Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Πώς και πότε γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου

Δημοσιεύτηκε

στις

Το 1838 στην Αθήνα γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο.

 
Η 25η Μαρτίου, ως ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα του 1838 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο. Η καθιέρωση της εορτής οφείλεται στην επιμονή και το πείσμα του Δημάρχου της Αθήνας, Δημητρίου Καλλιφρονά (1805-1897). 

Ο Δήμαρχος ήρθε σε ρήξη με τη βαυαρική διοίκηση και συγκεκριμένα με το Υπουργείο των Εσωτερικών το οποίο δεν επιθυμούσε έξοδα για γιορτές όταν οι αγωνιστές δεν είχαν να φάνε.

Κατά μία άλλη εκδοχή το Παλάτι, μάλλον, δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την επανάσταση των Ελλήνων. Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν τότε στην πρωτεύουσα. 

Δημήτριος Καλλιφρονάς
Δήμαρχος Αθηναίων την περίοδο 1837-1841

Συγκεκριμένα, σημαιοστόλισε την πόλη και καθάρισε τις, λιγοστές τότε, πλατείες. Ο εορτασμός άρχισε την παραμονή το βράδυ με 21 κανονιοβολισμούς. Και την άλλη μέρα, Παρασκευή πρωί ανήμερα του Ευαγγελισμού, η Αθήνα ξύπνησε με 21 νέους κανονιοβολισμούς. Αριθμός συμβολικός που συνδυάζεται με το ’21 της Επανάστασης. Άρχισαν έπειτα να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών.

Το πρωί της 25ης Μαρτίου 1838, εψάλη δοξολογία στον τότε Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης (στην οδό Αιόλου) στην οποία, και μόνο εκεί, παραβρέθηκε και ο Όθων ντυμένος με την παραδοσιακή φουστανέλα. 

Μπροστά στα Παλαιά Ανάκτορα, στη σημερινή Πλατεία Κλαυθμώνος, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει αψίδα γιορταστική και εκεί άρχισε, μετά την Δοξολογία, το μεγάλο γιορταστικό πανηγύρι, με χορούς και τραγούδια, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι νέοι της πόλης ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη και τους παρακολούθησαν πολλοί από τους Αγωνιστές του 1821. Τη νύχτα ο Δήμαρχος φωταγώγησε με λαδοφάναρα τους κεντρικούς δρόμους και την Ακρόπολη.

Είναι αξιοσημείωτο να τονιστεί ότι τότε η πρωτεύουσα, φωτιζόταν με 70 – 80 λαδοφάναρα του Δήμου και όταν φυσούσε δυνατός άνεμος έσβηναν όλα. Για να περιοριστούν τα περιττά έξοδα (για το φωτισμό ο Δήμος δαπανούσε το 5% του προϋπολογισμού του), κατά τις νύχτες με φεγγάρι άναβαν μόνο 20 – 25 λαδοφάναρα.

Τέλος, οι Αθηναίοι έμειναν αποσβολωμένοι από το υπερθέαμα, όταν αντίκρισαν στο Λυκαβηττό φαναράκια που τα κρατούσαν νεολαίοι της εποχής και σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό σταυρό με τις λέξεις «Εν τούτω Νίκα».

Ιδού και μια συνοπτική περιγραφή της γιορτής που μας διασώζει ο λόγιος και πολιτικός Ρήγας Παλαμήδης:

«Η τελετή εγένετο μεθ’ όλης της πομπής και επισημότητας – είχον δε συνέλθει ενταύθα άπασαι σχεδόν αι δημοτικοί αρχαί της Αττικής και πλήθος λαού των περιχώρων μετά των σημαιών, όπλων και τυμπάνων ώστε η πόλις των Αθηνών παριστά μέχρι της εσπέρας της επιούσης το θέαμα μεγαλοπρεπούς και τερπνής πανηγύρεως, εν πλήρει τάξει και ησυχία τελούμενης».

Βαυαρός δημοσιογράφος που παρακολούθησε τις εκδηλώσεις έγραφε σε ρεπορτάζ του: «Κατά την τριετή παραμονή μου στην Ελλάδα, δεν έτυχε να ζήσω παρόμοιες σκηνές ενθουσιασμού και διθυραμβικών εκδηλώσεων όπως εκείνη την ημέρα της 25ης Μαρτίου που γιορτάστηκε για πρώτη φορά ως Εθνική Εορτή του Ελληνισμού στην Εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αθήνα. Οι Αρβανίτες είχαν κατεβεί με τις σημαίες τους από τα βουνά, οι αγρότες της περιοχής έκαναν παρέλαση με τα νταούλια και το ζουρνά τους αθρόοι στην πόλη, οι συντεχνίες με τα λάβαρα των επαγγελμάτων τους άφηναν χαρούμενοι τις μεταξένιες σημαιούλες τους να κυματίζουν στον αέρα».

Έτσι, το 1838 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821. Και τούτη η γιορτή έγινε με γκρίνια, με διαφωνίες και με πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια (ενώ χρήματα δεν υπήρχαν), κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια μας. Οι κακές γλώσσες λένε ότι για τη γιορτή ετούτη δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.

Σημείωση: Στους ιστορικούς μελετητές είναι γνωστό το κείμενο του “Διατάγματος 980/1838” της 15ης Μαρτίου 1838 του Δημάρχου της Αθήνας Δημητρίου Καλλιφρονά, μετά από πρόταση του Γραμματέα της Επικρατείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γεώργιου Γλαράκη, που καθιέρωνε τη μεγάλη εθνική εορτή, αλλά το κείμενο τούτο κυκλοφόρησε μόνο στον Τύπο και δε δημοσιεύτηκε ποτέ στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (συνεπώς δεν πρόκειται για Διάταγμα). 

Το κείμενο του “Διατάγματος” έχει ως εξής:

 
Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα, διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγιας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής και διατάττομεν την διαληφθείσαν Γραμματείαν να δημοσιεύση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα.

Δύο μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος εκδόθηκε από την Γραμματεία της Επικρατείας Εγκύκλιος που κοινοποιούσε το διάταγμα στην Περιφερειακή Διοίκηση και έδινε οδηγίες για τον εορτασμό της μεγάλης ιστορικής ημέρας σε όλη την Ελλάδα.

Η Εγκύκλιος, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΦΗΜΗ στις 19 Μαρτίου 1838 έχει ως εξής:

 
Η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία της Επικρατείας 

Προς τας Διοικητικάς αρχάς του Κράτους

Η Α. Μ. ο Σ. ημών Βασιλεύς, λαβών υπ’ όψιν, ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγϊας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, δια την κατ’ αυτήν ταύτην την ημέραν έναρξιν του υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, ηυδόκησεν δια Β. Διατάγματος εκδοθέντος την 15ην του παρόντος μηνός υπ. αρ. 980, να καθιέρωση την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ. Τούτο γνωοτοποιούντες εις υμάς δια της παρούσης, σας προσκαλούμε, κύριε Διοικητά, συνεννοούμενοι με την Επιτόπιον Εκκλησιαστικήν Αρχήν, να κάμετε γνωστήν εις τους υπό την ημετέραν Διοίκησιν διατελούντες λαούς την Υ. (=Υψηλοτάτην) ταύτην της Α.Μ. απόφασιν, πανηγυρίζοντες λαμπρώς την Εορτήν ταύτην, προσεγγίζουσα ήδη κατά το ενεστώς έτος και μέλλουσαν να τελήται ενιαυσϊως εις το διηνεκές.

Εν Αθήναις τη 17 Μαρτίου 1838
Ο Γραμματεύς Γ. Γλαράκης

Πηγές: 24grammata.com (Γ. Δαμιανός), Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη» τ. 345 (1997) 

Alexandroupoli Online 

ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Απάντηση

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η εκρηκτική ξανθιά που διέκοπτε αγώνες για να πλακώσει στα φιλιά τους αθλητές

Δημοσιεύτηκε

στις

Τον Αύγουστο του 1969 και ενώ οι Reds βρίσκονταν στον αγωνιστικό χώρο του Crosley Field στο Σινσινάτι του Οχάιο, ο Pete Rose βλέπει μια καλλονή να εισβάλει στο χώρο και να κινείται προς το μέρος του. Μπροστά σε σχεδόν 50.000 φανατικούς του μπέιζμπολ η κοπέλα τον πλησιάζει και του δίνει ένα φιλί.

Από εκείνη την ημέρα και για σχεδόν 30 χρόνια η Μοργκάνα, που απέκτησε το παρατσούκλι «The kissing bandit (ληστής φιλιών), έγινε η μασκότ του αμερικανικού μπέιζμπολ.

Η Μοργκάνα Ρόμπερτς φίλησε πάνω από 40 αθλητές του μπάσκετ, του χόκεϊ και του Αμερικανικού ποδοσφαίρου, συνελήφθη σχεδόν 19 φορές για τις εισβολές της στους αγωνιστικούς χώρους, τραυματίστηκε πολλαπλές φορές και αγαπήθηκε από όλους. Το 1999 αποσύρθηκε και σήμερα στα 66 της ζει μια ήσυχη ζωή με τον σύζυγό της στο Οχάιο. «Είχε πλάκα αλλά για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος και το κατάλληλο μέρος πιστεύω» είχε πει σε συνέντευξή της το 2019 στο USA Today.

Η ζωή στο δρόμο, τα φαγητά στα σκουπίδια και το στριπτίζ

 

Η Μοργκάνα Ρόμπερτς γεννήθηκε στο Λούισβιλ του Κεντάκι στις 4 Ιουλίου 1954. Τα παιδικά της χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Η μητέρα της από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε δεν την ήθελε, την εγκατέλειψε και έτσι μεγάλωσε με τη γιαγιά της μέχρι την ηλικία των 6. Τότε την έστειλε εσώκλειστη σε καθολικό σχολείο.

Η μικρή ήθελε αρχικά να γίνει καλόγρια όμως δεν άντεξε τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής και το έσκασε στα 13 της. Κατέληξε με ωτοστόπ στη Βαλτιμόρη, άστεγη και αναγκαζόταν να ψάχνει στα σκουπίδια για να φάει. Κανείς δεν μπορούσε να τη προσλάβει καθώς ήταν ανήλικη. Εκείνη όμως δεν το έβαζε κάτω. Θα επιβίωνε.

Μια μέρα, περνώντας μπροστά από ένα κλαμπ, είδε ότι έψαχναν για χορεύτριες. Έπρεπε να ήταν 18 ετών. Αυτή την ηλικία προφασίστηκε στον ιδιοκτήτη του κλαμπ, εξάλλου το χυμώδες σώμα της δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Δεν είχε καταλάβει όμως ότι το μαγαζί έψαχνε για στρίπερ. Η πρώτη εμφάνισή της ήταν μια παταγώδης αποτυχία. Αδυνατούσε να ισορροπήσει στις ψηλοτάκουνες γόβες και όταν οι άνδρες στο κοινό φώναζαν «βγάλτα» εκείνη ξέσπασε σε κλάματα και έφυγε άρον άρον από τη σκηνή.

Βλέποντας τις άλλες στρίπερ όμως δεν άργησε να μάθει και πολύ σύντομα έγινε περιζήτητη. Συνδύαζε το στριπτίζ με την κωμωδία, όπως έλεγε. Τα σωματικά της προσόντα συζητήθηκαν πολύ. Η Μοργκάνα με το μεγάλο μπούστο έκανε την Ντόλυ Πάρτον να μοιάζει «αναπτυξιακά καθυστερημένη», όπως περιέγραφε χαρακτηριστικά ο συγγραφέας Hank Davis. Εκείνη συνήθιζε να αυτοσαρκάζεται. «Με ρωτούν από πού αγοράζω τα σουτιέν μου. Τους λέω ότι οι άνθρωποι που μου τα φτιάχνουν φτιάχνουν και τους θόλους στα στάδια! Δεν είμαι όμως σύμβολο του σεξ. Είμαι κωμικός. Κάνω τους άλλους να γελούν και αυτό μου φτιάχνει τη μέρα. Αν δεν είναι σημαντικό αυτό, τότε τι είναι;».

