Κόκκινα δάνεια | Ενδιάμεσος φορέας vs distress funds
«Φρένο» στην ενεργητική διαχείριση από «τρίτους» θέλει να βάλει η κυβέρνηση
Σε φλέγον ζήτημα έχει αναδειχθεί η διαχείρηση των κόκκινων δανείων, με την ελληνική πλευρά να παραμένει σταθερή στη θέση της για δημιουργία φορέα διαχείρισης, καθώς δεν επιθυμεί την πώληση δανείων από τις τράπεζες σε «distress funds», όπως επιθυμούν οι δανειστές. Επίσης, προτείνει ρύθμιση, «κούρεμα» ή και διαγραφή των δανείων από ειδικό Φορέα Διαχείρισης, με τις προϋποθέσεις ένταξης στον φορέα να καθορίζονται στην πορεία. Οι δανειστές φέρονται να υποχώρησαν από την απαίτησή τους να αίρεται υπό προϋποθέσεις η προστασία της πρώτης κατοικίας για όσους έχουν υπαχθεί στο νόμο Κατσέλη και η ελληνική πλευρά δέχθηκε, όμως, να μπει ένα πλαφόν στην αξία της προστατευόμενης κατοικίας, πιθανώς στις 300.000 ευρώ.
Στόχος της κυβέρνησης είναι η δημιουργία ενός ενδιάμεσου δημόσιου φορέα διαχείρισης «κόκκινων» στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, κατά βάση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ο οποίος θα έχει τα χαρακτηριστικά εν μέρει ενός distress fund, αλλά παράλληλα θα έχει και εποπτικό ρόλο στη ρύθμιση των χρεών από τις τράπεζες, αλλά πιθανότατα και αρμοδιότητα εισπρακτική.
Η κυβέρνηση Τσίπρα επιχειρώντας να αποφύγει τη μεταβίβαση ή μη πακέτων κόκκινων δανείων σε ξένα funds -όπως προβλέπει το μοντέλο ενεργητικής διαχείρισης των κόκκινων δανείων-, επέλεξε μια ενδιάμεση λύση. Αφενός μέσω του φορέα θα επιτευχθεί το ξεσκαρτάρισμα ενός μέρους από τις ύψους 77 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και αφετέρου το Δημόσιο θα έχει τον πλήρη έλεγχο, που είναι και η βασική επιδίωξη της κυβέρνησης.
Επί της ουσίας, πρόκειται για ένα συνδυασμό των μοντέλων που έχουν εφαρμοσθεί από το 2009 στην Ιρλανδία για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους και συγκεκριμένα της National Asset Management Agency που ιδρύθηκε το 2009 και της Insolvency Service of Ireland που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2013. Επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο του μοντέλου που ακολούθησε η Ισπανία και οι ΗΠΑ, τα ξένα funds παίρνουν τη σκυτάλι της ενεργητικής διαχείρισης των NPL’s των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο του Μνημονίου σε γενικές γραμμές αναφέρει:
1. Τα κόκκινα δάνεια των επιχειρήσεων πρέπει να χωριστούν, ανάλογα με το αν οι επιχειρήσεις είναι βιώσιμες ή μη βιώσιμες. Για τις βιώσιμες πρέπει να υπάρξει ρύθμιση, βάσει και του Κώδικα Δεοντολογίας της Τραπέζης της Ελλάδος. Για τις μη βιώσιμες θα ακολουθηθούν η πτωχευτική διαδικασία και η ρευστοποίηση στοιχείων. Δεν γίνεται ειδική αναφορά στα δάνεια των ιδιωτών.
2. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών πρέπει να γίνει έως τα τέλη του χρόνου (σ.σ. έτσι αποφεύγεται το ενδεχόμενο κουρέματος των καταθέσεων). Οι δανειστές πιστεύουν ότι είναι επιθυμητό να μπουν ιδιώτες στην ανακεφαλαιοποίηση ώστε να μη χάσουν οι τράπεζες τα ιδιωτικοοικονομικά χαρακτηριστικά τους και να ενισχυθεί η προοπτική επιστροφής τους στον ιδιωτικό τομέα.
3. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι η διακυβέρνηση των τραπεζών και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα ασκείται χωρίς παρέμβαση της κυβέρνησης. Ουσιαστικά, οι δανειστές θέλουν πλήρη ανεξαρτησία του ΤΧΣ.
Οι δανειστές είπαν όχι – τουλάχιστον προς το παρόν – στη δημιουργία ενδιάμεσου φορέα. Το σχέδιο της κυβέρνησης αφορούσε τη μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε έναν δημόσιο φορέα, αλλά οι δανειστές θεωρούν ότι κάθε τράπεζα πρέπει να αναλάβει τη διαχείριση των δικών της κόκκινων δανείων.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ενδιάμεσου φορέα θα είναι:
Ο ενδιάμεσος φορέας θα αγοράζει σταδιακά από τις εμπορικές τράπεζες πακέτα «κόκκινων» δανείων, τόσο στεγαστικά όσο και επιχειρηματικά, ανάλογα με τη χρονική διάρκεια που αυτά είναι «παγωμένα».
