Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο πολυμήχανος έλληνας τυχοδιώκτης που έγινε στρατηγός και βασιλιάς

Δημοσιεύτηκε

στις

Σε μια εποχή που ο ελληνικός κόσμος έδινε προοδευτικά τη θέση του στη ρωμαϊκή κυριαρχία, ένας τουλάχιστον ιδιαίτερος Έλληνας ανταποκρίθηκε στην ιστορικότητα των καιρών του.

Μόνο που στα ελληνικά χρονικά της Σικελίας λίγοι άντρες μισήθηκαν όσο αυτός. Έστω κι αν αυτός ήταν ο θεματοφύλακας του ελληνισμού στον Κάτω Κόσμο σε εποχές ραγδαίων εξελίξεων και κατακλυσμιαίων κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών.

Ακόμα και οι πολέμιοί του του αναγνώριζαν όμως πως ήταν ένας τους τελευταίους μεγάλους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, κρατώντας τα εδάφη του αδούλωτα στις διαθέσεις των βάρβαρων εχθρών.

Για τον Αγαθοκλή τον Συρακούσιο ο λόγος, που δέχτηκε επικρίσεις με τον σωρό ήδη από την εποχή του και οι ιστορικοί συνεχίζουν να τον χαρακτηρίζουν τουλάχιστον αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.

Βλέπετε ο Αγαθοκλής δεν ήθελε να γίνει κεραμοποιός σαν τον πατέρα του, καθώς είχε μεγάλα όνειρα για τον εαυτό του. Και ήταν έτοιμος να μεταχειριστεί κάθε μέσο για να φτάσει στην κορυφή. Και μεταχειρίστηκε. Και έφτασε.

Η Ιστορία τον απαθανάτισε ως στρατηγό των Συρακουσών, τύραννο μετά και βασιλιά τελικά όλης της Σικελίας. Και μας είπε πως ανέβηκε γοργά και κάποιες φορές αθέμιτα τα σκαλιά της κοινωνικής ιεραρχίας, με όχημα την ευγλωττία, το ωραίο του παρουσιαστικό και την αναντίρρητη γενναιότητά του στη μάχη. Και τον πλούτο που απέκτησε φυσικά από σπόντα.

Μόνο που έκανε πολλά ακόμα. Πραξικοπήματα, φόνους, λεηλασίες, πολέμους με το τσουβάλι και τόσα ακόμα. Κι όταν οι υπέρμετρες φιλοδοξίες του τον έφεραν στο χείλος της καταστροφής, πολιορκούμενος στην πόλη του από τους Καρχηδόνιους, θα έβγαζε έναν τελευταίο άσο από το μανίκι του: το ελληνικό δαιμόνιο…

Ο γιος του κεραμέα γίνεται στρατηγός

Ακόμα και οι θεοί είπαν στον πατέρα του, τον φυγάδα Καρκίνο, να εγκαταλείψει το παιδί του. Αυτοεξόριστος αυτός από το Ρήγιο (στη σημερινή Καλαβρία της νότιας Ιταλίας), κατέφυγε στην Ιμέρα, την ελληνική αποικία στη Σικελία, όπου και ήρθε στη ζωή ο Αγαθοκλής το 361 π.Χ.

Ο φτωχός κεραμοποιός συμβουλεύτηκε το Μαντείο των Δελφών (μέσω καρχηδόνιων αντιπροσώπων) για το νεογέννητο και οι οιωνοί ήταν κακοί: «Και βγήκε χρησμός σύμφωνα με τον οποίο το παιδί που θα γεννιόταν θα γινόταν αίτιος μεγάλων δυστυχιών για τους Καρχηδόνιους κι ολόκληρη τη Σικελία. Μαθαίνοντας τα ο Καρκίνος τρόμαξε και άφησε το παιδί έκθετο σε δημόσιο μέρος, βάζοντας ανθρώπους να παραφυλάνε μέχρι να πεθάνει», μας καταμαρτυρεί ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο 19ο βιβλίο της «Ιστορικής Βιβλιοθήκης» του.

Το έσωσε όμως η μητέρα του, το έδωσε στον αδερφό της και 7-8 χρόνια μετά η οικογένεια επανενώθηκε λες και τίποτα από αυτά δεν είχαν συμβεί. Μετακόμισαν στις Συρακούσες, καθώς η λειψανδρία της πόλης εξασφάλιζε στους νέους αποίκους αρκετά προνόμια.

Ο Καρκίνος πέθανε και τα δυο παιδιά του βγήκαν στη βιοπάλη ως κεραμείς. Δεν είναι όμως αυτή ζωή για τον Αγαθοκλή. Ρωμαλέος καθώς είναι και άφοβος, κατατάσσεται στον στρατό. Η καριέρα του στο στράτευμα θα χαρακτηριστεί μάλιστα ανεπανάληπτη, καθώς υπόπτως σύντομα φτάνει στον βαθμό του χιλίαρχου! Όπως μας λέει ο ιστορικός Ιουνιανός Ιουστίνος και βεβαιώνει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, στην αναρρίχησή του έπαιξε ρόλο η ερωτική αδυναμία που του είχε ο στρατηγός της πόλης Δάμας (αναφέρεται και ως Δαμάσκων).

