Η Ραλλία Χρηστίδου, εισηγήτρια της μειοψηφίας, έκανε λόγο για ρυθμίσεις με επικοινωνιακή αποκλειστικά στόχευση που δεν οδηγούν σε ουσιαστική επίλυση των χρόνιων προβλημάτων στον δημόσιο τομέα και τόνισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να δει την αιτία της υποστελέχωσης του Δημοσίου και όχι να επιχειρεί με ανορθόδοξες και αναποτελεσματικές μεθόδους να δώσει πρόσκαιρες λύσεις.
Ως προς το κριτήριο της εντοπιότητας, ανέφερε ότι δεν το αμφισβητεί, αμφισβητεί ωστόσο τις πολιτικές της κυβέρνησης που οδηγούν σε επικίνδυνα μονοπάτια μακριά από την αξιοκρατία και την ισότητα των ευκαιριών.
“Η λύση είναι ο σχεδιασμός από την αρχή του συστήματος κινήτρων, ανταμοιβής και αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, μέσα από ένα αντικειμενικό σύστημα από εκλεγμένους από υπηρεσιακά όργανα προϊσταμένους με τη στοχοθεσία να προσαρμόζεται και να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και τα δεδομένα της κάθε υπηρεσίας” τόνισε.
Εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, ο Παύλος Χρηστίδης, σχολίασε ότι το νομοσχέδιο θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μια παράφραση της λαϊκής παροιμίας «Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει πέντε χρόνια κοσκινίζει», καθώς όπως είπε στην πραγματικότητα δεν λύνει αλλά διαιωνίζει προβλήματα.
Ανέφερε ότι δεν προξενεί καμία εντύπωση η μεταχείριση που επιφυλάσσει διαχρονικά η ΝΔ στο ΑΣΕΠ, του Αναστάσιου Πεπονή και του ΠΑΣΟΚ. Σημείωσε ότι το η κυβέρνηση φορτώνει το Δημόσιο με συμβασιούχους ορισμένου και σύντομου χρόνου που μέχρι να εξοικειωθούν με τις αρμοδιότητές τους αντικαθίστανται από την επόμενη γενιά συμβασιούχων, ενώ το μισθολόγιο του Δημοσίου υπολείπεται σημαντικά του ιδιωτικού τομέα, ενώ για το κριτήριο της εντοπιότητας διερωτήθηκε πως θα λύσει τα προβλήματα, όπως ισχυρίζεται ο υπουργός, όπως και απέρριψε το σύστημα κινήτρων και την ρύθμιση για 10ετή παραμονή όσων το αξιοποιήσουν να παραμείνουν στην ίδια θέση. Το ίδιο απορριπτικός εμφανίστηκε ο ειδικός αγορητής του ΠΑΣΟΚ και για τις ρυθμίσεις που αφορούν την στελέχωση των Δήμων και υποστήριξε σχετικώς με τις διατάξεις για την διαλειτουργικότητα ότι στόχος δεν είναι η μετατροπή της γραφειοκρατίας από χειρόγραφη σε ψηφιακή.
Την αντίθεση του ΚΚΕ στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τις προσλήψεις στο Δημόσιο με τον ΑΣΕΠ, εξέφρασε ο ειδικός αγορητής του Κόμματος Γιάννης Δελής, ο οποίος είπε ότι η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως με αυτό το σχέδιο νόμου θα γίνονται πιο γρήγορα οι προσλήψεις στο Δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ, με τη χρονική σύντμηση των διαδικασιών διορισμού, τη λήψη ειδικής μέριμνας του κράτους για τους ορεινούς, νησιωτικούς και ηπειρωτικούς δήμους της χώρας, καθώς και με την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών, κάνει όμως ότι βλέπει τον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον ελέφαντα της υποστελέχωσης, η οποία στην πραγματικότητα μονιμοποιείται και γίνεται αορίστου χρόνου. Όπως είπε, όταν η κυβέρνηση αναφέρεται στην υποστελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών, την εντοπίζει μόνο στους ορεινούς και νησιωτικούς δήμους, «αλλά, ως γνωστόν, υπάρχει και ζει και βασιλεύει και σε όλη τη χώρα, και σε όλους χωρίς εξαίρεση τους υπόλοιπους δήμους είτε στην περιφέρεια είτε στα μεγάλα αστικά κέντρα». Διευκρίνισε ότι το ΚΚΕ υπερψηφίζει τις διατάξεις για τους επιτυχόντες του γραπτού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, ενώ αναφερόμενος στις διατάξεις για την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών στις προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ, υπογράμμισε πως «κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αντίθετος», αλλά «πέρα από ορισμένους υπερώριμους εκσυγχρονισμούς, που έπρεπε από καιρό να έχουν γίνει, τελικά η ψηφιοποίηση στόχο έχει την επιτάχυνση του αντιλαϊκού έργου».
Ο ειδικός αγορητής της Ελληνικής Λύσης, Βασίλειος Γραμμένος, αναφέρθηκε ιδιαιτέρως στους επιτυχόντες του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ πριν δύο χρόνια, οι οποίοι είπε ότι “παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μία δεξαμενή ομηρίας” χωρίς να γνωρίζουν ούτε ποτέ και κυρίως ούτε αν κάποια στιγμή θα διοριστούν. Σχετικώς με το σύστημα κινήτρων και ανταμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικότητας, εξέφρασε την διαφωνία του διότι – όπως εκτίμησε – το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο αφήνει περιθώρια αναξιοκρατίας και σίγουρα αδικίας. Ειδική μνεία έκανε στην ανάγκη άμεσης πρόσληψης ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και υποστήριξε ότι δεν αρκεί η πρόβλεψη του νομοσχεδίου για την πρόσληψη ειδικών φρουρών, ενώ αναφέρθηκε και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα Σώματα Ασφαλείας και του Στρατού με τις μαζικές αποχωρήσεις από τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, ακόμα και από την Ευελπίδων. Τέλος δήλωσε ότι το κόμμα του υπερψηφίζει τις ευνοϊκές διατάξεις για την μοριοδότηση της εντοπιότητας και των ΑμεΑ.
Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ειδικός αγορητής της Νέας Αριστεράς, έθεσε τα ερωτήματα αν έχει βελτιωθεί η λειτουργία και οι παρεχόμενες υπηρεσίες του στενού δημόσιου τομέα, αν έχουν καλυφθεί τα χιλιάδες οργανικά κενά, αν έχει βελτιωθεί η μισθολογική κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων, έχει προχωρήσει επαρκώς η ψηφιακή μετάβαση, αν έχει βελτιωθεί η εικόνα στα σχολεία της χώρας και τα νοσοκομεία της, αν έχουν προχωρήσει έργα υποδομής, αν έχει βελτιωθεί η ικανότητα του Δημοσίου να σχεδιάζει στρατηγικά και να υλοποιεί, ποιά είναι η αποτίμηση από την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης κι αν έχει ενισχυθεί το σύστημα πολιτικής προστασίας, επίσης αν έχει μειωθεί ο μέσος όρος ηλικίας στον δημόσιο τομέα. Ο κ. Τζανακόπουλος, υποστήριξε ότι υπάρχει στρατηγικό σχέδιο πίσω από την αρνητική απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα που δεν είναι άλλο από την απόσυρση του κράτους από τις κοινωνικές υπηρεσίες, έτσι ώστε να ανοίξουν πεδία κερδοφορίας για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.
Ο Γεώργιος Ρούντας, από την Νίκη, είπε ότι παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης ότι γίνεται μια εξαιρετική προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων της λειτουργίας του δημοσίου τομέα, κυρίως μέσα από την επιδίωξη της επιτάχυνσης των διαδικασιών προσλήψεων στη δημόσια διοίκηση και της στελέχωσης μέσω του ΑΣΕΠ και δεύτερον, μέσα από την προσπάθεια βελτίωσης της λειτουργίας της με το σύστημα αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και με την εισαγωγή ενός συστήματος κινήτρων και ανταμοιβών, άλλο είναι το σημαντικό πρόβλημα το οποίο πρέπει να επιλύσουμε πρώτα και είναι αυτό της υποστελέχωσης του δημοσίου τομέα. Εξάλλου τοποθετήθηκε αρνητικά για το σύστημα κινήτρων και ανταμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων και καταλόγισε στην κυβέρνηση πρακτική να φέρνει διατάξεις εκτός διαβούλευσης.
Η Ελένη Καραγεωργοπούλου, ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, υποστήριξε ότι οι προσλήψεις στο Δημόσιο θα επιβραδυνθούν αντί να επιταχυνθούν με το νομοσχέδιο και επισήμανε ότι το νέο νομοσχέδιο θίγει βασικά θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. “Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε σημαία της την αξιολόγηση υπαλλήλων, όμως σκοπός δεν είναι η αξιοκρατία ούτε η παραγωγικότητα. Σκοπός είναι η εξασφάλιση της σιωπής μέσα σε ένα Δημόσιο που καταρρέει από τις ελλείψεις σε τεχνικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό ή μήπως και η εξασφάλιση της ευφράδειας άλλων τινών; Μήπως ο συνδυασμός αυτών των δύο;” τόνισε.
Κατέληξε σημειώνοντας ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή ύπαρξη του ΑΣΕΠ είναι η απλοποίηση της νομοθεσίας σε κάθε επιμέρους τομέα, έτσι ώστε αυτή να καταστεί εύληπτη, προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι αρμοδιότητες των οργάνων, να υπάρχει ένα σχέδιο δράσης που να ξεκαθαρίζει ποιος θα εφαρμόσει, με ποιο τρόπο και σε ποιο επίπεδο την εκάστοτε νομοθετική επιλοή, να προηγηθεί ένα περίγραμμα θέσεων που χρειάζεται η διοίκηση βάση ξεκάθαρων, μετρήσιμων στόχων.
Ο Πέτρος Δημητριάδης, από τους “Σπαρτιάτες“, ανέφερε ότι το νομοσχέδιο εστιάζει το θέμα σε λάθος βάση, ενώ το πρόβλημα σήμερα για τις οργανικές θέσεις στο Δημόσιο, για τα κενά που υπάρχουν, προκαλείται από το ότι δεν γίνονται εγκαίρως οι απαραίτητες προσλήψεις και κυρίως ο αριθμός των θέσεων που προκηρύσσονται δεν επαρκεί για να καλύψει τα οργανικά κενά, καθώς υπάρχουν συνταξιοδοτήσεις οι οποίες δεν αναπληρώνονται. Επίσης είπε ότι θα πρέπει να υπάρξει μια αύξηση των μισθών στους δημοσίους υπαλλήλους, θα πρέπει να υπάρξει μια ρύθμιση στο κόστος διαβίωσης και κυρίως να μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να διαβιούν αξιοπρεπώς και να μην αναγκάζονται να παραιτούνται ή να αρνούνται τον διορισμό τους.
protothema.gr