είναι περιορισμένες και δύσκολα θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν και τα τρία κόμματα του συνασπισμού (Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Ελεύθεροι Δημοκράτες), τα οποία έχουν διαφορετικές πολιτικές ατζέντες.

Η αύξηση φόρων χαρακτηρίζεται ως απίθανο σενάριο επειδή το απορρίπτει ο υπουργός Οικονομικών και αρχηγός των Ελεύθερων Δημοκρατών, Κρίστιαν Λίντνερ. Η δε μείωση των κοινωνικών δαπανών και των επιδοτήσεων για την ενεργειακή μετάβαση απορρίπτεται από τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους.

Μια πιθανότητα είναι η κυβέρνηση να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία θα επέτρεπε την αναστολή των δημοσιονομικών περιορισμών για το επόμενο έτος, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της πανδημίας και κατά την πρώτη περίοδο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Όμως μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερες αντιδράσεις και προσφυγές στη δικαιοσύνη, όπως αυτή που κατέθεσε η αντιπολίτευση για το ταμείο COVID-19.

Ένα ακόμη σενάριο που βρίσκεται στη δημόσια συζήτηση είναι η κυβέρνηση να πιέσει για μια μεταρρύθμιση στο «φρένο» του χρέους, ώστε να έχει μεγαλύτερη ευελιξία. Ο κυβερνητικός εταίρος Κρίστιαν Λίντνερ είναι αρνητικός σε αυτό. Επιπλέον μια τέτοια θεμελιώδης μεταρρύθμιση απαιτεί την πλειοψηφία των δύο τρίτων στο κοινοβούλιο, και συνεπώς την υποστήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης, δηλαδή του συντηρητικού συνασπισμού (CDU/CSU), το οποίο δηλώνει κατηγορηματικά αντίθετο.

«Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το γερμανικό φρένο χρέους δεν είναι αρκετά έξυπνος», υποστήριξε από την πλευρά του ο υπουργός Οικονομίας και Προστασίας του Κλίματος Ρόμπερτ Χάμπεκ. Το φρένο χρέους, πρόσθεσε, «φτιάχτηκε σε μια διαφορετική εποχή, όταν είχαμε πάντα φθηνό αέριο από τη Ρωσία, όταν η Κίνα αγόραζε πάντα τα προϊόντα μας και όταν οι Αμερικανοί ήταν πάντα αξιόπιστοι, πιστοί φίλοι και έπαιρναν το στρατιωτικό βάρος από τους ώμους μας γιατί δεν γινόταν πόλεμος στην Ευρώπη». Αυτές οι εποχές, τόνισε, έχουν πλέον τελειώσει.