«Το πρόβλημα των αγροτικών ενισχύσεων, όπως αποδείχθηκε από τις μαρτυρίες στην Επιτροπή, είναι πολύ βαθύ και σύνθετο. Ένα πρόβλημα που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε διαχρονικά το σύστημα διαχείρισής τους, με τις τεχνολογικές υποδομές του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τις διαδικασίες ελέγχου, αλλά και με διοικητικές πρακτικές που διαμορφώθηκαν και παγιώθηκαν μέσα στον χρόνο».
Αυτό τόνισε ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Π.Ε. Καβάλας και Εισηγητής του κόμματος στην Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, κ. Μακάριος Λαζαρίδης, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για τα πορίσματα των κομμάτων.
Η Επιτροπή, όπως είπε, «ολοκλήρωσε το έργο της. Η Δικαιοσύνη θα συνεχίσει να ασκεί τον ρόλο της όπου αυτό απαιτείται. Και η Κυβέρνηση έχει ήδη αναλάβει την ευθύνη να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Γιατί τελικά η ευθύνη όλων μας είναι απέναντι στο δημόσιο συμφέρον, απέναντι στους πολίτες και, κυρίως, απέναντι στους ανθρώπους της ελληνικής υπαίθρου που περιμένουν ένα δίκαιο, αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα στήριξής τους».
Ο κ. Λαζαρίδης επισήμανε ότι «εάν από αυτή τη διαδικασία είχαν προκύψει σαφείς ενδείξεις ποινικής ευθύνης για πολιτικά πρόσωπα, τότε ασφαλώς θα έπρεπε να κινηθούν οι αντίστοιχες θεσμικές διαδικασίες. Όμως τα στοιχεία που εξετάστηκαν δεν οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα».
Υπογράμμισε δε ότι «η απόδοση ποινικών ευθυνών σε πολιτικά πρόσωπα δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικούς υπαινιγμούς ή σε πολιτικές εκτιμήσεις. Το κράτος δικαίου απαιτεί συγκεκριμένη απόδειξη και σαφή αιτιολόγηση. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την πολιτική αντιπαράθεση σε διαδικασία ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής», ανέφερε και εξήγησε:
«Από την αρχή της διαδικασίας η αντιπολίτευση επέλεξε να δώσει σε αυτή την υπόθεση έναν χαρακτήρα έντονης ποινικής αντιπαράθεσης. Όμως μετά από πέντε μήνες ακροάσεων, εκατοντάδες ώρες συνεδριάσεων και χιλιάδες σελίδες πρακτικών, δεν προέκυψαν τα στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες αυτές.
Παρόλα αυτά, το ανυπόστατο αφήγημα παραμένει ακριβώς το ίδιο. Σαν να μην μεσολάβησε καμία διαδικασία διερεύνησης. Σαν να μην κατατέθηκαν μαρτυρίες. Σαν να μην αξιολογήθηκαν στοιχεία.
Απεναντίας, το πόρισμα της Νέας Δημοκρατίας καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: δεν τεκμηριώνονται ποινικές ευθύνες για τους δύο πρώην Υπουργούς, κ. Βορίδη και Αυγενάκη, ενώ αναδεικνύεται η ανάγκη βαθιών θεσμικών αλλαγών ώστε να αντιμετωπιστούν οι διαχρονικές, διακομματικές αδυναμίες του συστήματος».
Ακολουθεί η ομιλία:
Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση για τα πορίσματα για τη λειτουργία του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ).
Κύριε Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Η σημερινή συνεδρίαση της Ολομέλειας σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μιας ιδιαίτερα σημαντικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας: του τέλους των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την εξέταση των σχετικών πορισμάτων των κομμάτων.
Η κοινοβουλευτική διερεύνηση που προηγήθηκε ήταν εκτεταμένη και σε βάθος. Για πέντε μήνες πραγματοποιήθηκαν δεκάδες συνεδριάσεις, με συνολική διάρκεια που ξεπέρασε τις 350 ώρες. Εξετάστηκαν 76 μάρτυρες, ενώ κατατέθηκαν εκατοντάδες έγγραφα και στοιχεία που αποτυπώνονται πλέον σε χιλιάδες σελίδες πρακτικών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειονότητα των μαρτύρων – 55 από αυτούς – αφορούσε την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό από μόνο του καταδεικνύει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία δεν επέλεξε τον δρόμο της αποφυγής ή του περιορισμού της έρευνας. Αντιθέτως, άνοιξε πλήρως τη διαδικασία εξέτασης όλων των πτυχών της λειτουργίας του Οργανισμού.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί από την πρώτη στιγμή ακούστηκαν ισχυρισμοί περί «συγκάλυψης». Οι ισχυρισμοί αυτοί, όμως, διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα των εργασιών της Επιτροπής. Όταν εξετάζονται δεκάδες μάρτυρες, όταν κατατίθεται τεράστιος όγκος εγγράφων και όταν δίνεται πλήρης χρόνος για διερεύνηση, τότε είναι προφανές ότι μιλάμε για μια ουσιαστική κοινοβουλευτική διαδικασία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως και η βασική διαφορά αντίληψης που καταγράφηκε σε αυτή
τη συζήτηση. Από την πλευρά της αντιπολίτευσης διατυπώθηκε επανειλημμένα η άποψη ότι θα έπρεπε να έχει συγκροτηθεί Προανακριτική Επιτροπή. Όμως η πορεία των γεγονότων απέδειξε ότι το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια υπόθεση που μπορεί να περιοριστεί σε μια στενή ποινική διερεύνηση συγκεκριμένων προσώπων.
