Στην τελική ευθεία μπαίνει η προετοιμασία της κυβέρνησης για τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, με τις συσκέψεις στο Μέγαρο Μαξίμου να επικεντρώνονται τόσο στο οικονομικό πακέτο όσο και στο ενδεχόμενο ορισμένες παρεμβάσεις να εφαρμοστούν νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό.
Παρότι το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων αναμένεται να αφορά το 2027, εξετάζεται το ενδεχόμενο κάποιες παρεμβάσεις να ενεργοποιηθούν πριν από το τέλος του 2026, με στόχο, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, να περιοριστούν οι πιέσεις που αντιμετωπίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ποιοι βρίσκονται στο επίκεντρο των μέτρων
Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκονται οικογένειες με παιδιά, συνταξιούχοι, μικρομεσαίοι και ελεύθεροι επαγγελματίες.
Κεντρική επιδίωξη, όπως παρουσιάζεται από την κυβερνητική πλευρά, είναι η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, με τις παρεμβάσεις να προσαρμόζονται στα δημοσιονομικά περιθώρια.
Το ενδεχόμενο να υπάρξουν μέτρα με εφαρμογή ήδη μέσα στο τρέχον έτος άφησαν ανοιχτό τόσο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης όσο και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης.
Προς το παρόν, ωστόσο, δεν έχουν παρουσιαστεί οι τελικές παρεμβάσεις ούτε το ακριβές ύψος του πακέτου.
Στο «μικροσκόπιο» οι διεθνείς εξελίξεις
Στον κυβερνητικό σχεδιασμό συνυπολογίζεται και το διεθνές περιβάλλον, καθώς οι εξελίξεις εκτός Ελλάδας δημιουργούν πρόσθετες οικονομικές αβεβαιότητες.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις εξελίξεις γύρω από τη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν, αλλά και στη νέα ένταση στις σχέσεις Γερμανίας και Ρωσίας.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει αντοχές, ενώ παράλληλα επικαλείται τις παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών στην αγορά. Το κατά πόσο οι διεθνείς εξελίξεις θα οδηγήσουν σε αλλαγές στο τελικό πακέτο της ΔΕΘ μένει να αποσαφηνιστεί.
Ο ορίζοντας του 2030
Οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού δεν αναμένεται να περιοριστούν στα άμεσα οικονομικά μέτρα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που περιγράφεται, πρόκειται να παρουσιάσει έναν ευρύτερο οδικό χάρτη με ορίζοντα το 2030, ο οποίος θα περιλαμβάνει κοινωνική και οικονομική πολιτική, εξωτερική πολιτική, άμυνα και θεσμικές παρεμβάσεις.
Παράλληλα, από την κυβερνητική πλευρά αναμένεται να δοθεί έμφαση στη λεγόμενη «Συμφωνία Αλήθειας», με το Μέγαρο Μαξίμου να επιχειρεί να συνδέσει τις νέες δεσμεύσεις με την κυβερνητική αξιοπιστία και την υλοποίηση προηγούμενων εξαγγελιών.
Πολιτική αντιπαράθεση πριν από τη ΔΕΘ
Στο πολιτικό σκηνικό εντάσσεται και η παρουσίαση οικονομικού προγράμματος από τον Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, πριν από την ομιλία του πρωθυπουργού.
Η κυβέρνηση έχει ασκήσει κριτική στην επιλογή αυτή, χαρακτηρίζοντάς την αντιθεσμική και υποστηρίζοντας ότι ανατρέπει μια παράδοση δεκαετιών. Πρόκειται για πολιτική θέση της κυβερνητικής πλευράς.
Η φετινή παρουσία στη ΔΕΘ αποκτά έτσι διπλή διάσταση: από τη μία τις άμεσες παρεμβάσεις για εισοδήματα και κόστος ζωής και από την άλλη την παρουσίαση ενός ευρύτερου κυβερνητικού σχεδίου που φιλοδοξεί να φτάσει έως το 2030.
Ακίνητα – Οι ενστάσεις της αγοράς για τα μέτρα της ΔΕΘ
Ανάμεικτες είναι οι πρώτες αντιδράσεις της αγοράς ακινήτων στο νέο πακέτο παρεμβάσεων που παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ, με ιδιοκτήτες και επαγγελματίες του real estate να αναγνωρίζουν θετικά σημεία, αλλά παράλληλα να εκφράζουν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα ορισμένων μέτρων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η αξιοποίηση των κλειστών κατοικιών, η φορολογία των εισοδημάτων από ακίνητα, οι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και ο αυξημένος φόρος μεταβίβασης για συγκεκριμένες κατηγορίες αγοραστών από τρίτες χώρες.