Το στοίχημα που άνοιξε την πόρτα της δημοσιότητας

 

Η Μοργκάνα έγινε γνωστή από ένα στοίχημα. Λάτρευε το μπέιζμπολ, ένα άθλημα που της το είχε μάθει η γιαγιά της και σε έναν αγώνα ένας φίλος της την προκάλεσε να μπει στον αγωνιστικό χώρο και να φιλήσει έναν παίκτη.

«Από το μέρος που κατάγομαι δεν απορρίπτεις μία πρόκληση» είπε. Και το έκανε. Έτρεξε προς τον παίκτη των Reds, Pete Rose και τον φίλησε. Εκείνος κοκκάλωσε και η πρώτη αντίδρασή του ήταν να τη «στολίσει» με διάφορες βρισιές. Το ίδιο βράδυ βέβαια, όπως είχε πει η Μοργκάνα, την είχε βρει στο κλαμπ που δούλευε για να της ζητήσει συγγνώμη και να της προσφέρει ένα μπουκέτο λουλούδια. Το υποκοριστικό της «kissing bandit» της το κόλλησε ένας αθλητικός συντάκτης όταν έγραψε για τα φιλιά που μοίραζε!

Οι δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες φιλιά σε δεκάδες παίκτες. Κανείς δεν έδειχνε πια να ενοχλείται, η Μοργκάνα είχε γίνει μασκότ. Δεν περιορίστηκε μόνο βέβαια σε παίκτες του μπέιζμπολ, αλλά και σε μπασκετμπολίστες και παίκτες του χόκεϊ. «Τους φιλάω στο μάγουλο, είναι καλύτερο από άποψη υγιεινής. Έτσι δεν θυμώνουν και οι γυναίκες τους» έλεγε.

Τα φιλιά της βέβαια της κόστισαν τη σωματική της ακεραιότητα. Φύλακες την χτύπησαν άπειρες φορές, τραυματίστηκε στις προσπάθειές της να μπει στο γήπεδο (έσπασε πόδια και χέρια) ενώ φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στο Αναχάιμ της Καλιφόρνιας. Όταν βρέθηκε ενώπιον δικαστηρίου η κατάληξη της δίκης μόνο γέλια έφερε. Ο δικηγόρος της για να εξηγήσει την μη εξουσιοδοτημένη παρουσία της μέσα στο γήπεδο είχε επικαλεστεί τη σωματική της διάπλαση. «Αυτή η γυναίκα ζυγίζει 51 κιλά και τα στήθη της 6,8 κιλά. Φταίει η βαρύτητα που την έριξε μέσα στο γήπεδο, τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία» είπε ο συνήγορός της με τον δικαστή να ξεσπά σε γέλια και να την αθωώνει!

 

 

Τα λεφτά που έβγαλε ήταν πολλά. Εμφανίστηκε σε διαφημίσεις, τηλεοπτικές εκπομπές, περιοδικά (όπως το Playboy) έφτιαξε προϊόντα με το όνομά της, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι διοργανωτές αγώνων την καλούσαν να φιλήσει τους παίκτες μόνο και μόνο για να τραβήξουν τα φώτα της δημοσιότητας. Η Μοργκάνα έβγαλε πολλά λεφτά, με κάποιους να υποστηρίζουν ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές της άγγιζαν τα 10.000 δολάρια! Γι΄αυτήν φτιάχτηκε επίσης και το ντοκιμαντέρ «Morganna: The Kissing Bandit» από τον βραβευμένο με Έμμυ παραγωγό Martin Khodabakhshian, που προβλήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2014.

Η Μοργκάνα αποσύρεται

Το 1999 αποφασίζει να αποσυρθεί. Παντρεμένη από τα 22 της με τον λογιστή Bill Cottrell ζει μια ήσυχη ζωή μαζί του στο Οχάιο. Εκείνος την ερωτεύτηκε αμέσως και έξι μήνες μετά την γνωριμία τους αρραβωνιάστηκαν, με την Μοργκάνα να λέει: «Αυτός ο άντρας σου εξοικονομεί χρήματα. Καλύτερα να τον παντρευτείς!». Μαζί του έκανε και τον γιο της, Νικ.

Στη συνέντευξή της στο USA Today η 65χρονη σήμερα Μοργκάνα περιέγραψε την καθημερινότητά της.

«Κάθε μέρα πάω γυμναστήριο. Λατρεύω τη γυμναστική, πάντα τη λάτρευα, όλη μου τη ζωή. Δεν πηγαίνω για ψώνια, το σιχαίνομαι. Δεν μου αρέσει να ξοδεύω χρήματα, ούτε να δοκιμάζω πράγματα, οπότε όλοι λένε στον άντρα μου πόσο τυχερός είναι» είπε στον Josh Peter.

«Θέλω να ζήσω μέχρι τα 200, αλλά να δείχνω 100. Δεν θα κάνω πλαστικές γιατί έτσι θα δείχνω 200 χρονών όταν θα είμαι 200! Αυτό που βλέπετε είναι αυτό που παίρνετε» είπε στον δημοσιογράφο, στον οποίο όταν ξεκίνησαν τη συνέντευξη του είπε να πλησιάσει το μάγουλό του στο ακουστικό για να του δώσει δύο φιλιά!

 

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η πανδημία που θέρισε τον πλανήτη και σκόρπισε το θάνατο στην Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο πλανήτης έχει γνωρίσει μία σειρά από φονικές επιδημίες, οι οποίες μετεξελίχθηκαν σε πανδημίες παγκόσμιας κλίμακας που στοίχισαν τη ζωή σε εκατοντάδες εκατομμύρια πολιτών, σβήνοντας από το χάρτη, σχεδόν, ολόκληρες περιοχές.

Από τον τυφοειδή πυρετό του 430 π.Χ. που έμεινε στην ιστορία ως «Λοιμός των Αθηνών» και στοίχισε τη ζωή των 2/3 των κατοίκων της Αθήνας. Στη «Μαύρη Πανώλη» του 14ου αιώνα που «θέρισε» πάνω από 75 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, μέχρι και την τωρινή επιδημία του νέου κορονοϊού από την Κίνα η οποία στον πρώτο μήνα από την έξαρσή της (σ.σ. παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 14/1/2020) είχε αφήσει πίσω της πάνω από 1000 νεκρούς και 40.000 να έχουν νοσήσει.

Πριν από 102 χρόνια, το 1918, η ανθρωπότητα αντιμετώπισε μία από τις μεγαλύτερες πανδημίες η οποία θα μπορούσε να αφανίσει μέχρι και χώρες ολόκληρες. Η θανατηφόρος πορεία του ιού της «Ισπανικής Γρίπης», όπως ονομάστηκε, δεν καταγράφηκε από τον ευρωπαϊκό Τύπο για να μην επηρεάσει το ηθικό των πολιτών εξαιτίας του Μεγάλου Πολέμου (1914-18).

Το τοπίο έμεινε θολό αφήνοντας τους πολίτες έρμαια στην εξάπλωση και τα θύματα της γρίπης. Εξαίρεση αποτέλεσε η λεπτομερής καταγραφή της νόσου στην ουδέτερη Ισπανία. Εξ ου και η ονομασία της.

Πώς έφτασε ένας ιός να σκοτώσει περισσότερους από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Κάθε είδους υποδομή έχει ουσιαστικά διαλυθεί μετά το καταστροφικό πέρασμα του «Μεγάλου Πολέμου». Ένας αόρατος εχθρός έρχεται να αποτελειώσει τους ήδη καταρρακωμένους ανθρώπους.

 

Ασθενείς σε σειρά σε εξωτερικό χώρο νοσοκομείου της Ουάσινγκτον

Ο ιός της γρίπης παραμένει ένας εξαιρετικά δυσκολοκατάβλητος αντίπαλος για τους γιατρούς. Αλλάζει, μεταβάλλεται, προσαρμόζεται, αντεπιτίθεται και αρνείται να παραδοθεί και να πεθάνει. Αντίθετα, σαν μετρ της εξαπάτησης, μεταμφιέζεται σε ένα απλό κρυολόγημα και σκοτώνει όταν βρει την ευκαιρία.

Το 1918, κάπου στην Ανατολική Ασία έπεφταν οι πρώτοι νεκροί από την γρίπη. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αναφέρθηκε το πρώτο κρούσμα στην Ευρώπη που ήταν ένας Άγγλος στρατιώτης που ερχόταν από θητεία στη Γαλλία. Όσο ο καιρός περνούσε τόσο μεγάλωνε ο αριθμός των θυμάτων. Και όσο το στράτευμα μετακινούνταν, τόσο εξαπλωνόταν ο ιός, χωρίς ακόμη να γνωρίζει κανείς τι ακριβώς συμβαίνει.

Η ομερτά της σιωπής έσπασε από τους Ίβηρες οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι που μίλησαν για τον ιό ενημερώνοντας τον πληθυσμό για αυτό που έρχεται. Χωρίς να έχουν στο μυαλό τους την πλήρη εικόνα της πανδημίας που βρισκόταν προ των πυλών.

Για την ιστορία από τον ιό μολύνθηκε περίπου το 1/3 των κατοίκων του πλανήτη με τα επίσημα στοιχεία να κάνουν λόγο για 21.640.000 θανάτους ενώ ανεπίσημες πηγές αναφέρουν ότι και πάνω από 50 εκατ. άνθρωποι μολύνθηκαν.

 

Στρατιωτικό νοσοκομείο στη Γαλλία

Η πρώτη καταγραφή της Γρίπης στην Ελλάδα

Οι υγειονομικές αρχές προσπαθούσαν να ανταπεξέλθουν στον ιό με διάφορους τρόπους. Γαργάρες, κοφτές βεντούζες, αντισηπτικές εισπνοές, τακτική αλλαγή εσωρούχων και συστηματική καθαριότητα των χεριών ήταν κάποιες από τις συμβουλές των γιατρών αυτές τις μεθόδους συμβούλευσαν οι γιατροί προκειμένου να αντιμετωπίσει ο κόσμος μία από τις μεγαλύτερες πανδημίες που έζησε η ανθρωπότητα.

Το καλοκαίρι του 1918 γίνοντι οι πρώτες αναφορές στον Ελληνικό Τύπο για την Ισπανική Γρίπη.  Γράφει η εφημερίδα «Ωρα» στις 14 Ιουνίου: «Εάν ακούση κανείς τους συμπολίτες, θα υποθέσει ότι η περίφημος Ισπανική επιδημία ενέσκηψε και εις το Ιοστέφανον Αστυ. Ο κάθε συμπολίτης μόλις αισθανθή υγραινομένους τους ρώθωνάς του από ελαφρόν συνάχι ή του πονέση λίγο το κεφάλι, κολακεύεται να πιστεύει ότι απέκτησε την αξιοπερίεργον αυτή επιδημίαν… Επέπρωτο εν τούτοις εις την αλλοπρόσαλλον εποχή μας να ίδωμεν και αυτό. Επιδημίας της μόδας».

 

Εθελόντριες του Ερυθρού Σταυρού βοηθούν ασθενείς σε χώρο μαζικής περίθαλψης στο Όκλαντ των ΗΠΑ

 

Η «Ακρόπολις» με τη σειρά της κάνει λόγο για: «Από την Ισπανία περιμένουμε να μας έρθει μια άλλη γρίππη πιο σοβαρή από εκείνη που ξέρουμε, η γρίππη που μαστίζει τώρα τον Ισπανικό στρατό. Οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί τρίβουν τα χέρια τους. Αλλά και οι χασάπηδες και οι μανάβηδες κτλ.».

