Δέκα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, το αδιέξοδο ανάμεσα σε κυβέρνηση και αγρότες βαθαίνει, μετά την άρνηση των μπλόκων να αποδεχθούν την πρόσκληση του πρωθυπουργού για συνάντηση σήμερα στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η κάθε πλευρά κατηγορεί την άλλη για την έλλειψη προόδου, με το Μέγαρο Μαξίμου να αναζητά πολιτική «διέξοδο» τη στιγμή που οι κινητοποιήσεις εντείνονται.
Από χθες, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης εξετάζουν ένα προς ένα τα 13 αιτήματα που απέστειλε επίσημα η Συντονιστική Επιτροπή των μπλόκων στον πρωθυπουργό. Η κοστολόγηση αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στην ημέρα, ωστόσο, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, μεγάλο μέρος των αιτημάτων κρίνεται «μαξιμαλιστικό», ενώ ορισμένα έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με ήδη ειλημμένες αποφάσεις – όπως η υπαγωγή του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ ως «κομβική μεταρρύθμιση» και προϋπόθεση για να συνεχιστεί από την Ε.Ε. η ομαλή καταβολή των αγροτικών ενισχύσεων μετά το σκάνδαλο στον οργανισμό. Υποστηρίζει μάλιστα ότι έτσι «οι έντιμοι αγρότες θα δουν σταδιακά περισσότερα χρήματα στους λογαριασμούς τους», χάρη στους αυστηρότερους ελέγχους.
Τι εξετάζει η κυβέρνηση για τους αγρότες
Όπως έχει ήδη προαναγγείλει ο πρωθυπουργός, η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα πρόσθετο πακέτο μέτρων στήριξης, αξιοποιώντας κυρίως αδιάθετους πόρους από το νέο πλαίσιο των αγροτικών επιδοτήσεων. Όλα αυτά, όπως επιμένει, θα πρέπει να κινούνται «στα όρια των δημοσιονομικών αντοχών» και εντός των ευρωπαϊκών κανόνων.
Στο τραπέζι βρίσκονται, μεταξύ άλλων:
-
Μείωση της τιμής του αγροτικού ρεύματος σε περίπου 0,07 €/kWh
-
Προσαρμογές στο πλαίσιο επιστροφής του ΕΦΚ στο αγροτικό πετρέλαιο, το οποίο ήδη αυξήθηκε κατά 50% τον Νοέμβριο
Αντίθετα, η κυβέρνηση αποκλείει κατηγορηματικά:
-
την πλήρη επιστροφή του ΕΦΚ στην αντλία,
-
καθώς και τη θέσπιση «εγγυημένων χαμηλών τιμών» στα προϊόντα.
Πού «ποντάρει» τώρα το Μέγαρο Μαξίμου
Παρότι η κυβέρνηση είχε διαμηνύσει εγκαίρως ότι «τα περιθώρια έχουν εξαντληθεί» και δεν μπορεί να προχωρήσει σε ρυθμίσεις που αντιβαίνουν στους ευρωπαϊκούς κανόνες και στις αντοχές της οικονομίας, στο κυβερνητικό επιτελείο υπήρχε η εκτίμηση ότι η προσωπική παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα έπειθε τους αγρότες να προσέλθουν σε διάλογο, όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν.
Μετά την άρνηση των μπλόκων να μεταβούν στο Μαξίμου, το βάρος πλέον πέφτει στις κοινωνικές αντιδράσεις. Ο πρωθυπουργός προειδοποίησε ότι οι αποκλεισμοί δρόμων και υποδομών στρέφονται τελικά εναντίον άλλων επαγγελματικών κλάδων και τοπικών κοινωνιών, αποδυναμώνοντας τα ίδια τα αγροτικά αιτήματα.
Όπως τόνισε σε πρόσφατη ανάρτησή του:
«Τα μπλόκα που πλήττουν άλλες κοινωνικές ομάδες δεν υπηρετούν τον αγώνα των αγροτών· αντίθετα τον υπονομεύουν. Οι καταλήψεις δρόμων και δημόσιων υποδομών που ανήκουν σε όλους βλάπτουν τη χώρα και τις τοπικές οικονομίες».
«Όχι διάλογος με τελεσίγραφα»
Μετά το «όχι» του μπλόκου της Νίκαιας στην πρόσκληση για συνάντηση με πανελλαδική αντιπροσωπεία αγροτών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι «διάλογος με τελεσίγραφα δεν γίνεται», υπογραμμίζοντας παράλληλα πως η κυβέρνηση «κρατά ανοιχτή την πόρτα» σε όσους πραγματικά επιθυμούν συζήτηση.
«Οι λύσεις προκύπτουν μόνο μέσα από συζήτηση. Όποιος αρνείται αυτό το πλαίσιο λογικής και δημοκρατίας αναλαμβάνει μεγάλο βάρος απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Οι πρώτες οργανωμένες αντιδράσεις κατά των μπλόκων
Θετικά υποδέχθηκε το Μέγαρο Μαξίμου και την κοινή δήλωση φορέων της παραγωγής και της αγοράς, που εκφράζουν ανησυχία για την άρνηση των αγροτών να καθίσουν στο τραπέζι με τον πρωθυπουργό.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ), το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ), ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) και ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ) υπογραμμίζουν ότι η άρνηση διαλόγου «υπονομεύει την εθνική παραγωγική και εξαγωγική προσπάθεια».
Στην κοινή τους παρέμβαση σημειώνουν ότι ο πρωτογενής τομέας είναι ο πρώτος κρίκος της παραγωγικής αλυσίδας και ότι όταν αυτός αποσύρεται από τον διάλογο, «η ζημιά επεκτείνεται στη βιομηχανία, στη μεταποίηση, στο εμπόριο, στις εξαγωγές και τελικά στην κοινωνία συνολικά». Όπως τονίζουν, το κόστος αυτής της στάσης «δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και οικονομικό και εθνικό», καλώντας τους αγρότες να αναθεωρήσουν τη στάση τους και να προσέλθουν σε διάλογο.