«Κάποιος Δάμας, που ήταν από τους γνωστούς πολίτες των Συρακουσών, ερωτεύτηκε τον Αγαθοκλή. Στην αρχή, λοιπόν, του παρείχε απλόχερα τα πάντα κι έγινε η αιτία να αποκτήσει ο Αγαθοκλής σημαντική περιουσία». Την ίδια αδυναμία τού είχε πάντως και η σύζυγος του πάμπλουτου στρατηγού, καθώς όταν έμεινε χήρα παντρεύτηκε αμέσως τον Αγαθοκλή, ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά με μια τεράστια περιουσία στα χέρια του. «Ο Αγαθοκλής την παντρεύτηκε κι έγινε ένας από τους πλουσιότερους Συρακούσιους», βεβαιώνει ο Διόδωρος.

Αφού απέκτησε και δύο παιδιά, είμαστε πλέον στο 333 π.Χ., εξασκούσε πλέον μεγάλη επιρροή στην πόλη, και λόγω του βαθμού του και εξαιτίας του πλούτου και της κοινωνικής του θέσης. Αναμείχθηκε σε πολλές μηχανορραφίες, καθώς και οι πολιτικοί εχθροί του ήταν δυνατοί, και προσπάθησε να αρπάξει ακόμα και την εξουσία με πραξικόπημα.

«Πρόσφορο και αναίσχυντο δημαγωγό» τον χαρακτηρίζει ο Διόδωρος και ο Αγαθοκλής τον δικαιώνει πλήρως παίρνοντας μέρος σε πολλές επιχειρήσεις, συχνά και εναντίον της πόλης του, καθώς οι συμμαχίες είναι εύπλαστες και ευκαιριακές. Όλοι του αναγνώριζαν πάντως τη γενναιότητά του στη μάχη και τη στρατηγική του διάνοια, σώζοντας συχνά τους συντρόφους του από βέβαιο θάνατο.

Τώρα ήταν πραγματικός αντάρτης, έχοντας φτιάξει τον δικό του περιπλανώμενο στρατό στη Σικελία. Όπως μαθαίνουμε από τον Διόδωρο: «Ο Αγαθοκλής εξόριστος ο ίδιος συνέστησε στο εσωτερικό του νησιού δική του στρατιωτική δύναμη. Αφού έγινε ο φόβος και ο τρόμος όχι μόνο των συμπολιτών του αλλά και των Καρχηδονίων, πείστηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οδηγήθηκε από τους πολίτες στο ιερό της Δήμητρας και ορκίστηκε πως δε θα κάνει το παραμικρό εναντίον της δημοκρατίας. Κάνοντας τον υπέρμαχο της δημοκρατίας κέρδισε με τη δημαγωγική τακτική του τη λαϊκή υποστήριξη και κατάφερε να εκλεγεί στρατηγός και φύλακας της ειρήνης»!

Ο στρατηγός γίνεται τύραννος

Ο αμοραλιστής Αγαθοκλής βρήκε τον προνομιακό του χώρο μέσα στο ταραγμένο πολιτικό κλίμα των Συρακουσών και τη συνεχή απειλή των Καρχηδονίων. Κατέταξε στις υψηλόβαθμες θέσεις του στρατού τους δικούς του, υποσχέθηκε να μοιράσει στους φτωχούς τις περιουσίες των αριστοκρατών και χάιδεψε κάθε αυτί που δεχόταν να τον ακούσει.

Αφού εξύφανε τη μηχανορραφία του, ήταν πια ώρα για την τελική κίνηση: «Οι πάντες ρίχτηκαν με ζήλο στις αρπαγές κι η πόλη γέμισε με ταραχές και συμφορές. Οι έγκριτοι πολίτες, αγνοώντας τον όλεθρο που τους είχε κατακυρωθεί, έβγαιναν ξαφνιασμένοι από τα σπίτια τους στον δρόμο για να μάθουν τι συμβαίνει, όπου οι στρατιώτες, στην πλεονεξία και στην ψυχική τους εξαγρίωση, σκότωναν ανελέητα τους ανθρώπους που, μη γνωρίζο­ντας την κατάσταση, έβγαιναν άοπλοι και απροστάτευτοι».

Το αιματηρό πραξικόπημά του πέτυχε. Ο τύραννος των Συρακουσών των 40.000 κατοίκων κατέλυσε τη δημοκρατία, έσφαξε 4.000 εύπορους πολίτες (όλο το Συμβούλιο των Εξακοσίων), έδιωξε άλλους 6.000, μοίρασε τις περιουσίες τους, δώρισε χωράφια, χάρισε χρέη και έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Δεν υπήρχε κι άλλος εξάλλου: «Έτσι, στο εξής, ασκούσε ως μονάρχης την εξου­σία και κυβερνούσε την πόλη. Από τους Συρακούσιους που δεν είχαν διαφθαρεί, άλλοι το υπέμειναν καρτερικά από τον φόβο τους κι άλλοι δεν τολμούσαν να δείξουν άσκοπα την αντίθεση τους».

Σειρά είχαν τώρα οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις του «δυνάστη των Συρακούσιων», όπως τον αποκαλεί ο Διόδωρος. Εκστράτευσε εναντίον των γειτονικών πόλεων της ανατολικής Σικελίας (Μεσσήνη, Αβάκαινο), έφερε πανικό και αναστάτωση στην περιοχή, βρήκε όμως απέναντί του την ισχυρή Καρχηδόνα, αλλά και τους χιλιάδες εξόριστους συμπολίτες του.

Ο Αγαθοκλής μετέτρεψε την πόλη του σε ένα απέραντο εργοστάσιο όπλων, ναυπηγώντας ταυτοχρόνως κι έναν ικανό στόλο. Με τη στρατιωτική του υπεροχή, κατάφερε να εξασφαλίσει μια εύθραυστη ειρήνη στην περιοχή, τα κύρια σημεία της οποίας ήταν τα εξής: «οι ελληνικές πόλεις της Σικελίας, Ηράκλεια, Σελινούς και Ιμέρα, τάσσονται υπό την κυριαρχία των Καρχηδονίων, όπως και προηγουμένως, όλες οι υπόλοιπες μένουν αυτόνομες υπό την ηγεμονία των Συρακούσιων».