Τα άσχημα μαντάτα δεν αργούν να φτάσουν. Στις 31 Ιουλίου αναφέρεται θανατηφόρο κρούσμα της στην Αθήνα. Το δεύτερο κύμα της γρίπης, αυτό που ξεκίνησε τον Αύγουστο και κορυφώθηκε τον Οκτώβριο, τον μήνα με τα περισσότερα θύματα παγκοσμίως, είναι αυτό που θα χτυπήσει σοβαρά και τη χώρα μας.

Τα τηλεγραφήματα του τρόμου

4 Οκτωβρίου: Γίνονται οι πρώτες αναφορές με γενικές οδηγίες πρόληψης.

8 Οκτωβρίου: Κρούσματα στα Τρίκαλα, «την Αργολιδοκορινθίαν, την Αχαιολήδια και την Αιτωλοακαρνανίαν». Τα σχολεία κλείνουν σε Δυτική Μακεδονία, Τρίκαλα και Πάτρα κατόπιν διαταγής του υπουργείου Παιδείας.Αν και δεν γίνεται καμιά αναφορά στον Τύπο για τη γρίπη στην Αθήνα, οι ημερήσιοι θάνατοι –που καταγράφονται επιμελώς μαζί με την αιτία δίπλα στους γάμους– διπλασιάζονται.

 

Άρθρο της εποχής

16 Οκτωβρίου: Πολλοί θάνατοι στην επαρχία και συγκεκριμένα στην Πάτρα όπου κλείνουν τα σχολεία.

18 Οκτωβρίου: Αναβάλλεται η έναρξη των μαθημάτων του Πανεπιστημίου, κλείνει το Ωδείο, διακόπτονται οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων. Η επιδημία είναι προ των πυλών της Αθήνας. Κλείνουν τα καφενεία της πλατείας Ομονοίας, διατάσσεται να ληφθεί πρόνοια για την αραίωση των πελατών των στιλβωτών υποδημάτων και στους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων να επιτρέπουν μόνο τους μισούς θεατές.

Σύμφωνα με τα τηλεγραφήματα υπάρχουν επίσης κρούσματα στον Βόλο, την Αρτα, τον Τύρναβο και τη Λάρισα, με την Πάτρα να συνεχίζει να βρίσκεται σε έξαρση με 47 θανάτους την ημέρα και τα Ιωάννινα με 40.

24 Οκτωβρίου: Ο τότε υπουργός Εσωτερικών Σίμος διαβάζει: «Βρέθηκε το φάρμακο για την ασθένεια. Ο ιατρός Σέιλερ εκ Βιέννης δι’ ενέσεων σουμπλιμέ (σ.σ. άχνης υδραργύρου) επέτυχε ελλάτωσιν της θνησιμότητος από ογδόντα τοις εκατό στο μηδέν».

27 Οκτωβρίου: Άμεση εφαρμογή των ενέσεων. Ο διευθυντής του Ευαγγελισμού δοκιμάζει σε 26 αρρώστους ενέσεις, με άριστα όπως ανακοινώνει αποτελέσματα.

Στις λίστες των πόλεων με το ξέσπασμα της γρίπης προστίθενται Πύργος, Ναύπλιο, Βέροια, Κάλαμος και τα Χανιά.

 

Γυναίκες με χειρουργικές μάσκες στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας

Τα θύματα που πολλαπλασιάζονται και η μεταφορά των νεκρών

Από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου του 1918 η γρίπη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της αλλά δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα τα θύματα.

Χαρακτηριστικό είναι ένα σπάνιο επιτόπιο ρεπορτάζ της εποχής στην πλατεία Βάθης. Έξι μέλη μιας οικογένειας έχουν όλα νοσήσει και ο ιατρός Κοκκάκης αναφέρει ότι στις λαϊκές συνοικίες η γρίπη ρίχνει τον κόσμο κάτω οικογενειακώς και ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί για θεραπεία μόνο κοφτές βεντούζες.

Το νησί της Σκύρου ήταν από τις περιοχές της Ελλάδας που η γρίπη χτύπησε με την μεγαλύτερη σφοδρότητα. Στις καταγραφές που υπάρχουν γίνεται λόγος για σχεδόν καθολική μόλυνση του πληθυσμού από τον ιό. Από τους 3.200 κατοίκους του νησιού στα τέλη Οκτωβρίου οι 3.000 νοσούν. Οι άνθρωποι πεθαίνουν ξαφνικά εκεί που τρώνε, που κάθονται, που προσεύχονται. Μάνες, πατεράδες και γιαγιάδες κουβαλάνε τα φέρετρα των παιδιών, ενώ την άλλη μέρα πέφτουν άψυχοι και εκείνοι.

 

Εθελόντριες του Ερυθρού Σταυρού φροντίζουν νεκρό στην Ουάσινγκτον

Ενώ οι νεκροί πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς που οι κοινωνίες δεν μπορούν να σηκώσουν το κουβάλημα των νεκρών αρχίζει να αποτελεί το νούμερο ένα ζήτημα. Επιστρατεύονται βαρκες, κοφίνια, σκάλες και πόρτες. Το νεκροταφείο γεμίζει, οι εκκλησίες το ίδιο. Δεν έχουν φάρμακα, δεν έχουν τρόφιμα.

Τα πρώτα αισιόδοξα τηλεγραφήματα άρχισαν να καταφθάνουν από τις 5 Νοεμβρίου. Στις 15 Νοεμβρίου η γρίπη δεν έχει κανένα κρούσμα στην Πάτρα, την Κέρκυρα, έχει στασιμότητα σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ βρίσκεται ακόμη σε ένταση σε Ανατολική Μακεδονία, Ζάκυνθο, Ηπειρο, Νάξο, Αρτα και τη Σκύρο, χωρίς όμως να μετρά τόσα θύματα.

Ο Τύπος της εποχής κατέγραψε την ύφεση του ιού με τον τίτλο:  «Η γρίπη ξεψυχά».

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η «Επίθεση των Νεκρών» που συγκλόνισε τον πλανήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Α′ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε για το ανθρώπινο είδος μια νέα εποχή στη στρατιωτική του ιστορία. Η τεχνολογική εξέλιξη στα όπλα ήταν τέτοια, που οι τακτικές και τεχνικές των προηγούμενων αιώνων αποδείχθηκαν δραματικά ξεπερασμένες. Όσο για τον φόρο αίματος, ήταν τεράστιος, με έναν συγκλονιστικά μεγάλο αριθμό νεκρών να καταγράφεται. Δεν χαρακτηρίστηκε άδικα ως «Μεγάλος Πόλεμος».

«Η πολιτική είναι αναίμακτος πόλεμος. Ο πόλεμος είναι αιματηρή πολιτική», είχε πει κάποτε ο Μάο Τσε Τουνγκ και στον Α’ ΠΠ η φράση αυτή ίσως ταιριάζει… γάντι σε σχέση με κάθε άλλη περίπτωση. Άλλωστε, στην προσπάθεια κάθε πλευράς να πάρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πλεονέκτημα στα χαρακώματα, δοκιμάστηκαν άνευ προηγουμένου όπλα σε σχέση με το παρελθόν. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και διάφορα άλλα μέσα -λιγότερο ή περισσότερο γνωστά- έτυχαν για πρώτη φορά γενικευμένης χρήσης, για να αφήσουν πίσω τους εφιαλτικές μνήμες σε όσους συμμετείχαν. Όλο αυτό το αιματοκύλισμα δημιούργησε προσδοκίες πως κάτι αντίστοιχο δεν θα συνέβαινε ξανά στο εγγύς μέλλον, αλλά αποδείχθηκε μάταιο, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα.

Ένα νέο όπλο που χρησιμοποιήθηκε στον «Μεγάλο Πόλεμο», για πρώτη φορά στην ιστορία, ήταν τα δηλητηριώδη αέρια. Η παρθενική τους εμφάνιση καταγράφεται στις 31 Ιανουαρίου του 1915, από τους Γερμανούς εναντίον των Ρώσων στη Μάχη του Μπολίμοφ, με τον Φεβρουάριο εκείνου του έτους να είναι ουσιαστικά ο μήνας που ξεκίνησε ο τρομακτικός αυτός… χορός. Η πιθανότατα πιο συγκλονιστική ιστορία από εκείνη την περίοδο, έρχεται περίπου μισό χρόνο αργότερα, με μια ενέργεια που πέρασε στην ιστορία ως «η Επίθεση των Νεκρών». Η φράση αυτή μπορεί να παραπέμπει περισσότερο σε ιστορία τρόμου, ωστόσο αναφέρεται σε ένα πέρα για πέρα αληθινό γεγονός, που αντικατοπτρίζει τα όσα ανατριχιαστικά είδε το Ανατολικό Μέτωπο.

Το απόρθητο φρούριο Οσόβιετς

 

 

Ένα από τα μέρη στα οποία οι Γερμανοί συνάντησαν τη μεγαλύτερη αντίσταση ήταν -όπως και στον Β’ ΠΠ με το Στάλνγκραντ- υπό ρωσική διοίκηση: το φρούριο Οσόβιετς, που σήμερα βρίσκεται επί πολωνικού εδάφους κοντά στην πόλη Μπιάλιστόκ, στα βορειοανατολικά της χώρας. Φτιάχτηκε με στόχο να αποτρέψει οποιαδήποτε επίθεση στην περιοχή που τότε ανήκε στη Ρωσία.

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το οχυρό αυτό αποτέλεσε μια ισχυρή γραμμή άμυνας για τους Ρώσους και μεγάλο «αγκάθι» για τον Γερμανικό Στρατό, καθώς εξαιτίας του αναγκάστηκε να διατηρεί δεσμευμένα στην περιοχή ισχυρά στρατεύματα. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν για πρώτη φορά εκεί τον Σεπτέμβριο του 1914. Η προσπάθειά τους απέβη άκαρπη. Στις 26 εκείνου του μήνα έκαναν και μια νέα, πιο δυναμική προσπάθεια, αλλά και πάλι οι αντίπαλοί τους κατάφεραν να αντισταθούν με επιτυχία, ενώ κέρδισαν και σημαντικό έδαφος. Μετά από όλα αυτά, πήραν την απόφαση να αναδιατάξουν τα βαριά τους πολυβόλα, αλλά και πάλι το φρούριο έμεινε σχεδόν άθικτο.

 

 

Αν κάτι χαρακτηρίζει τους Γερμανούς -μέχρι θανάτου σε κάποιες περιπτώσεις- είναι η ξεροκεφαλιά και η επιμονή τους να πετύχουν τον στόχο τους. Στις 3 Φεβρουαρίου 1915 κατάφεραν να σπάσουν την πρώτη ρωσική γραμμή άμυνας, έπειτα από πέντε ημέρες σκληρής μάχης. Εκμεταλλευόμενοι την εδαφική υπεροχή τους, μετέφεραν τον οπλισμό και τους στρατιώτες σε θέσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν σοβαρά το Οσόβιετς. Περίπου 360 πυροβόλα βομβάρδισαν το οχυρό, ενώ 1.260.000 οβίδες έκαναν τη νύχτα μέρα. Μάλιστα, ακόμη και ο Ρωσικός Στρατός πίστευε ότι πλέον δεν υπήρχε ελπίδα. Έτσι, η ανώτατη διοίκηση έδωσε διαταγές απλώς να υπάρξει αντίσταση για άλλες 48 ώρες, προκειμένου να απομακρυνθούν οι πολίτες. Κι όμως, το φρούριο και οι στρατιώτες του άντεξαν!

