Στο επίκεντρο πολιτικής αντιπαράθεσης στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης βρίσκεται το έργο της Τηλεφροντίδας, που αφορά την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης σε 1.500 ευάλωτους πολίτες.
Η συζήτηση γύρω από το έργο έχει δύο βασικές πλευρές. Από τη μία, η διοίκηση της Περιφέρειας υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια αναγκαία κοινωνική υπηρεσία, η οποία αξιοποιεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία για την υποστήριξη ευάλωτων συμπολιτών. Από την άλλη, η Λαϊκή Συσπείρωση ΑΜΘ ασκεί κριτική, υποστηρίζοντας ότι η Τηλεφροντίδα δεν μπορεί να αποτελέσει απάντηση στα σοβαρά προβλήματα του δημόσιου συστήματος υγείας.
Τι υποστηρίζει η Περιφέρεια ΑΜΘ
Η Περιφέρεια ΑΜΘ, απαντώντας σε προηγούμενη κριτική που είχε ασκηθεί για το κόστος και τον τρόπο υλοποίησης του έργου, υποστήριξε ότι η Τηλεφροντίδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού.
Σύμφωνα με τη διοίκηση της Περιφέρειας, το αντικείμενο του έργου είναι η παροχή μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής υπηρεσίας, η οποία περιλαμβάνει συνεχή λειτουργία, τεχνική υποστήριξη, συντήρηση, αντικατάσταση βλαβών και δυνατότητα άμεσης ανταπόκρισης.
Η Περιφέρεια τονίζει ότι η υπηρεσία αφορά 1.500 ευάλωτους πολίτες και λειτουργεί με στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας και της καθημερινής υποστήριξής τους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ανθρώπων που ζουν μόνοι, ηλικιωμένων ή πολιτών που έχουν ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης και επικοινωνίας.
Σε σχέση με την κριτική περί «σπατάλης», η Περιφέρεια υποστηρίζει ότι το έργο χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ και ότι το χρηματοδοτικό πλαίσιο αφορά την παροχή συγκεκριμένων κοινωνικών υπηρεσιών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όχι απλώς την προμήθεια συσκευών.
Κατά την Περιφέρεια, το κρίσιμο στοιχείο σε μια τέτοια υπηρεσία δεν είναι μόνο η κατοχή του εξοπλισμού, αλλά η διασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας, της αξιοπιστίας και της τεχνικής υποστήριξης προς τους ωφελούμενους.
Η κριτική της Λαϊκής Συσπείρωσης
Από την πλευρά της, η Λαϊκή Συσπείρωση ΑΜΘ, με ανακοίνωση του περιφερειακού συμβούλου Διονύση Κλάδη, ασκεί κριτική στο έργο, συνδέοντάς το με τη συνολική κατάσταση της δημόσιας υγείας στην περιοχή.
Η παράταξη υποστηρίζει ότι σε μια Περιφέρεια όπου τα Κέντρα Υγείας, τα Νοσοκομεία και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, μέσα, ειδικότητες και υποδομές, η Τηλεφροντίδα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ουσιαστική λύση.
Σύμφωνα με τη Λαϊκή Συσπείρωση, η εξ αποστάσεως υποστήριξη δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη φυσική παρουσία γιατρού, ιδιαίτερα σε επείγοντα περιστατικά ή σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου μπορεί να υπάρχουν ελλείψεις ακόμη και σε ασθενοφόρα ή βασικά μέσα παρέμβασης.
Η παράταξη θεωρεί ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο ο τρόπος υλοποίησης ή το κόστος του έργου, αλλά η πολιτική επιλογή που, όπως υποστηρίζει, δίνει έμφαση σε επιμέρους προγράμματα αντί στην ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας.
Το σημείο της διαφωνίας
Η ουσία της αντιπαράθεσης βρίσκεται στο πώς ερμηνεύεται ο ρόλος της Τηλεφροντίδας.
Για τη διοίκηση της Περιφέρειας, το έργο αποτελεί μια κοινωνική υπηρεσία που δεν έρχεται να αντικαταστήσει το σύστημα υγείας, αλλά να προσφέρει πρόσθετη υποστήριξη σε ευάλωτους πολίτες, αξιοποιώντας διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους.
Για τη Λαϊκή Συσπείρωση, αντίθετα, το έργο δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συνολική εικόνα των δημόσιων δομών υγείας. Η παράταξη υποστηρίζει ότι όσο παραμένουν οι ελλείψεις σε γιατρούς, προσωπικό, ασθενοφόρα και υποδομές, η Τηλεφροντίδα κινδυνεύει να λειτουργήσει ως υποκατάστατο και όχι ως συμπληρωματικό εργαλείο.
Το ευρύτερο ερώτημα
Η αντιπαράθεση για την Τηλεφροντίδα ανοίγει ένα ευρύτερο ζήτημα για την Περιφέρεια ΑΜΘ: ποια είναι τα όρια των ψηφιακών κοινωνικών υπηρεσιών και ποια πρέπει να είναι η σχέση τους με τις δημόσιες δομές υγείας και πρόνοιας.
Η μία πλευρά δίνει έμφαση στην ανάγκη αξιοποίησης νέων εργαλείων για την υποστήριξη ευάλωτων πολιτών, ειδικά σε μια Περιφέρεια με απομακρυσμένες περιοχές και αυξημένες κοινωνικές ανάγκες.
Η άλλη πλευρά επιμένει ότι καμία ψηφιακή υπηρεσία δεν μπορεί να καλύψει τα κενά ενός υποστελεχωμένου δημόσιου συστήματος υγείας και ότι η προτεραιότητα πρέπει να είναι η ενίσχυση των δημόσιων δομών με μόνιμο προσωπικό, μέσα και υποδομές.
Σε κάθε περίπτωση, το έργο της Τηλεφροντίδας φαίνεται ότι δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό ή διαχειριστικό ζήτημα, αλλά πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για το μοντέλο κοινωνικής φροντίδας, δημόσιας υγείας και αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.