Η δεινή θέση και το τέχνασμα που τον έστειλε στην Ιστορία

Όχι ότι θα σταματούσε να προσαρτά πόλεις και οχυρά, βλέποντας πως δεν υπήρχε ουσιαστικός αντίπαλος στη Σικελία. Είμαστε τώρα στο 314 π.Χ., έχοντας υποτάξει τους εξόριστους Συρακούσιους και τους συμμάχους τους στον Ακράγαντα. Δεν υπολόγισε όμως τους Καρχηδόνιους, που θορυβήθηκαν από την επεκτατική του πολιτική και εκστράτευσαν εναντίον του για να προλάβουν τα χειρότερα.

«Αρμάτωσαν, λοιπόν, αμέσως εκατόν τριάντα τριήρεις, εξέλεξαν τον Αμίλκα, έναν από τους επιφανέστερους πολίτες τους, στρατηγό και του έδωσαν δυο χιλιάδες στρατιώτες εκ πολιτών, μεταξύ των οποίων ήταν και πολλοί επιφανείς, δέκα χιλιάδες από τη Λιβύη, χίλιους μισθοφόρους και διακόσιους ζευγίππες 158 από την Τυρρηνία και χίλιους σφενδονήτες από τις Βαλεαρίδες νήσους, καθώς και πλήθος χρημάτων, πολεμοφοδίων και τροφίμων και αναλόγως τον προμήθευσαν με ό,τι άλλο χρειάζεται ο πόλεμος», περιγράφει ο Διόδωρος.

Ο Αγαθοκλής υπέστη πανωλεθρία στη μάχη στον ποταμό Ιμέρα από τους υπέρτερους Καρχηδόνιους και αναγκάστηκε να κλειστεί στις Συρακούσες. Όλα έδειχναν πως θα ήταν το τέλος της κυριαρχίας του αλλά και του ελληνικού στοιχείου στην Κάτω Ιταλία. Και τότε φανερώθηκε το ελληνικό δαιμόνιο.

«Βλέποντας πως όλοι οι σύμμαχοι είχαν αλλάξει πλευρά και πως οι βάρβαροι είχαν κυριεύσει σχεδόν όλη τη Σικελία, εκτός από τις Συρακούσες, και υπερείχαν κατά πολύ σε δυνάμεις πεζικού και ναυτικού, έκανε μια πράξη απροσδόκητη και εξαιρετικά παράτολμη», βεβαιώνει και ο Διόδωρος για τα γεγονότα του 310 π.Χ.

Ο Αγαθοκλής μετέφερε τον πόλεμο στην ίδια την Καρχηδόνα, αλλάζοντας τους όρους του πολέμου! Άφησε μια μικρή φρουρά στις Συρακούσες, έβαλε επικεφαλής τον αδερφό του Άντανδρο και διέφυγε με τον στόλο του, 60 πλοία και 13.500 άντρες, προς τις αφρικανικές ακτές. Οι Καρχηδόνιοι παράτησαν την πολιορκία και άρχισαν να τον καταδιώκουν. Πριν φύγει έκανε όμως και κάτι ακόμα, επίσης έξυπνο:

«Για να μη στασιάσουν οι Συρακούσιοι όταν θα τους άφηνε, χώρισε τους συγγενείς μεταξύ τους, και ιδιαίτερα αδελφούς από αδελφούς και πατέρες από γιους, αφήνοντας στην πόλη τους μεν και παίρνοντας μαζί του τους δε· διότι ήταν ολοφάνερο ότι εκείνοι που έμειναν στις Συρακούσες, ακόμη κι αν τηρούσαν εχθρική στάση προς τον δυνάστη, λόγω των θετικών συναισθημάτων τους προς τους συγγενείς τους, δε θα έκαναν τίποτε άτοπο εναντίον του Αγαθοκλή».

Αποβιβάστηκε στη Λιβύη, έκαψε τα πλοία του, για να μην υπάρχει τρόπος επιστροφής, και παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε να νικήσει, απομάκρυνε τον κίνδυνο από τα εδάφη του. Κατέκτησε βέβαια ουκ ολίγες πόλεις της βόρειας Αφρικής, όχι όμως και την Καρχηδόνα, που πολιόρκησε ωστόσο για πρώτη ποτέ φορά στην ιστορία της! Και με τον στρατό του έτοιμο να στασιάσει, άφησε τους δυο γιους του επικεφαλής στις νέες κτήσεις και επέστρεψε στη Σικελία.

Η ετερόκλητη δύναμη από συρακούσιους πολίτες, έλληνες και κέλτες μισθοφόρους, ακόμα και απελεύθερους δούλους είχε στις τάξεις του, δεν μπορούσε όμως να διοικηθεί από τους γιους του. Η αφρικανική στρατιά στασίασε πράγματι, σκότωσε τους γιους του και συμμάχησε με τους Καρχηδόνιους.

Ο Αγαθοκλής ανταπάντησε εξοντώνοντας τις οικογένειες των στασιαστών πίσω στις Συρακούσες, συνάπτοντας ταυτοχρόνως ειρήνη με τους επίσης ταλαιπωρημένους και εξαντλημένους Καρχηδόνιους. Οι οποίοι βγαίνοντας από την εξίσωση τον άφησαν ελεύθερο να ολοκληρώσει την εκστρατεία κατάληψης της Σικελίας, εξασκώντας πια σημαντική επιρροή στην Αδριατική.