Η έσχατη λύση: τα δηλητηριώδη αέρια

 

 

Οι Γερμανοί δεν είχαν πλέον άλλη λύση… Στις 6 Αυγούστου 1915 εξαπέλυσαν άλλη μια ισχυρή επίθεση, στην οποία είχαν την πλήρη αριθμητική υπεροχή. Στο φρούριο βρίσκονταν μόλις 900 Ρώσοι, 500 άντρες του Πεζικού και 400 της Εθνοφρουράς, ενώ εκείνοι ήταν περίπου 7.000. Παράλληλα, αποφάσισαν να παίξουν και το «δυνατό χαρτί» τους: τα χημικά όπλα, τα δηλητηριώδη αέρια για τα οποία η ρωσική άμυνα δεν ήταν προετοιμασμένη.

Η άμυνα απέναντι σε αυτά ήταν αδύνατη, ενώ το οχυρό βομβαρδίστηκε παράλληλα και από βαριά πυροβόλα. Η κόλαση επί γης είναι αντιπροσωπευτική φράση για να περιγράψει ό,τι συνέβη. Ένας από τους επιζήσαντες της επίθεσης, ο Σεργκέι Χμέλκοφ, αργότερα περιέγραψε πώς όλοι όσοι βρίσκονταν έξω, σε εκτεθειμένες θέσεις, πέθαναν δηλητηριασμένοι: «Το γρασίδι μαύρισε, υπήρχαν πέταλα λουλουδιών πεσμένα παντού… Το κρέας, το βούτυρο, το λαρδί, τα λαχανικά δηλητηριάστηκαν και ήταν ακατάλληλα για κατανάλωση».

Η «Επίθεση των Νεκρών» που έμεινε στην ιστορία

 

 

 

Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να εξαπολυθεί η τελική επίθεση. Όμως, στην πρώτη ρωσική γραμμή χαρακωμάτων οι Γερμανοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους άνδρες του 13ου Λόχου του 226ου Συντάγματος. Οι Ρώσοι, φτύνοντας αίμα από τους καμένους από τα αέρια πνεύμονες τους, με όση ζωή τους είχε απομείνει, πετάχτηκαν σαν φαντάσματα μέσα από τα χαρακώματα και αντεπιτέθηκαν. Γύρω στους 60 με 100 στρατιώτες, υπό τον ανθυπολοχαγό Βλαντίμιρ Κοτλίνσκι, κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή χιλιάδες αντιπάλους, καθώς εκείνοι θεωρούσαν πως δεν είχαν απέναντί τους ζωντανούς ανθρώπους, αλλά ζόμπι.

 

 

Όσοι ζωντανοί – νεκροί προχώρησαν σε αυτήν την απέλπιδα, αλλά ταυτοχρόνως άκρως ηρωική πράξη, είχαν τα πρόσωπά τους τυλιγμένα με ματωμένα πανιά και φανέλες που είχαν βουτήξει σε νερό ή ακόμη και ούρα, έβηχαν αίμα και κομμάτια από τους πνεύμονές τους, ενώ από τα βαριά εγκαύματα όλοι τους σχεδόν ήταν παραμορφωμένοι. Αν και γνώριζαν ότι δεν είχαν καμία ελπίδα, κατάφεραν να αλλάξουν τη μοίρα της μάχης -έστω και για λίγο. Και αυτό διότι οι άλλες ρωσικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή, εκμεταλλεύτηκαν την αναστάτωση και ανακατέλαβαν τις θέσεις που είχαν χαθεί. Όσον αφορά στον Κοτλίνσκι, πέθανε το ίδιο βράδυ.

Πάντως, το οχυρό Οσόβιετς ήταν καταδικασμένο. Η γερμανική πίεση σε άλλα σημεία του μετώπου καθιστούσε αδύνατο να κρατηθεί όρθιο. Στις 18 Αυγούστου αποφασίστηκε η εκκένωσή του, διότι κινδύνευε πλέον με περικύκλωση και οι απώλειες για τους Ρώσους θα ήταν πολύ μεγαλύτερες. Παρόλα αυτά, η έφοδος αυτή θα έμενε στην ιστορία ως η «Επίθεση των Νεκρών», όπως χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο της εποχής και παραμένει γνωστή μέχρι και σήμερα.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ένα 24ωρο στην αρχαία Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε

στις

Πώς περνούσαν τη μέρα τους οι κάτοικοι της αρχαίας Ελλάδας;

Τι διαφορετικό έκανε ένας δούλος στα μεταλλεία από έναν στόλαρχο; Η σύζυγος του αθηναίου πολίτη από έναν οπλίτη; Η εταίρα από έναν λαθρέμπορο σύκων;

Ας πάμε λοιπόν ένα ταξίδι στον χρόνο για να προσγειωθούμε στην Αθήνα του 416 π.Χ., όταν η πόλη-κράτος αριθμούσε 30.000 κατοίκους.

Όπως παρατηρεί μάλιστα ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Φίλιπ Μάτιτζακ, «σε καμία άλλη περίοδο της ιστορίας δεν υπήρξε μεγαλύτερη συγκέντρωση μεγαλοφυϊών ανά τετραγωνικό μέτρο»!

 

 

Ο Φίλιπ Μάτιτζακ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και αυθεντία στην αρχαία ιστορία. Έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από 20 βιβλία και έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με την ιστορία των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων.

Οι εκδόσεις Οξύ κυκλοφόρησαν πέρυσι στα ελληνικά τα διάσημο σύγγραμμά του «24 ώρες στην αρχαία Αθήνα», όπου ανασυγκροτεί ο ακαδημαϊκός μελετητής πολλές εικόνες από την καθημερινότητα των σπουδαίων προγόνων μας.

Από τον φρουρό του ναού και τις δούλες που παίζουν θέατρο ως τον γιατρό που εξετάζει, τον τριήραρχο που επιθεωρεί το καράβι του και τον αγγειογράφο που αρχίζει ένα νέο έργο, ξεδιπλώνεται γλαφυρά η άγνωστη ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Στις σελίδες του ζωντανεύουν ακόμα ο προπονητής της πάλης, η μάγισσα με τα μαντζούνια της, η ιχθυοπώλης που στήνει τον πάγκο της, η σύζυγος στο πονηρό ραντεβού με τον εραστή της, ο βουλευτής που κάνει το μεσημεριανό του διάλειμμα, ο δρομέας που ξεκινά για τη Σπάρτη, ο πολεοδόμος που καταθέτει και άλλα πολλά.

 

 

Ακόμα για τον κατάσκοπο της Σπάρτης στην Αθήνα μάς μιλά και για τον λαθρέμπορο σύκων που κανονίζει την παράνομη μεταφορά της πραμάτειας του.

Η αφήγησή του τοποθετείται χρονικά στο μέσο του πολέμου που θα δώσει τέλος στον χρυσό αιώνα της Αθήνας, φέρνοντάς μας σε επαφή με τον μέσο αθηναίο πολίτη. Ακόμα και οι προβεβλημένοι άντρες της πόλης και οι αξιωματούχοι δεν παύει εξάλλου να έχουν καθημερινές ανησυχίες και μελήματα να φροντίσουν.

Ο Φίλιπ Μάτιτζακ κάνει κάτι πραγματικά καινούριο. Την ώρα δηλαδή που οι αρχαίοι συγγραφείς εμφανίζουν απλούς πολίτες μόνο όταν αλληλεπιδρούν με τις μεγάλες προσωπικότητες της Αθήνας, εκείνος παρουσιάζει αντιθέτως τους σημαντικούς Αθηναίους μόνο μέσω των συναντήσεών τους με τον απλό άνθρωπο.

Η μελέτη του δεν είναι φυσικά αυθαίρετη, καθώς βασίζεται στην αρχαία γραμματεία, την ανασύνθεση αρχαιολογικών ευρημάτων και τις παραδεδομένες ιστορικές μελέτες.

 

 

Την άνοιξη του 416 π.Χ. λοιπόν, στο εξαετές διάλειμμα του Πελοποννησιακού Πολέμου που εγκαινίασε η Νικίειος Ειρήνη το 421 π.Χ., η Αθήνα άντεξε τις επανειλημμένες επιθέσεις των Σπαρτιατών και έμοιαζε πιο δυνατή από ποτέ. Αλίμονο, κάτω από τις παραινέσεις του Αλκιβιάδη, η πόλη-κράτος σχεδιάζει την παράτολμη εισβολή στη Σικελία, που θα έδινε τέλος στην πρόσκαιρη κατάπαυση των εχθροπραξιών.

Όσο γίνονταν αυτά σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, ο συνηθισμένος αθηναίος πολίτης είχε μια ζωή να ζήσει. Μια καθημερινότητα που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Για να δούμε λοιπόν τι έκαναν κάποιοι Αθηναίοι όσο οι πολιτικοί και στρατηγοί τους εξύφαιναν νέα σενάρια πολέμου…

Ο γιατρός εξετάζει την ιέρεια

 

Τον Φοίκο τον γιατρό τον ξύπνησαν μαύρα μεσάνυχτα και αυτή τη φορά ήταν οι φρουροί του Ναού της Αθηνάς στην Ακρόπολη. Μια από τις ιέρειες της Αθηνάς Πολιάδος αρρώστησε ξαφνικά και ο γιατρός φοβάται τα χειρότερα. Ο θάνατος μιας ιέρειας είναι από μόνος του ένα φριχτό γεγονός, πόσο μάλλον που εδώ μιλάμε και για ένα 11χρονο κορίτσι.

Είναι μια από τις Αρρηφόρους, «αυτές που μεταφέρουν μυστικά», και ανήκουν στις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης. Ζούσαν άλλωστε στο Ερέχθειο, σε ένα από τα πλέον περίβλεπτα μέρη της Ακρόπολης.

Ο γιατρός διαβεβαιώνει τους ανήσυχους γονείς πως έχει ήδη έναν βοηθό του σε επιφυλακή. Αν δεν μπορεί να κάνει τη διάγνωση ή αν η υπόθεση είναι σοβαρή, θα τον στείλει να φωνάξει τον καλεσμένο του από την Κω, κάποιον Ιπποκράτη, που λένε πως είναι μεγάλος γιατρός.

Ο ναός είναι ανάστατος. Η αρρώστια της ιέρειας μόνο μικρό πράγμα δεν είναι για την πόλη. Ο Φοίκος τη βοηθά να ανακτήσει τις αισθήσεις της και κάνει μια από τις γρηγορότερες διαγνώσεις της καριέρας του. Κατόπιν βγαίνει να ενημερώσει το μικρό πλήθος που καρδιοχτυπά έξω από το δωμάτιο:

 

 

«Δεν κινδυνεύει πια. Σε μια-δυο μέρες θα έχει αναρρώσει πλήρως. Μέχρι τότε, συνιστώ πολύ νερό και ξάπλα στο κρεβάτι. Δώστε της και λίγο χυλό, αν αντέχει το στομάχι της. Το κορίτσι εξαγνίστηκε και η κρίση πέρασε». «Εξαγνίστηκε; Κακό πνεύμα ήταν;», ρωτά ανήσυχη η μητέρα της.

Ο Φοίκος παραμένει σιωπηλός, καθώς ξέρει αλλά πώς να πει δημοσίως; Πιάνει παραμάσχαλα τον διοικητή της φρουράς του ναού και πάνε παράμερα. «Καλύτερα να μη μαθευτεί η ασθένεια του κοριτσιού», του λέει ο γιατρός, «και πρέπει να πεις μια κουβέντα στους άντρες σου».

«Θέλεις να ψάξουμε την Ακρόπολη μπας και κρύβεται ακόμα κάπου ο μάγος;», τον ρωτά ο αξιωματούχος. «Ποιος μάγος;», ρωτά ο γιατρός. «Αυτός που προκάλεσε την κατάληψη του κοριτσιού από το πνεύμα», απαντά ο φρούραρχος.