Κοινός παρονομαστής των ενστάσεων είναι το κατά πόσο το νέο πλαίσιο μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών και, κατ’ επέκταση, σε αποκλιμάκωση των πιέσεων στις τιμές και τα ενοίκια.
Κλειστά σπίτια: Θετική η παράταση, αλλά με ενστάσεις
Η ΠΟΜΙΔΑ αντιμετωπίζει θετικά την παράταση της τριετούς απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος για ιδιοκτήτες που επαναφέρουν κλειστές κατοικίες στη μακροχρόνια μίσθωση.
Εκφράζει, ωστόσο, ενστάσεις για τις προϋποθέσεις εφαρμογής, θεωρώντας ότι περιορίζουν τον αριθμό των ακινήτων που μπορούν να αξιοποιήσουν το κίνητρο.
Η θέση που προβάλλεται από την πλευρά των ιδιοκτητών είναι ότι η απαλλαγή θα πρέπει να καλύπτει κάθε κλειστή ή μη εκμισθωμένη κατοικία που επιστρέφει στη μακροχρόνια αγορά, με λιγότερους περιορισμούς.
Φορολογία ενοικίων και ΕΝΦΙΑ
Στις παρατηρήσεις της αγοράς περιλαμβάνεται και η φορολογική μεταχείριση των εισοδημάτων από ακίνητα. Εκπρόσωποι των ιδιοκτητών ζητούν ισχυρότερα φορολογικά κίνητρα για τη μακροχρόνια μίσθωση.
Παράλληλα, διατυπώνονται ενστάσεις για την απουσία μιας ευρύτερης παρέμβασης στον ΕΝΦΙΑ.
Η ΠΟΜΙΔΑ επαναφέρει επίσης το αίτημα για ένα σύστημα που θα παρέχει στους ιδιοκτήτες καλύτερη εικόνα για τη φερεγγυότητα των υποψήφιων ενοικιαστών, συνδέοντας την ανασφάλεια για απλήρωτα ενοίκια με την επιλογή ορισμένων ιδιοκτητών να διατηρούν τα ακίνητά τους εκτός αγοράς.
Συνεχίζεται η αντιπαράθεση για τα Airbnb
Διαφορετικές προσεγγίσεις υπάρχουν και για την παράταση των περιορισμών στις νέες βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Η κυβερνητική στόχευση είναι να περιοριστεί η περαιτέρω επέκταση των Airbnb σε περιοχές με αυξημένη στεγαστική πίεση, ώστε περισσότερα ακίνητα να διοχετευθούν στη μακροχρόνια μίσθωση.
Από την πλευρά τους, εκπρόσωποι των ιδιοκτητών αμφισβητούν κατά πόσο οι οριζόντιοι περιορισμοί μπορούν από μόνοι τους να αντιμετωπίσουν το στεγαστικό πρόβλημα.
Φόρος 15% στις αγορές κατοικιών από τρίτες χώρες
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί η αύξηση του φόρου μεταβίβασης από 3% σε 15% για συγκεκριμένες αγορές κατοικιών από πολίτες τρίτων χωρών. Μαζί με την εισφορά υπέρ δήμων, η συνολική επιβάρυνση φτάνει στο 15,45%.
Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παραθέτει το δημοσίευμα, το μέτρο θα εφαρμοστεί από την 1η Ιουλίου 2027 και θα αφορά φυσικά πρόσωπα από χώρες εκτός ΕΕ και ΕΟΧ που δεν διαθέτουν καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος.
Εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, εταιρείες και ομογενείς, ενώ ο αυξημένος συντελεστής αφορά κατοικίες και όχι επαγγελματικά ακίνητα ή οικόπεδα.
Οι φόβοι για τις επενδύσεις
Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να γίνεται διάκριση ανάλογα με το είδος της επένδυσης. Κατά την άποψή τους, διαφορετική επίδραση στη στεγαστική αγορά έχει η αγορά κατοικίας σε περιοχή με υψηλή ζήτηση για κύρια κατοικία και διαφορετική η απόκτηση ενός πολυτελούς ακινήτου.
Αντίστοιχες επιφυλάξεις εκφράζονται για επενδύσεις που δημιουργούν νέο οικιστικό απόθεμα, όπως η μετατροπή επαγγελματικών ή βιομηχανικών κτιρίων σε κατοικίες. Η θέση της αγοράς είναι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις προστίθενται νέες κατοικίες αντί να αφαιρούνται ήδη διαθέσιμες από την αγορά.