Το τέλος

Μαθαίνοντας για τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή, ο Αγαθοκλής αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς της Σικελίας το 304 π.Χ. και θέλησε να επεκτείνει την ηγεμονία του μέσω γάμων και συμφωνιών με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου και τον Πύρρο της Ηπείρου. Τώρα πάντρευε τα παιδιά (από τρεις γυναίκες) και τα εγγόνια του σε γάμους συμφέροντος και, παρά την προχωρημένη του ηλικία, ονειρευόταν νέες μάχες κατά της Καρχηδόνας.

Στα 72 του πια, το 289 π.Χ., ετοιμαζόταν πράγματι για έναν νέο πόλεμο κατά των διαχρονικών εχθρών του έχοντας «αρματώσει διακόσιες τετρήρεις και εξήρεις». Πριν φύγει από τις Συρακούσες, αρρώστησε όμως βαριά. Ίσως και να τον δηλητηρίασαν, μας λέει ο Διόδωρος, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος.

Πριν φύγει από τον κόσμο, έκανε άλλη μια κίνηση-ματ για την υστεροφημία του. Ανακοίνωσε την παλινόρθωση της δημοκρατίας στην πόλη που τόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του! Πιθανότατα, μας λέει ο Διόδωρος, γιατί δεν θεωρούσε κανέναν κατάλληλο να τον διαδεχτεί στο τιμόνι των Συρακουσών.

Αφού μας πει πως «ο θάνατος του ήταν αυτός που άξιζε στην άνομη ζωή του», μιας και «ο Αγαθοκλής είχε διαπράξει πολλά και κάθε είδους φονικά κατά την ηγεμονία του και, επειδή είχε προσθέσει στην ωμότητα εναντίον των ομοφύλων του και την ασέβεια προς τους θεούς», ο Διόδωρος μας λέει τι απέγινε η κληρονομιά του μετά τον θάνατό του:

«Οι Συρακούσιοι, μόλις απέκτησαν δημοκρατικό πολίτευμα, δήμευσαν την περιουσία του Αγαθοκλή και γκρέμισαν τα αγάλματα που είχε στήσει εκείνος». Και σύντομα το βασίλειο που με τόση μπαμπεσιά και στρατιωτική ικανότητα κατάφερε να δημιουργήσει θα ήταν παρελθόν…

ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Απάντηση

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Τα κάλαντα του Λαζάρου στην Αλεξανδρούπολη (Video)

Δημοσιεύτηκε

στις

Ένα έθιμο, το οποίο τείνει να εκλείψει τα τελευταία χρόνια, αναβίωσαν τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Παραδοσιακών Χορών “Ο Έβρος” . Τα κάλαντα του Λαζάρου, τα οποία τραγουδιούνται πλέον σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες.

Το Σάββατο του Λαζάρου (το Σάββατο πριν από την Κυριακή των Βαΐων) τα παιδιά γυρίζουν τα σπίτια και τραγουδούν τα ειδικά κάλαντα (Λαζαρικά) σε διάφορες παραλλαγές, που εξιστορούν την «εκ νεκρών έγερση» του Λαζάρου. Τελειώνοντας το τραγούδι τους τα Λαζαράκια, όπως αποκαλούνται οι καλαντιστές της ημέρας, συνεχίζουν με ευχετικούς και επαινετικούς στίχους για το σπίτι και δέχονται ως φιλοδώρημα αυγά που τα τοποθετούν σ’ ένα στολισμένο καλαθάκι (σε κάποιες περιοχές φρούτα ή χρήματα). Τον Λάζαρο τραγουδούν κυρίως κορίτσια σχολικής ηλικίας, τα οποία αποκαλούνται λαζαρίνες, λαζαρίτσες, λαζαρούδισσες κ.α. Γενικότερα, το Σάββατο του Λαζάρου λαμβάνει χαρούμενο χαρακτήρα, καθώς η έγερση του Λαζάρου προαναγγέλλει την Ανάσταση του Χριστού.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

Πού ήσουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος;
Κάτω στους νεκρούς, σαν πεθαμένος.

Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου πικρό φαρμάκι.

Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι,
Που ‘ν’ το στόμα μου, σαν περιβόλι.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,
ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μάνα σου από την πόλη,
σου ’φέρε χαρτί και κομπολόι.

Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη,
γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.

Το κοφνάκι μου θέλει αυγά,
κι η τσεπούλα μου θέλει λεφτά.

Βάγια, Βάγια και Βαγιώ.
τρώνε ψάρι και κολιό.
Και την άλλη Κυριακή,
τρώνε το ψητό τ’ αρνί.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΔΟΞΑΤΟ

Η Επανάσταση του 1821 στη Θράκη και τη Μακεδονία

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι τοπικές εξεγέρσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη πραγματοποιήθηκαν κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες απ’ ό,τι στη Ρούμελη και στον Μοριά, αφού η Βόρεια Ελλάδα βρισκόταν σε στενό στρατιωτικό έλεγχο και πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη.

 
Μπορεί η Μακεδονία και η Θράκη, όπως και άλλες περιοχές της χώρας, να μην απελευθερώθηκαν από τη μεγαλειώδη και παγκόσμιας ακτινοβολίας Ελληνική Επανάσταση του 1821, σίγουρα όμως και τα μέρη αυτά έχουν το δικό τους μερτικό στην εξέλιξη και την τελική έκβαση της Επανάστασης. 