«Όχι», του λέει ο γιατρός, «θέλω να μάθω πώς έπεσε στα χέρια της αυτό». Και του δείχνει το μικρό φλασκί από ακατέργαστο δέρμα, αυτό που έχουν οι στρατιώτες για το κρασί τους…

Ο προπονητής ετοιμάζεται για το μάθημα της πάλης

 

Ο Αρίστωνας ξεκινά πάντα το μάθημά του υπενθυμίζοντας σε όλους πόσο σημαντική υπόθεση είναι για την Αθήνα η σωματική άσκηση. Του αρέσει να τους λέει την ιστορία με τον Σωκράτη που επέπληξε έναν φίλο του, τον Επιγένη, επειδή ήταν αγύμναστος.

Η Αθήνα διαθέτει τρία αξιόλογα γυμναστήρια, την Ακαδημία, το Λύκειο και το Κυνόσαργες, και ο Αρίστωνας δουλεύει στο πρώτο. Είναι χτισμένα όλα τους έξω από τα τείχη της πόλης, καθώς οι παλαίστρες και τα αγωνίσματα του στίβου θέλουν τον χώρο τους.

Η Ακαδημία και το Λύκειο είναι αποκλειστικά για τα παιδιά των πολιτών, ενώ στο Κυνόσαργες φοιτούν τα παιδιά μεικτής καταγωγής και τα νόθα. Τα γυμναστήρια δεν είναι εξάλλου προσθήκες στα σχολεία, αλλά τα ίδια τα σχολεία. Εκεί μαθαίνουν πάλη, μουσική, χορό και γραμματική, εκεί γίνονται και οι επιστημονικές συζητήσεις και οι φιλοσοφικές διαμάχες.

Ο Αρίστωνας είναι τρίτος τη τάξει στο γυμναστήριο. Πίσω από τον γυμνασιάρχη δηλαδή, το ευκατάστατο αφεντικό του γυμναστηρίου που πληρώνει τα πάντα από την τσέπη του, και τον παιδοτρίβη, πρώην αθλητή που είναι πια επιφορτισμένος με τις ασκήσεις και το διαιτολόγιο των νεαρών αγοριών.

 

 

Ο γυμναστής ορίζει τα ζευγάρια της πάλης, είναι ο εκπαιδευτής που επιβλέπει τις ασκήσεις που αναθέτουν οι παιδοτρίβες. Σήμερα τον απασχολεί ξανά ο Αριστοκλής, ένας μυώδης νέος με ηράκλειους ώμους που δεν έχει δίκαιο ταίρι στην πάλη. Δεν μπορεί να τον αποκλείσει όμως από την παλαίστρα, καθώς οι γονείς του είναι ισχυροί ευγενείς.

Κι έτσι σήμερα αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει ο ίδιος! Υπήρχαν εξάλλου εποχές που ο Αρίστωνας ήταν φημισμένος παλαιστής στη γενέτειρά του, το Άργος. Μετά σκέφτεται βέβαια πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αποδεκτό, κι έτσι θα βάλει έναν μεγαλύτερο ηλικιακά νέο να παλέψει με τον «Πλάτωνα», όπως λένε τον Αριστοκλή.

«Πλάτων» σημαίνει εξάλλου «ευρύς», ένα συνηθισμένο παρατσούκλι για ρωμαλέους νέους. Και ο Αριστοκλής είναι τόσο ρωμαλέος που όλοι τον ξέρουν ως Πλάτωνα. Ο οποίος δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυνατός, αλλά και εξαιρετικά ταλαντούχος. Ακολουθεί άλλωστε κατά γράμμα την επιταγή του δασκάλου του, του Σωκράτη, πως έχεις καθήκον απέναντι στον εαυτό σου να είσαι όσο το δυνατόν πιο υγιής σωματικά και πνευματικά.

Μετά την πάλη, ακολουθεί η μουσική. Ο Πλάτωνας δεν τα πάει τόσο καλά εδώ. Έχει μάλλον αδύναμη και κακόηχη φωνή. Κανείς δεν μπορεί να είναι τέλειος σε όλα, σκέφτεται ο Αρίστωνας με μειδίαμα για το ταλαντούχο αυτό αγόρι που επιδεικνύει ζήλο και σοβαρότητα σε όλες τις σωματικές και πνευματικές ασκήσεις…

Ο λαθρέμπορος κανονίζει μια παρτίδα σύκων

 

 

Ο Γαίρεστος ο γεωργός μπαίνει στο σκοτεινό καταγώγιο της Φαναγόρας στον Πειραιά, έχοντας επιστρέψει μόλις από τον δεντρόκηπό του. Όχι για να μεθύσει αυτή τη φορά, ούτε για να παίξει ζάρια. Αλλά για να περάσει απαρατήρητος. Ο άνθρωπος που ήρθε να συναντήσει είναι ήδη εδώ, ο Ναυσιγένης, και κάθεται στη γωνιά. Και τον συνοδεύει ένας μεγαλόσωμος, αγριωπός ναυτικός.

Η συνάντηση πρέπει να γίνει με κάθε προφύλαξη. Αν τους δει κάποιος μαζί, θα αρχίσει να υποπτεύεται την μπίζνα τους. Τι δουλειά έχει άλλωστε ένας καλλιεργητής σύκων με έναν ναυτικό αν όχι λαθρεμπόριο; Και το λαθρεμπόριο των πάντα αγαπημένων για τους Αθηναίους σύκων είναι κάτι που δεν παίρνουν αψήφιστα.

«Το φορτίο θα είναι το συνηθισμένο;», τον ρωτά συνωμοτικά ο γηραλέος ναυτικός, που μένει δυο θάλασσες πιο πέρα και δεν συγχρωτίζεται συνήθως με Αθηναίους. «Ένα πέμπτο φρέσκα και τα υπόλοιπα αποξηραμένα;».

O Ναυσιγένης δεν έχει εύκολο έργο. Πρέπει να μεταφέρει το εξαιρετικά ευαίσθητο φορτίο διασχίζοντας το Αιγαίο και μετά να πάει κατευθείαν στην αγορά στην Κύζικο. Αν του τύχει ένας αντίθετος άνεμος, ολόκληρος ο θησαυρός στο αμπάρι του θα σαπίσει. Όσο πιο φρέσκα είναι τα σύκα τόσο περισσότερο κρατάνε. Κι όταν λέει φρέσκα ο Ναυσιγένης, εννοεί ότι έχουν μαζευτεί τη μέρα που θα σαλπάρει. Κι έτσι θα αντέξουν καμιά βδομάδα το πολύ.

Τα φρέσκα σύκα Αττικής είναι εκλεκτή λιχουδιά ακόμα και μέσα στην ίδια την Αθήνα. Η μεταφορά των σύκων του Γαίρεστου στη «Νηρηίδα», που είναι αγκυροβολημένη στο λιμάνι, είναι εύκολη υπόθεση. Ο Γαίρεστος έχει γεμίσει εδώ και μήνες ένα σωρό βαρέλια με αποξηραμένα σύκα σε ένα κρυφό υπόγειο κάτω από την αποθήκη του στο κτήμα.

 

 

Θυμάται και καταριέται όμως ξανά τους Σπαρτιάτες, που έκοψαν τα αγαπημένα του δέντρα κατά τον τελευταίο πόλεμο. Δέντρα που έδωσα φαΐ στον πατέρα και τους προγόνους του. Και τα αφάνισαν όλα οι Σπαρτιάτες στο καταστροφικό πέρασμά τους.

Τώρα όμως είναι ώρα για δουλειές. Ο Ναυσιγένης θα πληρώσει μετρητά μόλις παραλάβει το εμπόρευμα. Ο Γαίρεστος θα πληρωθεί αυτή τη φορά με ελληνικά νομίσματα από ατόφιο ασήμι, τις αττικές γλαύκες.

Γαίρεστος και Ναυσιγένης λογομάχησαν όμως για τον πόλεμο. «Αν δεν συμπαθείς τους ξένους, τότε γιατί μου πουλάς τα σύκα σου; Και μάλιστα ενώ είναι παράνομο;», αντεπιτέθηκε ο ναυτικός από τον Εύξεινο. Το ζήτημα είναι λεπτό για τον Γαίρεστο. Έγινε βλέπετε λαθρέμπορος επειδή χρεώθηκε για να φτιάξει ξανά τον δεντρόκηπό του και δεν έλαβε καμία βοήθεια από την αθηναϊκή πολιτεία.

Ο Ναυσιγένης θα πάει αύριο στο σπίτι του Γαίρεστου, όσο εκείνος είναι στο κτήμα του. Του έχει φυλάξει δυο σακιά στην αποθήκη του για να τα εξετάσει ο ναυτικός και να καθοριστεί η τιμή τους. Η «Νηρηίδα» θα σαλπάρει κατόπιν ένα από τα επόμενα βράδια για την αμμώδη ακτή του Φαλήρου και εκεί θα τον περιμένει ο γεωργός με τα βαρέλια του.

Ένα σημαντικό ποσό σε ασημένια νομίσματα θα αλλάξει χέρια. Ακόμα κι αν τους δει κάποιος στην ακτή, θα είναι πιθανότατα κάποιος σαν και του λόγου τους. Κάποιος κατεστραμμένος αγρότης που εμπορεύεται λαθραία το εμπόρευμά του. Και κανείς δεν καταδίδει κανέναν. Κανείς δεν θέλει τη ρετσινιά του καταδότη.

Όσοι το κάνουν αποκαλούνται άλλωστε «συκοφάντες», μια λέξη που βγήκε ακριβώς για να περιγράψει όσους κατέδιδαν τους λαθρέμπορους σύκων. Κανείς δεν θέλει να λέγεται συκοφάντης…

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

Social

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠIΣHΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Πώς και πότε γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου

Δημοσιεύτηκε

στις

Η 25η Μαρτίου, ως ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα του 1838 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο. Η καθιέρωση της εορτής οφείλεται στην επιμονή και το πείσμα του Δημάρχου της Αθήνας, Δημητρίου Καλλιφρονά (1805–1897).

Ο Δήμαρχος ήρθε σε ρήξη με τη βαυαρική διοίκηση και συγκεκριμένα με το Υπουργείο των Εσωτερικών το οποίο δεν επιθυμούσε έξοδα για γιορτές… όταν οι αγωνιστές δεν είχαν να φάνε.

Κατά μία άλλη εκδοχή το Παλάτι, μάλλον, δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την επανάσταση των Ελλήνων. Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν τότε στην πρωτεύουσα.

Συγκεκριμένα, σημαιοστόλισε την πόλη και καθάρισε τις, λιγοστές τότε, πλατείες. Ο εορτασμός άρχισε την παραμονή το βράδυ με 21 κανονιοβολισμούς. Και την άλλη μέρα, Παρασκευή πρωί ανήμερα του Ευαγγελισμού, η Αθήνα ξύπνησε με 21 νέους κανονιοβολισμούς. Αριθμός συμβολικός που συνδυάζεται με το ’21 της επανάστασης. Άρχισαν έπειτα να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών.

Το πρωί της 25ης Μαρτίου 1838, εψάλη δοξολογία στον τότε Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης (στην οδό Αιόλου) στην οποία, και μόνο εκεί, παραβρέθηκε και ο Όθων ντυμένος με την παραδοσιακή φουστανέλα. Το απόγευμα οργανώθηκε από το Δήμο χορός στην πλατεία των παλαιών Ανακτόρων στον οποίο συμμετείχαν όλοι οι νέοι της πόλης ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη και τους παρακολούθησαν πολλοί από τους Αγωνιστές του 1821. Τη νύχτα ο Δήμαρχος φωταγώγησε με λαδοφάναρα τους κεντρικούς δρόμους και την Ακρόπολη.

Είναι αξιοσημείωτο να τονιστεί ότι τότε η πρωτεύουσα, φωτιζόταν με 70 – 80 λαδοφάναρα του Δήμου και όταν φυσούσε δυνατός άνεμος έσβηναν όλα. Για να περιοριστούν τα περιττά έξοδα (για το φωτισμό ο Δήμος δαπανούσε το 5% του προϋπολογισμού του), κατά τις νύχτες με φεγγάρι άναβαν μόνο 20 – 25 λαδοφάναρα.