– Ο φορέας μπορεί να αγοράζει ακόμη και τμήμα του δανείου και να ακολουθείται η λογική του λεγόμενου balloon payment. Δηλαδή, το δάνειο να χωρίζεται σε δύο μέρη: αυτό που θα αποπληρώνεται θα παραμένει στην εμπορική τράπεζα και το μέρος που «παγώνει» για μια περίοδο 5-10 ετών μεταφέρεται στον ενδιάμεσο φορέα.
– Η έκπτωση με την οποία θα αγοράζει τα ενυπόθηκα δάνεια εξετάζεται να προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της αρχικής εμπορικής αξίας του προσημειωμένου ακινήτου και της τρέχουσας εμπορικής του αξίας. Ο δανειολήπτης, βεβαίως, θα αποπληρώνει το δάνειο στον φορέα με βάση τη νέα αξία αυτού, αλλά και βάσει εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων.
– Οι οφειλές θα χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με το ύψος τους και το προφίλ των δανειοληπτών. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία υπάρχουν τρεις κατηγορίες: α) Οφειλές μη ενυπόθηκες κάτω από 20.000 ευρώ από δανειολήπτες χωρίς άλλα περιουσιακά στοιχεία, οι οποίες διαγράφονται, β) οφειλές άνω των 20.000 ευρώ οι οποίες επίσης δεν περιλαμβάνουν προσημειώσεις και γ) οφειλές από ενυπόθηκα δάνεια. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις καθορίζονται μηνιαίες δόσεις με βάση τις λεγόμενες εύλογες δαπάνες διαβίωσης, ενώ μπορούν να τίθενται σε εφαρμογή και τα εργαλεία ρύθμισης που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος.




Μολονότι μέχρι την καταληκτική ημερομηνία του Δεκεμβρίου μεσολαβούν τέσσερις μήνες, τα χρονοδιαγράμματα είναι σφιχτά, δημιουργώντας συνθήκες πίεσης στις τράπεζες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο προγραμματισμός είναι τόσο αυστηρός, που προβλέπει ότι ο έλεγχος του δανειακού χαρτοφυλακίου, με τα στοιχεία που αναφέρονται στις 30 Ιουνίου, θα τρέξει παράλληλα με τα stress test, που ουσιαστικά θα στρεσάρουν τα αποτελέσματα σε βάθος διετίας με βάση τα μακροοικονομικά μεγέθη.
Στα επιτελεία των τραπεζών διατυπώνεται έντονη η αγωνία για το ύψος του… λογαριασμού που θα προκύψει και για το ενδεχόμενο οι τελικές ανάγκες να προσδιοριστούν πάνω από τα 10-15 δισ. ευρώ, που είναι σήμερα οι εκτιμήσεις. Το τελικό ύψος των απαιτούμενων κεφαλαίων θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, από τις παραδοχές για τα μακροοικονομικά σενάρια, δηλαδή την ύφεση της οικονομίας και το ύψος της ανεργίας, που θα κρίνουν την ικανότητα των νοικοκυριών να αποπληρώνουν τις οφειλές τους και των επιχειρήσεων να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.
Στο μικροσκόπιο του ελέγχου για την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών (Asset Quality Review) μπαίνουν τα επιχειρηματικά δάνεια, που θα αξιολογηθούν μέσα από ένα ευρύ δείγμα 1.000 περίπου δανείων ανά τράπεζα. Τα κλιμάκια των ελεγκτών, υπό την καθοδήγηση του SSM, της ΕΚΤ αλλά και της ΤτΕ, θα εξετάσουν φάκελο φάκελο τα δάνεια προς τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και ένα σημαντικό δείγμα μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αξιολογώντας τα οικονομικά στοιχεία των πιστούχων, με βασικότερο κριτήριο το περιθώριο EBITDA, δηλαδή την ικανότητα της επιχείρησης να αποπληρώνει τα δάνειά της από την κερδοφορία της.
Αντίστοιχα, το δείγμα των στεγαστικών δανείων –500 περίπου ανά τράπεζα – που θα αντληθεί από το σύνολο του χαρτοφυλακίου, με κριτήρια το ύψος του δανείου, το είδος του ακινήτου, καθώς και τη συμπεριφορά του δανειολήπτη πριν ή μετά τη ρύθμιση, εφόσον έχει ενταχθεί σε τέτοια, θα αναχθεί στον συνολικό πληθυσμό των δανείων, προκειμένου να αξιολογηθεί η επάρκεια των προβλέψεων που έχουν πάρει οι τράπεζες. Στην άσκηση, όπως είναι φυσικό, θα προσμετρηθεί η πτώση των τιμών των ακινήτων που, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό το 2015, απομειώνοντας περαιτέρω τα collateral, τα οποία έχουν στη διάθεσή τους οι τράπεζες.