Άλλωστε, ανάλογης αποφασιστικότητας επαναστατικός ξεσηκωμός ήταν οι δράσεις και οι εκδηλώσεις των υπόδουλων Βορειοελλαδιτών κατά την περίοδο αυτή. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στο φαινόμενο του κλεφταρματολισμού, που ήταν ένας συνεχής επαναστατικός ανταρτικός πονοκέφαλος για τους κατακτητές, αλλά κυρίως για τις ηρωικές τοπικές εξεγέρσεις, οι οποίες δεν ήταν άσχετες με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Οι τοπικές εξεγέρσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη πραγματοποιήθηκαν κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες απ’ ό,τι στη Ρούμελη και στον Μοριά, αφού η Βόρεια Ελλάδα βρισκόταν σε στενό στρατιωτικό έλεγχο και πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη, οπότε πολύ εύκολα ένας ξεσηκωμός θα καταπνιγόταν στο αίμα. Και αυτό δεν αποφεύχθηκε, αφού οι συνέπειες τόσο για τους αγωνιστές όσο και για τα γυναικόπαιδα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρές.

Τα γεγονότα αυτά όμως δεν πέρασαν απαρατήρητα ούτε από τους ξένους, οι οποίοι τα κατέγραψαν και τα πρόβαλαν, ή ακόμη εμπνεύστηκαν από αυτά για να εκφραστούν καλλιτεχνικά και να καταγγείλουν παράλληλα τις ωμότητες που πραγματοποιήθηκαν. Απόδειξη, ο πίνακας του Αυγούστου Βινσόν που βρίσκεται στο Παρίσι, στο Μουσείο του Λούβρου, και αφορά το ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης τον Σεπτέμβριο του 1821 και κοσμεί το εξώφυλλο του αφιερώματός μας.

Όσο για τους διασωθέντες επαναστατημένους αγωνιστές της περιόδου αυτής, βρέθηκαν στη συνέχεια στη Νότια Ελλάδα για να συνδράμουν τις εκεί πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ πολλοί θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία της πατρίδας και για την εθνική μας παλιγγενεσία. Αυτό αποδεικνύει πως οι αγράμματοι και απλοϊκοί αγωνιστές γνώριζαν και είχαν μια γενικότερη συγκρότηση σχετικά με το ποιο ήταν το διακύβευμα για το γένος.

Οι σκλαβωμένοι όμως Βορειοελλαδίτες δεν έπαψαν να ξεσηκώνονται και κατά τη λεγόμενη μεταπαναστατική περίοδο, αφού ήξεραν πως αυτός ήταν ο μόνος δρόμος για την απελευθέρωσή τους. Συνέχεια όλων αυτών των ξεσηκωμών ήταν και η ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908).

Ο ελληνισμός, το γένος, ο κόσμος της πονεμένης ρωμιοσύνης, μέσα στα χρόνια της σκλαβιάς βρήκε τρόπους για αυτοοργάνωση και δράση για την επίτευξη οικονομικών και εμπορικών στόχων αλλά και για τη μόρφωση και την παιδεία των υποδούλων, το κτίσιμο ναών και άλλων κοινωφελών έργων, όπως και για την ευρύτερη κοινωνική συμπαράσταση και αντίσταση στον κατακτητή. Και προφανώς όλο αυτό το κοινοτικό πνεύμα θέριευε και τον καημό της ρωμιοσύνης για ελευθερία και εθνική ανάταση. Αυτό αποδεικνύει και την ομοψυχία όλων των σκλαβωμένων Ελλήνων για ξεσηκωμό.

Η κεντρική εικόνα του άρθρου είναι πίνακας του Auguste Vinchon, που βρίσκεται στο Λούβρο, και απεικονίζει το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης, το οποίο συνέβη την 1η Σεπτεμβρίου 1821 (περισσότερα εδώ).

Διαβάστε το 8σέλιδο αφιέρωμα της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (25/3/2012)

Πατήστε Fullscreen (κάτω δεξιά) για καλύτερη ανάγνωση


Επιμέλεια αφιερώματος – εισαγωγή: Στέλιος Κούκος
Γράφουν: Βαΐα Δραγάτη, Φάνης Μαλκίδης, Όλγα Μπελεγάκη, Ελένη Σταματιάδου
Κείμενο: Pliny Fisk

Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Alexandroupoli Online 

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Πώς και πότε γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου

Δημοσιεύτηκε

στις

Το 1838 στην Αθήνα γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο.

 
Η 25η Μαρτίου, ως ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα του 1838 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο. Η καθιέρωση της εορτής οφείλεται στην επιμονή και το πείσμα του Δημάρχου της Αθήνας, Δημητρίου Καλλιφρονά (1805-1897). 

Ο Δήμαρχος ήρθε σε ρήξη με τη βαυαρική διοίκηση και συγκεκριμένα με το Υπουργείο των Εσωτερικών το οποίο δεν επιθυμούσε έξοδα για γιορτές όταν οι αγωνιστές δεν είχαν να φάνε.

Κατά μία άλλη εκδοχή το Παλάτι, μάλλον, δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την επανάσταση των Ελλήνων. Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν τότε στην πρωτεύουσα. 

Δημήτριος Καλλιφρονάς
Δήμαρχος Αθηναίων την περίοδο 1837-1841

Συγκεκριμένα, σημαιοστόλισε την πόλη και καθάρισε τις, λιγοστές τότε, πλατείες. Ο εορτασμός άρχισε την παραμονή το βράδυ με 21 κανονιοβολισμούς. Και την άλλη μέρα, Παρασκευή πρωί ανήμερα του Ευαγγελισμού, η Αθήνα ξύπνησε με 21 νέους κανονιοβολισμούς. Αριθμός συμβολικός που συνδυάζεται με το ’21 της Επανάστασης. Άρχισαν έπειτα να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών.