Τέλος, οι Αθηναίοι έμειναν αποσβολωμένοι από το υπερθέαμα, όταν αντίκρισαν στο Λυκαβηττό φαναράκια που τα κρατούσαν νεολαίοι της εποχής και σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό σταυρό με τις λέξεις «Εν τούτω Νίκα».

Έτσι, το 1838 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821. Και τούτη η γιορτή έγινε με γκρίνια, με διαφωνίες και με πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια (ενώ χρήματα δεν υπήρχαν), κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια μας. Οι κακές γλώσσες λένε ότι για τη γιορτή ετούτη δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.

Σημείωση: Στους ιστορικούς μελετητές είναι γνωστό το κείμενο του “Διατάγματος 980/1838” του Δημάρχου της Αθήνας Δημητρίου Καλλιφρονά, που καθιέρωνε τη μεγάλη εθνική εορτή, αλλά το κείμενο τούτο κυκλοφόρησε μόνο στον Τύπο και δε δημοσιεύτηκε ποτέ στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (συνεπώς δεν πρόκειται για Διάταγμα).

Το κείμενο έχει ως εξής:
«Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα, διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγιας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής και διατάττομεν την διαληφθείσαν Γραμματείαν να δημοσιεύση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα».

Πηγή: 24grammata.com (Γιώργος Δαμιανός)

ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Απάντηση

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η εκρηκτική ξανθιά που διέκοπτε αγώνες για να πλακώσει στα φιλιά τους αθλητές

Δημοσιεύτηκε

στις

Τον Αύγουστο του 1969 και ενώ οι Reds βρίσκονταν στον αγωνιστικό χώρο του Crosley Field στο Σινσινάτι του Οχάιο, ο Pete Rose βλέπει μια καλλονή να εισβάλει στο χώρο και να κινείται προς το μέρος του. Μπροστά σε σχεδόν 50.000 φανατικούς του μπέιζμπολ η κοπέλα τον πλησιάζει και του δίνει ένα φιλί.

Από εκείνη την ημέρα και για σχεδόν 30 χρόνια η Μοργκάνα, που απέκτησε το παρατσούκλι «The kissing bandit (ληστής φιλιών), έγινε η μασκότ του αμερικανικού μπέιζμπολ.

Η Μοργκάνα Ρόμπερτς φίλησε πάνω από 40 αθλητές του μπάσκετ, του χόκεϊ και του Αμερικανικού ποδοσφαίρου, συνελήφθη σχεδόν 19 φορές για τις εισβολές της στους αγωνιστικούς χώρους, τραυματίστηκε πολλαπλές φορές και αγαπήθηκε από όλους. Το 1999 αποσύρθηκε και σήμερα στα 66 της ζει μια ήσυχη ζωή με τον σύζυγό της στο Οχάιο. «Είχε πλάκα αλλά για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος και το κατάλληλο μέρος πιστεύω» είχε πει σε συνέντευξή της το 2019 στο USA Today.

Η ζωή στο δρόμο, τα φαγητά στα σκουπίδια και το στριπτίζ

 

Η Μοργκάνα Ρόμπερτς γεννήθηκε στο Λούισβιλ του Κεντάκι στις 4 Ιουλίου 1954. Τα παιδικά της χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Η μητέρα της από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε δεν την ήθελε, την εγκατέλειψε και έτσι μεγάλωσε με τη γιαγιά της μέχρι την ηλικία των 6. Τότε την έστειλε εσώκλειστη σε καθολικό σχολείο.

Η μικρή ήθελε αρχικά να γίνει καλόγρια όμως δεν άντεξε τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής και το έσκασε στα 13 της. Κατέληξε με ωτοστόπ στη Βαλτιμόρη, άστεγη και αναγκαζόταν να ψάχνει στα σκουπίδια για να φάει. Κανείς δεν μπορούσε να τη προσλάβει καθώς ήταν ανήλικη. Εκείνη όμως δεν το έβαζε κάτω. Θα επιβίωνε.

Μια μέρα, περνώντας μπροστά από ένα κλαμπ, είδε ότι έψαχναν για χορεύτριες. Έπρεπε να ήταν 18 ετών. Αυτή την ηλικία προφασίστηκε στον ιδιοκτήτη του κλαμπ, εξάλλου το χυμώδες σώμα της δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Δεν είχε καταλάβει όμως ότι το μαγαζί έψαχνε για στρίπερ. Η πρώτη εμφάνισή της ήταν μια παταγώδης αποτυχία. Αδυνατούσε να ισορροπήσει στις ψηλοτάκουνες γόβες και όταν οι άνδρες στο κοινό φώναζαν «βγάλτα» εκείνη ξέσπασε σε κλάματα και έφυγε άρον άρον από τη σκηνή.

Βλέποντας τις άλλες στρίπερ όμως δεν άργησε να μάθει και πολύ σύντομα έγινε περιζήτητη. Συνδύαζε το στριπτίζ με την κωμωδία, όπως έλεγε. Τα σωματικά της προσόντα συζητήθηκαν πολύ. Η Μοργκάνα με το μεγάλο μπούστο έκανε την Ντόλυ Πάρτον να μοιάζει «αναπτυξιακά καθυστερημένη», όπως περιέγραφε χαρακτηριστικά ο συγγραφέας Hank Davis. Εκείνη συνήθιζε να αυτοσαρκάζεται. «Με ρωτούν από πού αγοράζω τα σουτιέν μου. Τους λέω ότι οι άνθρωποι που μου τα φτιάχνουν φτιάχνουν και τους θόλους στα στάδια! Δεν είμαι όμως σύμβολο του σεξ. Είμαι κωμικός. Κάνω τους άλλους να γελούν και αυτό μου φτιάχνει τη μέρα. Αν δεν είναι σημαντικό αυτό, τότε τι είναι;».

Το στοίχημα που άνοιξε την πόρτα της δημοσιότητας

 

Η Μοργκάνα έγινε γνωστή από ένα στοίχημα. Λάτρευε το μπέιζμπολ, ένα άθλημα που της το είχε μάθει η γιαγιά της και σε έναν αγώνα ένας φίλος της την προκάλεσε να μπει στον αγωνιστικό χώρο και να φιλήσει έναν παίκτη.

«Από το μέρος που κατάγομαι δεν απορρίπτεις μία πρόκληση» είπε. Και το έκανε. Έτρεξε προς τον παίκτη των Reds, Pete Rose και τον φίλησε. Εκείνος κοκκάλωσε και η πρώτη αντίδρασή του ήταν να τη «στολίσει» με διάφορες βρισιές. Το ίδιο βράδυ βέβαια, όπως είχε πει η Μοργκάνα, την είχε βρει στο κλαμπ που δούλευε για να της ζητήσει συγγνώμη και να της προσφέρει ένα μπουκέτο λουλούδια. Το υποκοριστικό της «kissing bandit» της το κόλλησε ένας αθλητικός συντάκτης όταν έγραψε για τα φιλιά που μοίραζε!

Οι δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες φιλιά σε δεκάδες παίκτες. Κανείς δεν έδειχνε πια να ενοχλείται, η Μοργκάνα είχε γίνει μασκότ. Δεν περιορίστηκε μόνο βέβαια σε παίκτες του μπέιζμπολ, αλλά και σε μπασκετμπολίστες και παίκτες του χόκεϊ. «Τους φιλάω στο μάγουλο, είναι καλύτερο από άποψη υγιεινής. Έτσι δεν θυμώνουν και οι γυναίκες τους» έλεγε.

Τα φιλιά της βέβαια της κόστισαν τη σωματική της ακεραιότητα. Φύλακες την χτύπησαν άπειρες φορές, τραυματίστηκε στις προσπάθειές της να μπει στο γήπεδο (έσπασε πόδια και χέρια) ενώ φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στο Αναχάιμ της Καλιφόρνιας. Όταν βρέθηκε ενώπιον δικαστηρίου η κατάληξη της δίκης μόνο γέλια έφερε. Ο δικηγόρος της για να εξηγήσει την μη εξουσιοδοτημένη παρουσία της μέσα στο γήπεδο είχε επικαλεστεί τη σωματική της διάπλαση. «Αυτή η γυναίκα ζυγίζει 51 κιλά και τα στήθη της 6,8 κιλά. Φταίει η βαρύτητα που την έριξε μέσα στο γήπεδο, τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία» είπε ο συνήγορός της με τον δικαστή να ξεσπά σε γέλια και να την αθωώνει!

 

 

Τα λεφτά που έβγαλε ήταν πολλά. Εμφανίστηκε σε διαφημίσεις, τηλεοπτικές εκπομπές, περιοδικά (όπως το Playboy) έφτιαξε προϊόντα με το όνομά της, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι διοργανωτές αγώνων την καλούσαν να φιλήσει τους παίκτες μόνο και μόνο για να τραβήξουν τα φώτα της δημοσιότητας. Η Μοργκάνα έβγαλε πολλά λεφτά, με κάποιους να υποστηρίζουν ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές της άγγιζαν τα 10.000 δολάρια! Γι΄αυτήν φτιάχτηκε επίσης και το ντοκιμαντέρ «Morganna: The Kissing Bandit» από τον βραβευμένο με Έμμυ παραγωγό Martin Khodabakhshian, που προβλήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2014.

Η Μοργκάνα αποσύρεται

Το 1999 αποφασίζει να αποσυρθεί. Παντρεμένη από τα 22 της με τον λογιστή Bill Cottrell ζει μια ήσυχη ζωή μαζί του στο Οχάιο. Εκείνος την ερωτεύτηκε αμέσως και έξι μήνες μετά την γνωριμία τους αρραβωνιάστηκαν, με την Μοργκάνα να λέει: «Αυτός ο άντρας σου εξοικονομεί χρήματα. Καλύτερα να τον παντρευτείς!». Μαζί του έκανε και τον γιο της, Νικ.

Στη συνέντευξή της στο USA Today η 65χρονη σήμερα Μοργκάνα περιέγραψε την καθημερινότητά της.

«Κάθε μέρα πάω γυμναστήριο. Λατρεύω τη γυμναστική, πάντα τη λάτρευα, όλη μου τη ζωή. Δεν πηγαίνω για ψώνια, το σιχαίνομαι. Δεν μου αρέσει να ξοδεύω χρήματα, ούτε να δοκιμάζω πράγματα, οπότε όλοι λένε στον άντρα μου πόσο τυχερός είναι» είπε στον Josh Peter.

«Θέλω να ζήσω μέχρι τα 200, αλλά να δείχνω 100. Δεν θα κάνω πλαστικές γιατί έτσι θα δείχνω 200 χρονών όταν θα είμαι 200! Αυτό που βλέπετε είναι αυτό που παίρνετε» είπε στον δημοσιογράφο, στον οποίο όταν ξεκίνησαν τη συνέντευξη του είπε να πλησιάσει το μάγουλό του στο ακουστικό για να του δώσει δύο φιλιά!

 

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η πανδημία που θέρισε τον πλανήτη και σκόρπισε το θάνατο στην Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο πλανήτης έχει γνωρίσει μία σειρά από φονικές επιδημίες, οι οποίες μετεξελίχθηκαν σε πανδημίες παγκόσμιας κλίμακας που στοίχισαν τη ζωή σε εκατοντάδες εκατομμύρια πολιτών, σβήνοντας από το χάρτη, σχεδόν, ολόκληρες περιοχές.

Από τον τυφοειδή πυρετό του 430 π.Χ. που έμεινε στην ιστορία ως «Λοιμός των Αθηνών» και στοίχισε τη ζωή των 2/3 των κατοίκων της Αθήνας. Στη «Μαύρη Πανώλη» του 14ου αιώνα που «θέρισε» πάνω από 75 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, μέχρι και την τωρινή επιδημία του νέου κορονοϊού από την Κίνα η οποία στον πρώτο μήνα από την έξαρσή της (σ.σ. παρουσιάστηκε πρώτη φορά στις 14/1/2020) είχε αφήσει πίσω της πάνω από 1000 νεκρούς και 40.000 να έχουν νοσήσει.

