Τα 4 μέτρα για την ακρίβεια σε έξι κατηγορίες προϊόντων, βρεφικό γάλα, οπωροκηπευτικά και κρέας

Τέσσερα νέα μέτρα κατά της ακρίβειας ανάμεσα στα οποία και το πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους στο βρεφικό γάλα που ανακοίνωσε νωρίτερα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσίασε το μεσημέρι της Τετάρτης ο υπουργός Ανάπτυξης, Κώστας Σκρέκας.

Ο υπουργός Ανάπτυξης ανακοίνωσε τέσσερα μέτρα

– Μειώνουμε παροχές προς τα σούπερ μάρκετ και εξασφαλίζουμε χαμηλότερες τιμές για τον καταναλωτή. Περιορίζουμε τις συνολικές εκπτώσεις των προμηθευτών στα σούπερ μάρκετ κατά 30% και μεταφέρουμε το όφελος στον καταναλωτή με αντίστοιχη μείωση της τιμής στο ράφι. Το μέτρο θα εφαρμοστεί σε απορρυπαντικά, καθαριστικά σπιτιού, οδοντόκρεμες, αφρόλουτρα, σαμπουάν και βρεφικές πάνες

  • Αποτρέπουμε αδικαιολόγητες ανατιμήσεις. Δεν επιτρέπουμε στους προμηθιευτές που αυξάνουν τις τιμές των προιόντων να υλοποιούν προωθητικές ενέργειες για τα προιόντα που έχουν ανατιμήσει για 3 μήνες. Αυτό αφορα όλα τα προιόντα που πωλούνται στα σούπερ μάρκετ. Προφανώς για προμηθευτές που διατηρούν σταθερές ή μειώνουν τιμές επιτρέπονται κανονικά οι προωθητικές ενέργειες.
  • Καθαρές τιμές από το χωράφι στο ράφι. Υποχρεώνουμε τους προμηθευτές να πωλούν τα προιοντα στο λιανεμπόριο σε καθαρές τιμές. Επιτρέπεται πιστωτικό τιμολόγιο ύ ψους έως 3% για επιστροφές προιόντων ή φύρα, Το μέτρο αφορά νωπά λαχανικά και κρέατα.

– Πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους στο βρεφικό γάλα. Το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους ορίζεται ως το άθροισμα του λειτουργικού κόστους της εταιρίας για τη συγκεκριμένη κατηγορία και εμπορικού κέρδους 7%.

https://youtu.be/j0GA3zmvA0s




Ακρίβεια: Στα ύψη τα οπωροκηπευτικά με αυξήσεις έως 115% στη χονδρική

Λαχανικά και φρούτα πωλούνται έως και 115% ακριβότερα σε σχέση με πέρυσι τροφοδοτώντας την ακρίβεια

Με αυξήσεις έως και 115% τρέχουν οι χονδρικές τιμές των λαχανικών και έως 85% των φρούτων σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με τον «Ελεύθερο Τύπο», παρά την αποκλιμάκωση που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στο κόστος παραγωγής. Άλλωστε, όπως προκύπτει και από τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον δείκτη τιμών καταναλωτή, τα είδη διατροφής, κυρίως το ελαιόλαδο και τα οπωροκηπευτικά, είναι αυτά που τροφοδοτούν την ακρίβεια και τον πληθωρισμό και φουσκώνουν τους λογαριασμούς των νοικοκυριών.

Εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα αποδίδουν την άνοδο των τιμών σε φρούτα και λαχανικά στην κλιματική κρίση, η οποία δημιουργεί προβλήματα στην παραγωγή, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. «Οι συχνές βροχοπτώσεις και οι υψηλές θερμοκρασίες, ιδίως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, μειώνουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ελλείψεις στην αγορά, ενώ η ζήτηση είναι πολύ αυξημένη», αναφέρει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής ο πρόεδρος της Εθνικής Eνωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), Παύλος Σατολιάς. Eνας ακόμα παράγοντας που επιβαρύνει τις τιμές είναι η έλλειψη εργατών γης, με το μεροκάματο να έχει ανέβει στα 40-45 ευρώ, όταν πέρυσι ήταν στα 25-30 ευρώ.

Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (ΟΚΑΑ), οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται στο κουνουπίδι, η χονδρική τιμή του οποίου εκτοξεύτηκε κατά 114,3% από τα 0,70 πέρυσι στα 1,5 ευρώ φέτος, αλλά και στα κολοκύθια, που πωλούνται στη διπλάσια τιμή (+100%), από το 1 στα 2 ευρώ το κιλό. Κατά 91,7% ακριβότερα διατίθεται στη χονδρική και το μπρόκολο, στα 2,3 από 1,2 ευρώ το κιλό τον Δεκέμβριο του 2022, και ακολουθούν τα ντοματίνια με αύξηση κατά 66,7% στα 2,5 ευρώ το κιλό.