Το πρωί της 25ης Μαρτίου 1838, εψάλη δοξολογία στον τότε Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης (στην οδό Αιόλου) στην οποία, και μόνο εκεί, παραβρέθηκε και ο Όθων ντυμένος με την παραδοσιακή φουστανέλα. 

Μπροστά στα Παλαιά Ανάκτορα, στη σημερινή Πλατεία Κλαυθμώνος, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει αψίδα γιορταστική και εκεί άρχισε, μετά την Δοξολογία, το μεγάλο γιορταστικό πανηγύρι, με χορούς και τραγούδια, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι νέοι της πόλης ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη και τους παρακολούθησαν πολλοί από τους Αγωνιστές του 1821. Τη νύχτα ο Δήμαρχος φωταγώγησε με λαδοφάναρα τους κεντρικούς δρόμους και την Ακρόπολη.

Είναι αξιοσημείωτο να τονιστεί ότι τότε η πρωτεύουσα, φωτιζόταν με 70 – 80 λαδοφάναρα του Δήμου και όταν φυσούσε δυνατός άνεμος έσβηναν όλα. Για να περιοριστούν τα περιττά έξοδα (για το φωτισμό ο Δήμος δαπανούσε το 5% του προϋπολογισμού του), κατά τις νύχτες με φεγγάρι άναβαν μόνο 20 – 25 λαδοφάναρα.

Τέλος, οι Αθηναίοι έμειναν αποσβολωμένοι από το υπερθέαμα, όταν αντίκρισαν στο Λυκαβηττό φαναράκια που τα κρατούσαν νεολαίοι της εποχής και σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό σταυρό με τις λέξεις «Εν τούτω Νίκα».

Ιδού και μια συνοπτική περιγραφή της γιορτής που μας διασώζει ο λόγιος και πολιτικός Ρήγας Παλαμήδης:

«Η τελετή εγένετο μεθ’ όλης της πομπής και επισημότητας – είχον δε συνέλθει ενταύθα άπασαι σχεδόν αι δημοτικοί αρχαί της Αττικής και πλήθος λαού των περιχώρων μετά των σημαιών, όπλων και τυμπάνων ώστε η πόλις των Αθηνών παριστά μέχρι της εσπέρας της επιούσης το θέαμα μεγαλοπρεπούς και τερπνής πανηγύρεως, εν πλήρει τάξει και ησυχία τελούμενης».

Βαυαρός δημοσιογράφος που παρακολούθησε τις εκδηλώσεις έγραφε σε ρεπορτάζ του: «Κατά την τριετή παραμονή μου στην Ελλάδα, δεν έτυχε να ζήσω παρόμοιες σκηνές ενθουσιασμού και διθυραμβικών εκδηλώσεων όπως εκείνη την ημέρα της 25ης Μαρτίου που γιορτάστηκε για πρώτη φορά ως Εθνική Εορτή του Ελληνισμού στην Εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αθήνα. Οι Αρβανίτες είχαν κατεβεί με τις σημαίες τους από τα βουνά, οι αγρότες της περιοχής έκαναν παρέλαση με τα νταούλια και το ζουρνά τους αθρόοι στην πόλη, οι συντεχνίες με τα λάβαρα των επαγγελμάτων τους άφηναν χαρούμενοι τις μεταξένιες σημαιούλες τους να κυματίζουν στον αέρα».

Έτσι, το 1838 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821. Και τούτη η γιορτή έγινε με γκρίνια, με διαφωνίες και με πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια (ενώ χρήματα δεν υπήρχαν), κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια μας. Οι κακές γλώσσες λένε ότι για τη γιορτή ετούτη δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.

Σημείωση: Στους ιστορικούς μελετητές είναι γνωστό το κείμενο του “Διατάγματος 980/1838” της 15ης Μαρτίου 1838 του Δημάρχου της Αθήνας Δημητρίου Καλλιφρονά, μετά από πρόταση του Γραμματέα της Επικρατείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γεώργιου Γλαράκη, που καθιέρωνε τη μεγάλη εθνική εορτή, αλλά το κείμενο τούτο κυκλοφόρησε μόνο στον Τύπο και δε δημοσιεύτηκε ποτέ στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (συνεπώς δεν πρόκειται για Διάταγμα). 

Το κείμενο του “Διατάγματος” έχει ως εξής:

 
Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα, διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγιας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής και διατάττομεν την διαληφθείσαν Γραμματείαν να δημοσιεύση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα.

Δύο μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος εκδόθηκε από την Γραμματεία της Επικρατείας Εγκύκλιος που κοινοποιούσε το διάταγμα στην Περιφερειακή Διοίκηση και έδινε οδηγίες για τον εορτασμό της μεγάλης ιστορικής ημέρας σε όλη την Ελλάδα.