Το βασικό ερώτημα για το πακέτο της ΔΕΘ παραμένει, επομένως, εάν ο συνδυασμός φορολογικών κινήτρων, περιορισμών στα Airbnb και παρεμβάσεων στις αγοραπωλησίες θα καταφέρει να αυξήσει ουσιαστικά την προσφορά. Η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα κριθεί τελικά από το εάν περισσότερα σπίτια θα διατεθούν για αγορά και μακροχρόνια ενοικίαση και κατά πόσο αυτή η αύξηση θα είναι αρκετή για να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές.
Επενδυτικό κενό 4,4 μονάδων από την ΕΕ – Πού υστερεί η χώρα
Σημαντική πρόοδο αλλά και αισθητή απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να παρουσιάζει η Ελλάδα στο πεδίο των επενδύσεων, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦίΜ.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσιάζονται, ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου αυξήθηκε από 10,97% του ΑΕΠ το 2019 σε 16,88% το 2025. Παρά τη βελτίωση σχεδόν έξι ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε έξι χρόνια, η χώρα εξακολουθεί να απέχει περίπου 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 21,32%.
Η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, καθώς οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα παραμένουν κατά 8,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ χαμηλότερα από το 2007.
Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν καλύψει την απόσταση
Η εικόνα είναι διαφορετική στις δημόσιες επενδύσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 2024 αυτές ανήλθαν στο 3,71% του ΑΕΠ, έναντι 3,68% στην ΕΕ-27.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Ελλάδα βρίσκεται οριακά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στον συγκεκριμένο τομέα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται πλέον στις ιδιωτικές και κυρίως στις επιχειρηματικές επενδύσεις.
Μεγάλο το κενό στις επιχειρήσεις
Οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην Ελλάδα διαμορφώνονται στο 8,48% του ΑΕΠ, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 12,69%.
Η διαφορά ξεπερνά τις τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που, σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦίΜ, αποτελεί μία από τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Κατοικία: Ανάκαμψη μετά τη μεγάλη πτώση
Ιδιαίτερα έντονη είναι η απόκλιση στις επενδύσεις σε κατοικίες.
Το 2007 οι επενδύσεις κατοικίας στην Ελλάδα είχαν φτάσει στο 10,99% του ΑΕΠ, όμως ακολούθησε βαθιά υποχώρηση, με το ποσοστό να πέφτει στο 0,61% το 2017.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ανάκαμψη. Οι επενδύσεις σε κατοικίες έφτασαν στο 2,56% του ΑΕΠ το 2024 και στο 3,07% το 2025.
Παρά τη βελτίωση, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη. Για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν 2,53 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από το 5,09% της ΕΕ.
Απόκλιση καταγράφεται και στις λοιπές κατασκευές, όπου οι επενδύσεις στην Ελλάδα ανέρχονται στο 3,98% του ΑΕΠ, έναντι 5,57% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Υστέρηση σε έρευνα και λογισμικό, υπεροχή στον εξοπλισμό ΤΠΕ
Η μελέτη καταγράφει επίσης υστέρηση στα προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, κατηγορία που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων λογισμικό, έρευνα και ανάπτυξη.
Οι σχετικές επενδύσεις στην Ελλάδα έφτασαν στο 2,80% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 4,14% στην ΕΕ-27.
Αντίθετα, στον εξοπλισμό πληροφορικής και επικοινωνιών η Ελλάδα εμφανίζεται να υπερβαίνει αισθητά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επενδύσεις αντιστοιχούν στο 1,51% του ΑΕΠ, έναντι 0,70% στην ΕΕ.
Οι προτεραιότητες που θέτει το ΚΕΦίΜ
Με βάση τα συμπεράσματα της μελέτης, το ΚΕΦίΜ θεωρεί κρίσιμη την επιτάχυνση των επενδύσεων στην κατοικία και την περαιτέρω ενίσχυση των ιδιωτικών και επιχειρηματικών επενδύσεων.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦίΜ, Νίκος Ρώμπαπας, επισημαίνει ότι ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, αλλά και στις επενδύσεις των επιχειρήσεων σε υποδομές, εξοπλισμό, έρευνα και λογισμικό.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα έχει καλύψει μέρος της χαμένης απόστασης των προηγούμενων ετών, χωρίς όμως να έχει ακόμη συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, κυρίως λόγω της υστέρησης στις ιδιωτικές επενδύσεις.