Αντιθέτως, μέσα από τις καταθέσεις και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, κατέστη σαφές ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα πολύ πιο βαθύ και σύνθετο. Ένα πρόβλημα που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε διαχρονικά το σύστημα διαχείρισης των αγροτικών ενισχύσεων, με τις τεχνολογικές υποδομές του οργανισμού, με τις διαδικασίες ελέγχου, αλλά και με διοικητικές πρακτικές που διαμορφώθηκαν και παγιώθηκαν μέσα στον χρόνο.
Με άλλα λόγια, η Εξεταστική Επιτροπή μας επέτρεψε να δούμε το σύνολο της εικόνας. Να εξετάσουμε διαφορετικές περιόδους διοίκησης του οργανισμού, να ακούσουμε υπηρεσιακά στελέχη που υπηρέτησαν σε κρίσιμες θέσεις και να κατανοήσουμε πώς διαμορφώθηκαν συγκεκριμένες στρεβλώσεις που επηρέασαν τη λειτουργία του.
Εάν από αυτή τη διαδικασία είχαν προκύψει σαφείς ενδείξεις ποινικής ευθύνης για πολιτικά πρόσωπα, τότε ασφαλώς θα έπρεπε να κινηθούν οι αντίστοιχες θεσμικές διαδικασίες. Όμως τα στοιχεία που εξετάστηκαν δεν οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα.
Σε ό,τι αφορά τον πρώην Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Μάκη Βορίδη, από τις μαρτυρίες και τα έγγραφα δεν προκύπτει καμία παρέμβαση στη διαδικασία των ελέγχων ούτε οποιαδήποτε προσπάθεια επηρεασμού διοικητικών αποφάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένες υποθέσεις. Η εφαρμογή της λεγόμενης «τεχνικής λύσης» δεν αποτέλεσε αυθαίρετη επιλογή της περιόδου εκείνης, αλλά μια αναγκαστική προσαρμογή σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο.
Οι εκκρεμότητες που είχαν συσσωρευτεί επί χρόνια – και ιδιαίτερα η μη ολοκλήρωση των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης – είχαν δημιουργήσει μια κατάσταση στην οποία οποιαδήποτε κυβέρνηση θα βρισκόταν αντιμέτωπη με το ίδιο ακριβώς δίλημμα.
Ανάλογη είναι η εικόνα και ως προς τον πρώην Υπουργό κ. Λευτέρη Αυγενάκη. Από το σύνολο των στοιχείων δεν προκύπτει βάση για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνέργειας ή της ηθικής αυτουργίας σε απιστία. Οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν στη δημόσια συζήτηση δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες πράξεις ή ενέργειες που να αποδεικνύουν ποινική ευθύνη.
Αντιθέτως, από τις καταθέσεις προκύπτει ότι η κατεύθυνση που δόθηκε προς τη διοίκηση του οργανισμού ήταν να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι και να πραγματοποιηθούν πληρωμές μόνο σε όσους πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ οι περιπτώσεις που δεν πληρούν τα κριτήρια να παραμείνουν δεσμευμένες και να αποσταλούν στη Δικαιοσύνη. Πρόκειται για μια στάση που συνάδει απολύτως με την άσκηση της διοικητικής εποπτείας που οφείλει να ασκεί η πολιτική ηγεσία.
Από την άλλη πλευρά, η συνολική εικόνα που προέκυψε από τις εργασίες της Επιτροπής δείχνει ότι τα προβλήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν βαθιές ρίζες και δεν περιορίζονται σε μία μόνο περίοδο διακυβέρνησης.
Οι μαρτυρίες υπηρεσιακών παραγόντων και πρώην διοικήσεων ανέδειξαν επαναλαμβανόμενα προβλήματα: αδυναμίες στους ελέγχους, καθυστερήσεις στις διαδικασίες, προβλήματα μηχανοργάνωσης, ασαφείς αρμοδιότητες και διοικητικές πρακτικές που αναπαράγονταν μέσα στα χρόνια.
Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν και οι καταθέσεις που φωτίζουν πότε ορισμένες επιλογές άρχισαν να επηρεάζουν καθοριστικά τη λειτουργία του συστήματος. Στην περίπτωση της λεγόμενης «τεχνικής λύσης», προέκυψε ότι κρίσιμες αλλαγές που επέτρεψαν την ενεργοποίηση δικαιωμάτων χωρίς την ύπαρξη ζωικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκαν από το 2015 και μετά. Πρόκειται για αποφάσεις που είχαν σημαντικές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το σύστημα των πληρωμών.
Παράλληλα, από την έρευνα δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένης πολιτικής καθοδήγησης ή συγκροτημένης ομάδας που δρούσε με πολιτική κάλυψη. Οι ισχυρισμοί περί οργανωμένης πολιτικής «συμμορίας» δεν τεκμηριώθηκαν με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία.
Και εδώ πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Η απόδοση ποινικών ευθυνών σε πολιτικά πρόσωπα δεν μπορεί να βασίζεται σε γενικούς υπαινιγμούς ή σε πολιτικές εκτιμήσεις. Το κράτος δικαίου απαιτεί συγκεκριμένη απόδειξη και σαφή αιτιολόγηση. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την πολιτική αντιπαράθεση σε διαδικασία ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής.
Την ίδια στιγμή, η Εξεταστική Επιτροπή ανέδειξε και το εύρος των διοικητικών προβλημάτων που είχαν συσσωρευτεί στον οργανισμό: εξάρτηση από εξωσυστημικά εργαλεία, αδυναμίες στην τεχνολογική υποδομή, πρακτικές που δημιουργούσαν αδιαφάνεια και ένα διοικητικό μοντέλο που παρέμενε για χρόνια στάσιμο.
Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο ΟΠΕΚΕΠΕ να απομακρυνθεί σταδιακά από τον θεσμικό του ρόλο ως αξιόπιστης αρχής πληρωμών. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που επηρεάζει την εμπιστοσύνη των παραγωγών, τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και την ίδια τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Από την αρχή της διαδικασίας η αντιπολίτευση επέλεξε να δώσει σε αυτή την υπόθεση έναν χαρακτήρα έντονης ποινικής αντιπαράθεσης. Όμως μετά από πέντε μήνες ακροάσεων, εκατοντάδες ώρες συνεδριάσεων και χιλιάδες σελίδες πρακτικών, δεν προέκυψαν τα στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες αυτές.
Παρόλα αυτά, το ανυπόστατο αφήγημα παραμένει ακριβώς το ίδιο. Σαν να μην μεσολάβησε καμία διαδικασία διερεύνησης. Σαν να μην κατατέθηκαν μαρτυρίες. Σαν να μην αξιολογήθηκαν στοιχεία.
Απεναντίας, το πόρισμα της Νέας Δημοκρατίας καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: δεν τεκμηριώνονται ποινικές ευθύνες για τους δύο πρώην Υπουργούς, ενώ αναδεικνύεται η ανάγκη βαθιών θεσμικών αλλαγών ώστε να αντιμετωπιστούν οι διαχρονικές αδυναμίες του συστήματος.
Η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει να αντιμετωπίζει δημοσιονομικούς κινδύνους ή να βλέπει την αξιοπιστία των αγροτικών πληρωμών να αμφισβητείται. Ο πρωτογενής τομέας χρειάζεται ένα σύστημα που να λειτουργεί με διαφάνεια, ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ οφείλει να εξελιχθεί σε έναν σύγχρονο, αξιόπιστο και πλήρως διαφανή μηχανισμό πληρωμών. Έναν οργανισμό που θα εγγυάται ότι οι ενισχύσεις φτάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους και ότι η χώρα μας ανταποκρίνεται πλήρως στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις.
Αυτό είναι το ουσιαστικό διακύβευμα της συζήτησης. Να ενισχυθεί η αξιοπιστία του συστήματος, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των παραγωγών και να διασφαλιστεί η ορθή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων.
Η Εξεταστική Επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της. Η Δικαιοσύνη θα συνεχίσει να ασκεί τον ρόλο της όπου αυτό απαιτείται. Και η κυβέρνηση έχει ήδη αναλάβει την ευθύνη να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Γιατί τελικά η ευθύνη όλων μας είναι απέναντι στο δημόσιο συμφέρον, απέναντι στους πολίτες και, κυρίως, απέναντι στους ανθρώπους της ελληνικής υπαίθρου που περιμένουν ένα δίκαιο, αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα στήριξής τους.
Σας ευχαριστώ.