Η Εγκύκλιος, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΦΗΜΗ στις 19 Μαρτίου 1838 έχει ως εξής:

 
Η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία της Επικρατείας 

Προς τας Διοικητικάς αρχάς του Κράτους

Η Α. Μ. ο Σ. ημών Βασιλεύς, λαβών υπ’ όψιν, ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγϊας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, δια την κατ’ αυτήν ταύτην την ημέραν έναρξιν του υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, ηυδόκησεν δια Β. Διατάγματος εκδοθέντος την 15ην του παρόντος μηνός υπ. αρ. 980, να καθιέρωση την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ. Τούτο γνωοτοποιούντες εις υμάς δια της παρούσης, σας προσκαλούμε, κύριε Διοικητά, συνεννοούμενοι με την Επιτόπιον Εκκλησιαστικήν Αρχήν, να κάμετε γνωστήν εις τους υπό την ημετέραν Διοίκησιν διατελούντες λαούς την Υ. (=Υψηλοτάτην) ταύτην της Α.Μ. απόφασιν, πανηγυρίζοντες λαμπρώς την Εορτήν ταύτην, προσεγγίζουσα ήδη κατά το ενεστώς έτος και μέλλουσαν να τελήται ενιαυσϊως εις το διηνεκές.

Εν Αθήναις τη 17 Μαρτίου 1838
Ο Γραμματεύς Γ. Γλαράκης

Πηγές: 24grammata.com (Γ. Δαμιανός), Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη» τ. 345 (1997) 

Alexandroupoli Online 

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΕΠΙΚΑΙΡΑ

25η Μαρτίου | Τι γιορτάζουμε σήμερα

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο απανταχού ελληνισμός τιμά σήμερα τους προγόνους του, που άρχισαν την επανάσταση το 1821 ενάντια στον τουρκικό ζυγό, για να ζούμε σήμερα εμείς ελεύθεροι στην πατρίδα μας. Παράλληλα τιμά την Ορθόδοξη πίστη του, εορτάζοντας την επέτειο αναγγελίας της γέννησης του Ιησού. Η 25η Μαρτίου είναι θρησκευτική αλλά και Εθνική εορτή. 

Η ημέρα αυτή είναι επίσημη αργία στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ο διπλός εορτασμός της, την κάνει μία από τις σημαντικότερες ημερομηνίες του χρόνου.
 Η 25η Μαρτίου είναι θρησκευτική γιορτή. Η εκκλησία μας τιμά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Η 25η Μαρτίου είναι όμως και επέτειος Εθνική, αφού η ημέρα αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της ελληνικής επανάστασης ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία το 1821. 

Η γαλανόλευκη σημαία έχει τη τιμητική της. Σε όλα τα σημεία της γης, οι Ελληνες παρευλάνουν στις λεωφόρους του κόσμου, ενώ οι ορθόδοξες εκκλησίες χτυπούν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Ο εορτασμός της Θεοτόκου

25. ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 4

Ετυμολογικά, η λέξη Ευαγγελισμός προέρχεται από την ομηρική λέξη ευάγγελος, που σημαίνει αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων (ευ + άγγελος).

Τα χαρμόσυνα νέα μετέφερε στη Θεοτόκο ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ο οποίος της είπε πως πρόκειται να κυοφορήσει τον Ιησού, τον γιό του Θεού. 

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά ο Θεός έδωσε στην Παναγία τη δυνατότητα να αποφασίσει μόνη της, δίνοντας της την χαρά της συνδημιουργίας.

Η Παναγία ρώτησε τον Άγγελο πώς θα γινόταν να κυοφορήσει παιδί δεδομένου ότι δεν είχε σωματική επαφή με κάποιον άνδρα μιας και ήταν ακόμα αρραβωνιασμένη και όχι παντρεμένη με τον Ιωσήφ.

Τότε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εξήγησε στη Μαρία ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και ότι Αυτός θα φροντίσει για όλα. Για αυτό και το παιδί αυτό θα είναι ο Υιός του Θεού.

Έτσι η Παναγία δέχτηκε το Θεϊκό πρόσταγμα και ο Γαβριήλ αποχώρησε έχοντας εκπληρώσει το έργο του.

Γιατί είναι Εθνική εορτή

epanastasi 1821

Στις 25 Μαρτίου γιορτάζουμε την Επανάσταση του 1821 που έγινε εναντίον του τουρκικού ζυγού μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς.

Στην ουσία αναφερόμαστε στην ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών με σκοπό την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, του ελληνικού κράτους που υπάρχει ακόμη και σήμερα.

Γιορτάζουμε την ανεξαρτησία της Ελλάδας κι όπως και στην περίπτωση της 28ης Οκτωβρίου, έτσι και την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε ουσιαστικά την έναρξη και όχι τη λήξη της επανάστασης.

Πιο συγκεκριμένα, η Επανάσταση, σε διπλωματικό επίπεδο, ξεκίνησε ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1821 από την μακρινή Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία) από τον πρίγκηπα Αλέξανδρο Υψηλάντη.

Στην Ελλάδα η εξέγερση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και γρήγορα εξαπλώθηκε στη Στερεά Ελλάδα κι από εκεί σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας που ήταν απαραίτητη για την εκκίνηση της Επανάστασης καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο νεοελληνικός διαφωτισμός.

Από τους κυριότερους εκπροσώπους του υπήρξε ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής, ο οποίος είχε γράψει και το περίφημο “καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά 40 χρόνια σκλαβιά και φυλακή”, φράση η οποία συνδέθηκε άρρηκτα με τον απελευθερωτικό αγώνα.

Σύμφωνα με τους λαϊκούς θρύλους η Επανάσταση ξεκίνησε από τα Καλάβρυτα και συγκεκριμένα από την Αγία Λαύρα.

epanastasi1821 zps81c9f07e copy

Εκεί, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε κρυφά τη σημαία της Επανάστασης στις 25 Μαρτίου 1821, δίνοντας το έναυσμα για τον απελευθερωτικό αγώνα.