Χαμηλότερες, αλλά ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τις τσέπες των καταναλωτών, είναι οι αυξήσεις στα φρέσκα κρεμμυδάκια, με την τιμή τους να διαμορφώνεται σε 1,3 από 0,90 ευρώ το κιλό (+44,4%), καθώς και στα φασολάκια (τσαουλιά), που πωλούνται στη χονδρική στα 2,80 ευρώ από 2 ευρώ πριν από έναν χρόνο (+40%).

Τα 0,85 ευρώ το κιλό αγγίζουν οι χονδρικές τιμές των κρεμμυδιών (+37,1%), τα 0,75 ευρώ τα καρότα (+36,4%), ενώ κατά 33,3% ακριβότερα στα 0,40 ευρώ διατίθενται το λάχανο και το μαρούλι.

Αυξήσεις από 20% έως 30% μέσα σε έναν χρόνο παρατηρούνται, επίσης, στις φλάσκες μελιτζάνες (1,30 ευρώ το κιλό), στα σκόρδα (0,38 ευρώ το τεμάχιο), στις χονδρές πιπεριές και το σπανάκι (1 ευρώ το κιλό), καθώς και στις ντομάτες (1,20 ευρώ το κιλό).

«Αλμυρά» τα μήλα

Μεγάλες ανατιμήσεις, που αγγίζουν ακόμα και το 85%, καταγράφονται και στα φρούτα, με τα ηνία να κρατούν τα μήλα, ως αποτέλεσμα, κυρίως, των μεγάλων καταστροφών που προκάλεσε η κακοκαιρία «Daniel» στη Θεσσαλία. Ενδεικτικά, η τιμή των μήλων ποικιλίας Γκράνι Σμιθ εκτινάχθηκε στο 1,2 ευρώ από 0,65 ευρώ το κιλό πέρυσι (+84,6%), ενώ τα Στάρκιν Ντελίσιους και τα Γκόλντεν Ντελίσιους πωλούνται στη χονδρική ακριβότερα κατά 71,4% και 50% αντίστοιχα.

Αυξημένες κατά 40% είναι και οι τιμές των ακτινιδίων και των αχλαδιών σε 1,4 ευρώ το κιλό, καθώς και των πορτοκαλιών και των ροδιών. Μικρότερες είναι οι ανατιμήσεις σε κάστανα και μανταρίνια, με τις τιμές τους να διαμορφώνονται σε 4 και 0,80 ευρώ το κιλό αντίστοιχα.

Δεδομένου ότι οι αυξήσεις των χονδρικών τιμών περνούν σε μεγάλο βαθμό και στο ράφι, οι καταναλωτές αγοράζουν πολύ μικρότερες ποσότητες σε σχέση με το παρελθόν ή επισκέπτονται τις λαϊκές αγορές κατά τις μεσημεριανές ώρες για να πετύχουν χαμηλότερες τιμές.




Αδιανόητη οποιαδήποτε αύξηση τιμών στα οπωροκηπευτικά

Οι ζημίες που υπέστη ο πρωτογενής τομέας στη Θεσσαλία από την καταστροφική καταιγίδα Daniel, δεν δικαιολογούν οποιαδήποτε αύξηση στις τιμές αγοράς των οπωροκηπευτικών

Η παραγωγή στο Θεσσαλικό κάμπο εστιάζεται κυρίως στο βαμβάκι, στον αραβόσιτο, στα καπνά, στα σιτηρά, στα μήλα και στη βιομηχανική ντομάτα και όχι στα οπωροκηπευτικά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία τηρούνται στα πληροφοριακά συστήματα του ΕΛΓΑ, το σύνολο της παραγωγής οπωροκηπευτικών προϊόντων στη χώρα είναι 371.000 στρέμματα.

Τα καλλιεργούμενα οπωροκηπευτικά στη Θεσσαλία καλύπτουν 28.000 στρέμματα, που αποτελούν μόλις το 7,5% του συνόλου της παραγωγής της χώρας. Από τα προαναφερόμενα στρέμματα ελάχιστα έχουν πληγεί.

Όπως προκύπτει με την αξιοποίηση των δορυφορικών εικόνων στου συστήματος Copernicus, τα καλλιεργούμενα στρέμματα οπωροκηπευτικών που επλήγησαν στη Θεσσαλία, ανέρχονται μόνο σε  8.000 στρέμματα.

Μάλιστα υπάρχουν προϊόντα, όπως η βιομηχανική ντομάτα, η οποία καλλιεργείται σε 21.310 στρέμματα και είχε συγκομιστεί σε ποσοστό 70% και φυσικά δεν προορίζεται για επιτραπέζια χρήση.

Συνεπώς, δεν δικαιολογείται καμία ανησυχία για αδυναμία τροφοδοσίας της αγοράς με οπωροκηπευτικά προϊόντα στην Ελλάδα και σε καμία περίπτωση δεν νοούνται οι αυθαίρετες αυξήσεις και η αδιανόητη κερδοσκοπία.

Κάθε αύξηση σε τιμές οπωροκηπευτικών, μόνο ως ξεκάθαρη αισχροκέρδεια σε βάρος των καταναλωτών, μπορεί να χαρακτηρισθεί. Και ως τέτοια θα αντιμετωπισθεί από την κυβέρνηση.