Πλατφόρμα «Συνέπεια» για τα χρέη του Δημοσίου προς ιδιώτες
Νέα ψηφιακή πλατφόρμα για την παρακολούθηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2026, με στόχο να αποτυπώνεται αναλυτικά ποιος κρατικός φορέας καθυστερεί πληρωμές και ποιο είναι το ύψος των εκκρεμοτήτων του.
Η πλατφόρμα θα ονομάζεται «Συνέπεια» και, σύμφωνα με το δημοσίευμα, θα συγκεντρώνει στοιχεία για υπουργεία, νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία, δήμους και άλλους φορείς του Δημοσίου που έχουν οικονομικές υποχρεώσεις προς επιχειρήσεις και πολίτες.
Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνολικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων, ανέρχονταν στα τέλη Ιουλίου σε 3,275 δισ. ευρώ.
Τι θα δείχνει η πλατφόρμα «Συνέπεια»
Μέσω του νέου συστήματος θα είναι δυνατή, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η παρακολούθηση της πορείας των πληρωμών κάθε κρατικού φορέα.
Συγκεκριμένα, θα καταγράφονται τα τιμολόγια που έχουν εξοφληθεί, εκείνα που παραμένουν σε εκκρεμότητα, το συνολικό ύψος των ανεξόφλητων υποχρεώσεων και ο φορέας στον οποίο αντιστοιχεί κάθε καθυστέρηση.
Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται μεγαλύτερη διαφάνεια στην εικόνα των χρεών του Δημοσίου προς την αγορά, αλλά και καλύτερος έλεγχος των φορέων που εμφανίζουν συστηματικές καθυστερήσεις.
Στα 2,646 δισ. ευρώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές
Με βάση τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που επικαλείται το δημοσίευμα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των φορέων του Δημοσίου υποχώρησαν τον Ιούλιο στα 2,646 δισ. ευρώ, από 2,764 δισ. ευρώ τον Ιούνιο.
Μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων ύψους 629 εκατ. ευρώ, το συνολικό ποσό ανέρχεται στα 3,275 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών προέρχεται από τα δημόσια νοσοκομεία, τα οποία εμφανίζονται να χρωστούν 1,235 δισ. ευρώ σε προμηθευτές, έναντι 1,305 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.
Χρέη 681 εκατ. ευρώ από τα ασφαλιστικά ταμεία
Στη δεύτερη θέση βρίσκονται τα ασφαλιστικά ταμεία, με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις 681 εκατ. ευρώ, μειωμένες από τα 715 εκατ. ευρώ του Ιουνίου.
Μέρος των εκκρεμοτήτων συνδέεται με συνταξιοδοτικές υποθέσεις, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις διαδοχικής ή παράλληλης ασφάλισης.
Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης εμφανίζουν οφειλές 326 εκατ. ευρώ, έναντι 333 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο, ενώ οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των Νομικών Προσώπων διαμορφώθηκαν στα 237 εκατ. ευρώ.
Εκκρεμούν επιστροφές φόρων 629 εκατ. ευρώ
Βελτιωμένη εμφανίζεται η εικόνα στις επιστροφές φόρων, οι οποίες μειώθηκαν από 788 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο σε 629 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο, δηλαδή κατά 159 εκατ. ευρώ.
Από το συνολικό ποσό, 181 εκατ. ευρώ αφορούν άμεσους φόρους, 320 εκατ. έμμεσους φόρους, 121 εκατ. μη φορολογικά έσοδα και 6 εκατ. ευρώ λοιπούς φόρους.
Οι επιστροφές που παραμένουν σε εκκρεμότητα για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών ανέρχονται σε 254 εκατ. ευρώ. Από αυτές, ποσό 161 εκατ. ευρώ δεν έχει καταβληθεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, λόγω ελλιπών δικαιολογητικών ή αδυναμίας επικοινωνίας με τους δικαιούχους.
Τα υπόλοιπα 375 εκατ. ευρώ αφορούν επιστροφές φόρων που βρίσκονται σε αναμονή για χρονικό διάστημα μικρότερο των 90 ημερών.
Με την ενεργοποίηση της «Συνέπειας», ο σχεδιασμός προβλέπει πλέον πιο αναλυτική εικόνα των καθυστερήσεων ανά φορέα, ώστε οι συνολικοί αριθμοί των ληξιπρόθεσμων χρεών να συνοδεύονται από σαφή καταγραφή της προέλευσής τους.