Το γεγονός αυτό καταγράφηκε ιστορικά και μάλιστα του δόθηκε έμφαση καθώς συσχέτιζε κατά κάποιον τρόπο την Εκκλησία και τη θρησκευτική παράδοση με την Επανάσταση.

Επίσης, σύμφωνα με μια άποψη η ημερομηνία επιλέχθηκε αφενός λόγω της θρησκευτικής σημασίας της και αφετέρου γιατί πίστευαν ότι την ημέρα εκείνη θα μπορούσαν να κρύψουν την Επανάσταση μέσα στους θρησκευτικούς πανηγυρισμούς.

Έτσι η επέτειος εορτασμού του ιστορικού αυτού γεγονότος καθορίστηκε να γίνεται κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών θεμελιώθηκε την 25 Δεκ. 1842 και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου για να τιμηθεί η 25 Μαρτίου 1821.

Πότε και πως καθιερώθηκε

Ο εορτασμός της Επανάστασης την 25η Μαρτίου καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα της Κυβέρνησης Όθωνος και συγκεκριμένα του Γεώργιου Γλαράκη, γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών.

Ο Όθωνας προσπαθούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά του προσεταιριζόμενος την απήχηση των εκφραστών της Ορθοδοξίας, και ενδεχομένως σε αυτό να οφείλεται η θρησκευτική χροιά του διατάγματος και η καθιέρωση της εορτής.

Ωστόσο, κατά τον πρώτο εορτασμό της επετείου, το 1838, από τους ξένους πρέσβεις και προσωπικό πρεσβειών απουσίασαν από την εορτή μόνο αυτοί της Ρωσίας και της Αυστρίας με τους υπαλλήλους τους.

Ο πρώτος εορτασμός στην Αθήνα όπου συμμετείχαν ο Βασιλιάς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πλήθος λαού, έγινε στον Ναό της Αγίας Ειρήνης.

othon

Το 1839, ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι η 25η Μαρτίου ήταν ημέρα «ρητή και εμφυτευμένη εις τας καρδίας των Πελοποννησίων κτλ. ως ημέρα ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως», ενώ ο ίδιος παρουσιάζει τα γεγονότα στα οποία η 25η Μαρτίου είναι μια από τις ημέρες των πρώτων ενεργειών που άρχισαν μετά τα μέσα Μαρτίου και όχι «ημέρα ενάρξεως».

Μετά την επίσημη καθιέρωση του εορτασμού, και ιδίως το 1841, έγινε προσπάθεια οικειοποίησης της επετείου από την αντιπολιτευόμενη αντι-οθωνική μερίδα, με ιδιωτικούς εορτασμούς στους οποίους προβαλλόταν ιδιαίτερα η μορφή του Κοραή.

Η εορτή συνέχισε να είναι αντικείμενο κομματικών και τοπικιστικών αντιπαραθέσεων: ιδιαίτερες αντιδράσεις προκάλεσε το 1846 και 1847 η απόφαση του πρωθυπουργού Κωλέττη για την πραγματοποίηση επίσημης τελετής στον τάφο του ρουμελιώτη οπλαρχηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Φάληρο, καθώς θεωρήθηκε ότι οδηγούσε σε ταύτιση της Επανάστασης με ένα πρόσωπο.

Έως το 1875 ο στρατός βρισκόταν παρατεταγμένος κατά μήκος της διαδρομής της βασιλικής πομπής από τα ανάκτορα προς την εκκλησία και αντίστροφα.

assets LARGE t 420 54485723 type13145

Στρατιωτικές παρελάσεις

Το 1875 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά παρέλαση του στρατού μπροστά από τα ανάκτορα, πρακτική τρέχουσα από τα μέσα του αιώνα σε δημόσιες γιορτές στη Γαλλία και τα γερμανικά κράτη.

Την επόμενη χρονιά, αν και δεν πραγματοποιήθηκε στρατιωτική παρέλαση εξαιτίας βροχής, δίπλα στο στρατό παρατάχθηκε και μία πανεπιστημιακή φάλαγγα.

20120910135748 b3dd469b me

Μαθητικές παρελάσεις

Η πρωιμότερη αναφορά για μαθητική παρέλαση εντοπίζεται το 1899.

Τα σχολεία είχαν παραταχθεί και κατά τον εοαρτασμό της 25ης Μαρτίου του 1924, όταν ανακηρύχθηκε η Δημοκρατία. Τα επόμενα χρόνια την παρέλαση του στρατού πλαισίωναν και πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών.

Το 1932 τα σχολεία της Αθήνας παρήλασαν μπροστά από επισήμους στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη μαζί με τους προσκόπους, τη «φρουρά της πόλης» και τις «εθνικιστικές οργανώσεις».

Από το 1936 η μαθητική παρέλαση, που έγινε μπροστά από το βασιλιά Γεώργιο και τον πρωθυπουργό Μεταξά, έλαβε επίσημο χαρακτήρα.

Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά οι παρελάσεις μαθητών και φαλαγγιτών (μελών της ΕΟΝ) προσέλαβαν μεγάλη σημασία και συνδέθηκαν με τη στρατιωτική παρέλαση. Η πρακτική των μαθητικών παρελάσεων εξακολούθησε κατά την εμφυλιοπολεμική περίοδο και έπειτα έως και μετά τη μεταπολίτευση.

newsbomb.gr

 

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ
old_town_inn
ergasia_syn
epikairotita

Social

Facebook
INSTAGRAM
Twitter
YOUTUBE



ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ

Δρομολόγια Πλοίων από και προς Καβάλα

Γιατροί ΕΟΠΥΥ ΚΑΒΑΛΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠIΣHΣ

Αρέσει σε %d bloggers: