Μητσοτάκης: Οι κρίσεις για το Μάτι μπορούν να επανεξεταστούν, δεν είναι τελεσίδικες

Για τον νέο δικαστικό χάρτη της χώρας αλλά θίγοντας τρέχοντα ζητήματα της επικαιρότητας μίλησε μεταξύ άλλων ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή επισημαίνοντας δε μεταξύ άλλων πως πρόκειται για μία μεταρρύθμιση η οποία θα συμβάλλει στην ανάπτυξη θεραπεύοντας παθογένειες που κάνουν τους πολίτες να μην εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στην υπόθεση της δίκης για το Μάτι και τις ποινές, τονίζοντας πως πρόκειται για κρίσεις οι οποίες εάν η Δικαιοσύνη το αποφασίσει μπορούν να επανεξεταστούν και πως δεν είναι τελεσίδικες. Παράλληλα ο κ. Μητσοτάκης τόνισε πως οι ποινές επήλθαν από ένα ευμενέστερο πλαίσιο το οποίο ψηφίστηκε επί ΣΥΡΙΖΑ και πως εάν ίσχυε ο νόμος που ψήφισε η παρούσα κυβέρνηση οι ποινές θα ήταν αυστηρότερες. Ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε πως οι εθνικές τραγωδίες δεν πρέπει να εργαλειοποιούνται και να κρίνονται με δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Παράλληλα ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην Οικονομία λέγοντας πως η παρούσα Κυβέρνηση είναι αυτή που στηρίζει εμπράκτως το εισόδημα των πολιτών όσο το επιτρέπουν τα δημοσιονομικά όρια συμπληρώνοντας πως όταν η ακρίβεια υποχωρήσει οι αυξήσεις αυτές θα είναι που θα έχουν μείνει μόνιμα. Σημείωσε δε πως αποτελεί επιτυχία για την χώρα που έχει ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τηρώντας παράλληλα τους δημοσιονομικούς κανόνες.

Αναφερόμενος στο νομοσχέδιο για τον νέο δικαστικό χάρτη της χώρας ο πρωθυπουργός σημείωσε πως βάζει μία τάξη καθώς στόχος είναι να επιταχυνθεί η απόδοση της Δικαιοσύνης σε μία χώρα που έχει περισσότερους δικαστές σε σχέση με τους μέσους όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά την ίδια ώρα καθυστερεί αισθητά σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ στην έκδοση αποφάσεων.




Γιάννης Στουρνάρας: Να επανεξεταστούν όλες οι φοροαπαλλαγές – Η χώρα έχει ανάγκη από έσοδα

Ο Γιάννης Στουρνάρας επανέλαβε ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα ξεπερνάει τα 40 δισ. ευρώ ενώ, όπως είπε, θα πρέπει να επανεξεταστεί η κοινωνική χρησιμότητα των υφιστάμενων φοροαπαλλαγών και το κατά πόσο αυτές αφορούν τους πραγματικά ευάλωτους.

Την επανεξέταση όλων των φοροαπαλλαγών από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ζήτησε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας καθώς, όπως είπε, «η χώρα έχει ανάγκη από έσοδα».

Υποστήριξε δε ότι τα έσοδα που αναμένεται να εισπράξει το Δημόσιο από την πώληση των μετοχών που κατέχει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας παρόλο που είναι ελάχιστα σε σχέση με αυτά που διέθεσε για τη σωτηρία τους, δεν είναι λίγα αν συνυπολογιστούν τα οφέλη που έχει αποκομίσει από το PSI καθώς και υψηλά μερίσματα που έχει διαθέσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα οποία προέρχονται κατά κύριο λόγο από το ELA (σ.σ την ρευστότητα που χορηγούσε στις Τράπεζες).

Ο ίδιος επανέλαβε ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα ξεπερνάει τα 40 δισ. ευρώ ενώ, όπως είπε, θα πρέπει να επανεξεταστεί η κοινωνική χρησιμότητα των υφιστάμενων φοροαπαλλαγών και το κατά πόσο αυτές αφορούν τους πραγματικά ευάλωτους.

Μιλώντας στο συνέδριο που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών, ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι η Ελλάδα «επέστρεψε από το χείλος του γκρεμού και αποτελεί πλέον διεθνές success story».

Παρά ταύτα, όπως ανέφερε, παρατηρούνται καθυστερήσεις σε αρκετούς τομείς, όπως αυτός της απονομής της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, εξέφρασε την στήριξη του στον αρμόδιο υπουργό Γιώργο Φλωρίδη, υπογραμμίζοντας ότι «θα τα καταφέρει».

Συνέστησε δε τη συνέχιση της «ορθόδοξης δημοσιονομικής πολιτικής» προκειμένου ο Προϋπολογισμός να διπλασιάσει το 2024 το πρωτογενές του πλεόνασμα στο 2% του ΑΕΠ. Προσέθεσε δε ότι το Δημόσιο Χρέος μειώνεται ραγδαία, εκτιμώντας ότι εφέτος οι πραγματικοί μισθοί στη χώρα θ΄αυξηθούν.

Για τις τράπεζες ανέφερε ότι είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες παρόλο που το 50% των κεφαλαίων τους αποτελείται από αναβαλλόμενο φόρο και εξέφρασε την προσδοκία να εμφανιστούν εκτός από την Unicredit η οποία έχει εκφράσει ενδιαφέρον για την εξαγορά του 9% της Alpha Bank, και άλλοι στρατηγικοί επενδυτές για Εθνική και Τράπεζα Πειραιώς.

Για την πορεία των επιτοκίων προέβλεψε ότι αν ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει κάτω από το 3% σε μόνιμη βάση τον Αύγουστο του 2024, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι πιθανόν να προχωρήσει σε μικρή μείωση των βασικών της επιτοκίων.