Πριν από 102 χρόνια, το 1918, η ανθρωπότητα αντιμετώπισε μία από τις μεγαλύτερες πανδημίες η οποία θα μπορούσε να αφανίσει μέχρι και χώρες ολόκληρες. Η θανατηφόρος πορεία του ιού της «Ισπανικής Γρίπης», όπως ονομάστηκε, δεν καταγράφηκε από τον ευρωπαϊκό Τύπο για να μην επηρεάσει το ηθικό των πολιτών εξαιτίας του Μεγάλου Πολέμου (1914-18).

Το τοπίο έμεινε θολό αφήνοντας τους πολίτες έρμαια στην εξάπλωση και τα θύματα της γρίπης. Εξαίρεση αποτέλεσε η λεπτομερής καταγραφή της νόσου στην ουδέτερη Ισπανία. Εξ ου και η ονομασία της.

Πώς έφτασε ένας ιός να σκοτώσει περισσότερους από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Κάθε είδους υποδομή έχει ουσιαστικά διαλυθεί μετά το καταστροφικό πέρασμα του «Μεγάλου Πολέμου». Ένας αόρατος εχθρός έρχεται να αποτελειώσει τους ήδη καταρρακωμένους ανθρώπους.

 

Ασθενείς σε σειρά σε εξωτερικό χώρο νοσοκομείου της Ουάσινγκτον

Ο ιός της γρίπης παραμένει ένας εξαιρετικά δυσκολοκατάβλητος αντίπαλος για τους γιατρούς. Αλλάζει, μεταβάλλεται, προσαρμόζεται, αντεπιτίθεται και αρνείται να παραδοθεί και να πεθάνει. Αντίθετα, σαν μετρ της εξαπάτησης, μεταμφιέζεται σε ένα απλό κρυολόγημα και σκοτώνει όταν βρει την ευκαιρία.

Το 1918, κάπου στην Ανατολική Ασία έπεφταν οι πρώτοι νεκροί από την γρίπη. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αναφέρθηκε το πρώτο κρούσμα στην Ευρώπη που ήταν ένας Άγγλος στρατιώτης που ερχόταν από θητεία στη Γαλλία. Όσο ο καιρός περνούσε τόσο μεγάλωνε ο αριθμός των θυμάτων. Και όσο το στράτευμα μετακινούνταν, τόσο εξαπλωνόταν ο ιός, χωρίς ακόμη να γνωρίζει κανείς τι ακριβώς συμβαίνει.

Η ομερτά της σιωπής έσπασε από τους Ίβηρες οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι που μίλησαν για τον ιό ενημερώνοντας τον πληθυσμό για αυτό που έρχεται. Χωρίς να έχουν στο μυαλό τους την πλήρη εικόνα της πανδημίας που βρισκόταν προ των πυλών.

Για την ιστορία από τον ιό μολύνθηκε περίπου το 1/3 των κατοίκων του πλανήτη με τα επίσημα στοιχεία να κάνουν λόγο για 21.640.000 θανάτους ενώ ανεπίσημες πηγές αναφέρουν ότι και πάνω από 50 εκατ. άνθρωποι μολύνθηκαν.

 

Στρατιωτικό νοσοκομείο στη Γαλλία

Η πρώτη καταγραφή της Γρίπης στην Ελλάδα

Οι υγειονομικές αρχές προσπαθούσαν να ανταπεξέλθουν στον ιό με διάφορους τρόπους. Γαργάρες, κοφτές βεντούζες, αντισηπτικές εισπνοές, τακτική αλλαγή εσωρούχων και συστηματική καθαριότητα των χεριών ήταν κάποιες από τις συμβουλές των γιατρών αυτές τις μεθόδους συμβούλευσαν οι γιατροί προκειμένου να αντιμετωπίσει ο κόσμος μία από τις μεγαλύτερες πανδημίες που έζησε η ανθρωπότητα.

Το καλοκαίρι του 1918 γίνοντι οι πρώτες αναφορές στον Ελληνικό Τύπο για την Ισπανική Γρίπη.  Γράφει η εφημερίδα «Ωρα» στις 14 Ιουνίου: «Εάν ακούση κανείς τους συμπολίτες, θα υποθέσει ότι η περίφημος Ισπανική επιδημία ενέσκηψε και εις το Ιοστέφανον Αστυ. Ο κάθε συμπολίτης μόλις αισθανθή υγραινομένους τους ρώθωνάς του από ελαφρόν συνάχι ή του πονέση λίγο το κεφάλι, κολακεύεται να πιστεύει ότι απέκτησε την αξιοπερίεργον αυτή επιδημίαν… Επέπρωτο εν τούτοις εις την αλλοπρόσαλλον εποχή μας να ίδωμεν και αυτό. Επιδημίας της μόδας».

 

Εθελόντριες του Ερυθρού Σταυρού βοηθούν ασθενείς σε χώρο μαζικής περίθαλψης στο Όκλαντ των ΗΠΑ

 

Η «Ακρόπολις» με τη σειρά της κάνει λόγο για: «Από την Ισπανία περιμένουμε να μας έρθει μια άλλη γρίππη πιο σοβαρή από εκείνη που ξέρουμε, η γρίππη που μαστίζει τώρα τον Ισπανικό στρατό. Οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί τρίβουν τα χέρια τους. Αλλά και οι χασάπηδες και οι μανάβηδες κτλ.».

Τα άσχημα μαντάτα δεν αργούν να φτάσουν. Στις 31 Ιουλίου αναφέρεται θανατηφόρο κρούσμα της στην Αθήνα. Το δεύτερο κύμα της γρίπης, αυτό που ξεκίνησε τον Αύγουστο και κορυφώθηκε τον Οκτώβριο, τον μήνα με τα περισσότερα θύματα παγκοσμίως, είναι αυτό που θα χτυπήσει σοβαρά και τη χώρα μας.

Τα τηλεγραφήματα του τρόμου

4 Οκτωβρίου: Γίνονται οι πρώτες αναφορές με γενικές οδηγίες πρόληψης.

8 Οκτωβρίου: Κρούσματα στα Τρίκαλα, «την Αργολιδοκορινθίαν, την Αχαιολήδια και την Αιτωλοακαρνανίαν». Τα σχολεία κλείνουν σε Δυτική Μακεδονία, Τρίκαλα και Πάτρα κατόπιν διαταγής του υπουργείου Παιδείας.Αν και δεν γίνεται καμιά αναφορά στον Τύπο για τη γρίπη στην Αθήνα, οι ημερήσιοι θάνατοι –που καταγράφονται επιμελώς μαζί με την αιτία δίπλα στους γάμους– διπλασιάζονται.

 

Άρθρο της εποχής

16 Οκτωβρίου: Πολλοί θάνατοι στην επαρχία και συγκεκριμένα στην Πάτρα όπου κλείνουν τα σχολεία.

18 Οκτωβρίου: Αναβάλλεται η έναρξη των μαθημάτων του Πανεπιστημίου, κλείνει το Ωδείο, διακόπτονται οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων. Η επιδημία είναι προ των πυλών της Αθήνας. Κλείνουν τα καφενεία της πλατείας Ομονοίας, διατάσσεται να ληφθεί πρόνοια για την αραίωση των πελατών των στιλβωτών υποδημάτων και στους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων να επιτρέπουν μόνο τους μισούς θεατές.

Σύμφωνα με τα τηλεγραφήματα υπάρχουν επίσης κρούσματα στον Βόλο, την Αρτα, τον Τύρναβο και τη Λάρισα, με την Πάτρα να συνεχίζει να βρίσκεται σε έξαρση με 47 θανάτους την ημέρα και τα Ιωάννινα με 40.

24 Οκτωβρίου: Ο τότε υπουργός Εσωτερικών Σίμος διαβάζει: «Βρέθηκε το φάρμακο για την ασθένεια. Ο ιατρός Σέιλερ εκ Βιέννης δι’ ενέσεων σουμπλιμέ (σ.σ. άχνης υδραργύρου) επέτυχε ελλάτωσιν της θνησιμότητος από ογδόντα τοις εκατό στο μηδέν».

27 Οκτωβρίου: Άμεση εφαρμογή των ενέσεων. Ο διευθυντής του Ευαγγελισμού δοκιμάζει σε 26 αρρώστους ενέσεις, με άριστα όπως ανακοινώνει αποτελέσματα.

Στις λίστες των πόλεων με το ξέσπασμα της γρίπης προστίθενται Πύργος, Ναύπλιο, Βέροια, Κάλαμος και τα Χανιά.

 

Γυναίκες με χειρουργικές μάσκες στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας

Τα θύματα που πολλαπλασιάζονται και η μεταφορά των νεκρών

Από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου του 1918 η γρίπη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της αλλά δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα τα θύματα.

Χαρακτηριστικό είναι ένα σπάνιο επιτόπιο ρεπορτάζ της εποχής στην πλατεία Βάθης. Έξι μέλη μιας οικογένειας έχουν όλα νοσήσει και ο ιατρός Κοκκάκης αναφέρει ότι στις λαϊκές συνοικίες η γρίπη ρίχνει τον κόσμο κάτω οικογενειακώς και ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί για θεραπεία μόνο κοφτές βεντούζες.

Το νησί της Σκύρου ήταν από τις περιοχές της Ελλάδας που η γρίπη χτύπησε με την μεγαλύτερη σφοδρότητα. Στις καταγραφές που υπάρχουν γίνεται λόγος για σχεδόν καθολική μόλυνση του πληθυσμού από τον ιό. Από τους 3.200 κατοίκους του νησιού στα τέλη Οκτωβρίου οι 3.000 νοσούν. Οι άνθρωποι πεθαίνουν ξαφνικά εκεί που τρώνε, που κάθονται, που προσεύχονται. Μάνες, πατεράδες και γιαγιάδες κουβαλάνε τα φέρετρα των παιδιών, ενώ την άλλη μέρα πέφτουν άψυχοι και εκείνοι.

 

Εθελόντριες του Ερυθρού Σταυρού φροντίζουν νεκρό στην Ουάσινγκτον

Ενώ οι νεκροί πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς που οι κοινωνίες δεν μπορούν να σηκώσουν το κουβάλημα των νεκρών αρχίζει να αποτελεί το νούμερο ένα ζήτημα. Επιστρατεύονται βαρκες, κοφίνια, σκάλες και πόρτες. Το νεκροταφείο γεμίζει, οι εκκλησίες το ίδιο. Δεν έχουν φάρμακα, δεν έχουν τρόφιμα.

Τα πρώτα αισιόδοξα τηλεγραφήματα άρχισαν να καταφθάνουν από τις 5 Νοεμβρίου. Στις 15 Νοεμβρίου η γρίπη δεν έχει κανένα κρούσμα στην Πάτρα, την Κέρκυρα, έχει στασιμότητα σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ βρίσκεται ακόμη σε ένταση σε Ανατολική Μακεδονία, Ζάκυνθο, Ηπειρο, Νάξο, Αρτα και τη Σκύρο, χωρίς όμως να μετρά τόσα θύματα.

Ο Τύπος της εποχής κατέγραψε την ύφεση του ιού με τον τίτλο:  «Η γρίπη ξεψυχά».

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η «Επίθεση των Νεκρών» που συγκλόνισε τον πλανήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Α′ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε για το ανθρώπινο είδος μια νέα εποχή στη στρατιωτική του ιστορία. Η τεχνολογική εξέλιξη στα όπλα ήταν τέτοια, που οι τακτικές και τεχνικές των προηγούμενων αιώνων αποδείχθηκαν δραματικά ξεπερασμένες. Όσο για τον φόρο αίματος, ήταν τεράστιος, με έναν συγκλονιστικά μεγάλο αριθμό νεκρών να καταγράφεται. Δεν χαρακτηρίστηκε άδικα ως «Μεγάλος Πόλεμος».

«Η πολιτική είναι αναίμακτος πόλεμος. Ο πόλεμος είναι αιματηρή πολιτική», είχε πει κάποτε ο Μάο Τσε Τουνγκ και στον Α’ ΠΠ η φράση αυτή ίσως ταιριάζει… γάντι σε σχέση με κάθε άλλη περίπτωση. Άλλωστε, στην προσπάθεια κάθε πλευράς να πάρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πλεονέκτημα στα χαρακώματα, δοκιμάστηκαν άνευ προηγουμένου όπλα σε σχέση με το παρελθόν. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και διάφορα άλλα μέσα -λιγότερο ή περισσότερο γνωστά- έτυχαν για πρώτη φορά γενικευμένης χρήσης, για να αφήσουν πίσω τους εφιαλτικές μνήμες σε όσους συμμετείχαν. Όλο αυτό το αιματοκύλισμα δημιούργησε προσδοκίες πως κάτι αντίστοιχο δεν θα συνέβαινε ξανά στο εγγύς μέλλον, αλλά αποδείχθηκε μάταιο, σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα.

Ένα νέο όπλο που χρησιμοποιήθηκε στον «Μεγάλο Πόλεμο», για πρώτη φορά στην ιστορία, ήταν τα δηλητηριώδη αέρια. Η παρθενική τους εμφάνιση καταγράφεται στις 31 Ιανουαρίου του 1915, από τους Γερμανούς εναντίον των Ρώσων στη Μάχη του Μπολίμοφ, με τον Φεβρουάριο εκείνου του έτους να είναι ουσιαστικά ο μήνας που ξεκίνησε ο τρομακτικός αυτός… χορός. Η πιθανότατα πιο συγκλονιστική ιστορία από εκείνη την περίοδο, έρχεται περίπου μισό χρόνο αργότερα, με μια ενέργεια που πέρασε στην ιστορία ως «η Επίθεση των Νεκρών». Η φράση αυτή μπορεί να παραπέμπει περισσότερο σε ιστορία τρόμου, ωστόσο αναφέρεται σε ένα πέρα για πέρα αληθινό γεγονός, που αντικατοπτρίζει τα όσα ανατριχιαστικά είδε το Ανατολικό Μέτωπο.

Το απόρθητο φρούριο Οσόβιετς

 

 

Ένα από τα μέρη στα οποία οι Γερμανοί συνάντησαν τη μεγαλύτερη αντίσταση ήταν -όπως και στον Β’ ΠΠ με το Στάλνγκραντ- υπό ρωσική διοίκηση: το φρούριο Οσόβιετς, που σήμερα βρίσκεται επί πολωνικού εδάφους κοντά στην πόλη Μπιάλιστόκ, στα βορειοανατολικά της χώρας. Φτιάχτηκε με στόχο να αποτρέψει οποιαδήποτε επίθεση στην περιοχή που τότε ανήκε στη Ρωσία.

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το οχυρό αυτό αποτέλεσε μια ισχυρή γραμμή άμυνας για τους Ρώσους και μεγάλο «αγκάθι» για τον Γερμανικό Στρατό, καθώς εξαιτίας του αναγκάστηκε να διατηρεί δεσμευμένα στην περιοχή ισχυρά στρατεύματα. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν για πρώτη φορά εκεί τον Σεπτέμβριο του 1914. Η προσπάθειά τους απέβη άκαρπη. Στις 26 εκείνου του μήνα έκαναν και μια νέα, πιο δυναμική προσπάθεια, αλλά και πάλι οι αντίπαλοί τους κατάφεραν να αντισταθούν με επιτυχία, ενώ κέρδισαν και σημαντικό έδαφος. Μετά από όλα αυτά, πήραν την απόφαση να αναδιατάξουν τα βαριά τους πολυβόλα, αλλά και πάλι το φρούριο έμεινε σχεδόν άθικτο.

 

 

Αν κάτι χαρακτηρίζει τους Γερμανούς -μέχρι θανάτου σε κάποιες περιπτώσεις- είναι η ξεροκεφαλιά και η επιμονή τους να πετύχουν τον στόχο τους. Στις 3 Φεβρουαρίου 1915 κατάφεραν να σπάσουν την πρώτη ρωσική γραμμή άμυνας, έπειτα από πέντε ημέρες σκληρής μάχης. Εκμεταλλευόμενοι την εδαφική υπεροχή τους, μετέφεραν τον οπλισμό και τους στρατιώτες σε θέσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν σοβαρά το Οσόβιετς. Περίπου 360 πυροβόλα βομβάρδισαν το οχυρό, ενώ 1.260.000 οβίδες έκαναν τη νύχτα μέρα. Μάλιστα, ακόμη και ο Ρωσικός Στρατός πίστευε ότι πλέον δεν υπήρχε ελπίδα. Έτσι, η ανώτατη διοίκηση έδωσε διαταγές απλώς να υπάρξει αντίσταση για άλλες 48 ώρες, προκειμένου να απομακρυνθούν οι πολίτες. Κι όμως, το φρούριο και οι στρατιώτες του άντεξαν!

Η έσχατη λύση: τα δηλητηριώδη αέρια

 

 

Οι Γερμανοί δεν είχαν πλέον άλλη λύση… Στις 6 Αυγούστου 1915 εξαπέλυσαν άλλη μια ισχυρή επίθεση, στην οποία είχαν την πλήρη αριθμητική υπεροχή. Στο φρούριο βρίσκονταν μόλις 900 Ρώσοι, 500 άντρες του Πεζικού και 400 της Εθνοφρουράς, ενώ εκείνοι ήταν περίπου 7.000. Παράλληλα, αποφάσισαν να παίξουν και το «δυνατό χαρτί» τους: τα χημικά όπλα, τα δηλητηριώδη αέρια για τα οποία η ρωσική άμυνα δεν ήταν προετοιμασμένη.

Η άμυνα απέναντι σε αυτά ήταν αδύνατη, ενώ το οχυρό βομβαρδίστηκε παράλληλα και από βαριά πυροβόλα. Η κόλαση επί γης είναι αντιπροσωπευτική φράση για να περιγράψει ό,τι συνέβη. Ένας από τους επιζήσαντες της επίθεσης, ο Σεργκέι Χμέλκοφ, αργότερα περιέγραψε πώς όλοι όσοι βρίσκονταν έξω, σε εκτεθειμένες θέσεις, πέθαναν δηλητηριασμένοι: «Το γρασίδι μαύρισε, υπήρχαν πέταλα λουλουδιών πεσμένα παντού… Το κρέας, το βούτυρο, το λαρδί, τα λαχανικά δηλητηριάστηκαν και ήταν ακατάλληλα για κατανάλωση».

Η «Επίθεση των Νεκρών» που έμεινε στην ιστορία

 

 

 

Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να εξαπολυθεί η τελική επίθεση. Όμως, στην πρώτη ρωσική γραμμή χαρακωμάτων οι Γερμανοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους άνδρες του 13ου Λόχου του 226ου Συντάγματος. Οι Ρώσοι, φτύνοντας αίμα από τους καμένους από τα αέρια πνεύμονες τους, με όση ζωή τους είχε απομείνει, πετάχτηκαν σαν φαντάσματα μέσα από τα χαρακώματα και αντεπιτέθηκαν. Γύρω στους 60 με 100 στρατιώτες, υπό τον ανθυπολοχαγό Βλαντίμιρ Κοτλίνσκι, κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή χιλιάδες αντιπάλους, καθώς εκείνοι θεωρούσαν πως δεν είχαν απέναντί τους ζωντανούς ανθρώπους, αλλά ζόμπι.

 

 

Όσοι ζωντανοί – νεκροί προχώρησαν σε αυτήν την απέλπιδα, αλλά ταυτοχρόνως άκρως ηρωική πράξη, είχαν τα πρόσωπά τους τυλιγμένα με ματωμένα πανιά και φανέλες που είχαν βουτήξει σε νερό ή ακόμη και ούρα, έβηχαν αίμα και κομμάτια από τους πνεύμονές τους, ενώ από τα βαριά εγκαύματα όλοι τους σχεδόν ήταν παραμορφωμένοι. Αν και γνώριζαν ότι δεν είχαν καμία ελπίδα, κατάφεραν να αλλάξουν τη μοίρα της μάχης -έστω και για λίγο. Και αυτό διότι οι άλλες ρωσικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή, εκμεταλλεύτηκαν την αναστάτωση και ανακατέλαβαν τις θέσεις που είχαν χαθεί. Όσον αφορά στον Κοτλίνσκι, πέθανε το ίδιο βράδυ.

Πάντως, το οχυρό Οσόβιετς ήταν καταδικασμένο. Η γερμανική πίεση σε άλλα σημεία του μετώπου καθιστούσε αδύνατο να κρατηθεί όρθιο. Στις 18 Αυγούστου αποφασίστηκε η εκκένωσή του, διότι κινδύνευε πλέον με περικύκλωση και οι απώλειες για τους Ρώσους θα ήταν πολύ μεγαλύτερες. Παρόλα αυτά, η έφοδος αυτή θα έμενε στην ιστορία ως η «Επίθεση των Νεκρών», όπως χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο της εποχής και παραμένει γνωστή μέχρι και σήμερα.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ένα 24ωρο στην αρχαία Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε

στις

Πώς περνούσαν τη μέρα τους οι κάτοικοι της αρχαίας Ελλάδας;

Τι διαφορετικό έκανε ένας δούλος στα μεταλλεία από έναν στόλαρχο; Η σύζυγος του αθηναίου πολίτη από έναν οπλίτη; Η εταίρα από έναν λαθρέμπορο σύκων;

Ας πάμε λοιπόν ένα ταξίδι στον χρόνο για να προσγειωθούμε στην Αθήνα του 416 π.Χ., όταν η πόλη-κράτος αριθμούσε 30.000 κατοίκους.

Όπως παρατηρεί μάλιστα ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Φίλιπ Μάτιτζακ, «σε καμία άλλη περίοδο της ιστορίας δεν υπήρξε μεγαλύτερη συγκέντρωση μεγαλοφυϊών ανά τετραγωνικό μέτρο»!

 

 

Ο Φίλιπ Μάτιτζακ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και αυθεντία στην αρχαία ιστορία. Έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από 20 βιβλία και έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με την ιστορία των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων.

Οι εκδόσεις Οξύ κυκλοφόρησαν πέρυσι στα ελληνικά τα διάσημο σύγγραμμά του «24 ώρες στην αρχαία Αθήνα», όπου ανασυγκροτεί ο ακαδημαϊκός μελετητής πολλές εικόνες από την καθημερινότητα των σπουδαίων προγόνων μας.

Από τον φρουρό του ναού και τις δούλες που παίζουν θέατρο ως τον γιατρό που εξετάζει, τον τριήραρχο που επιθεωρεί το καράβι του και τον αγγειογράφο που αρχίζει ένα νέο έργο, ξεδιπλώνεται γλαφυρά η άγνωστη ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Στις σελίδες του ζωντανεύουν ακόμα ο προπονητής της πάλης, η μάγισσα με τα μαντζούνια της, η ιχθυοπώλης που στήνει τον πάγκο της, η σύζυγος στο πονηρό ραντεβού με τον εραστή της, ο βουλευτής που κάνει το μεσημεριανό του διάλειμμα, ο δρομέας που ξεκινά για τη Σπάρτη, ο πολεοδόμος που καταθέτει και άλλα πολλά.

 

 

Ακόμα για τον κατάσκοπο της Σπάρτης στην Αθήνα μάς μιλά και για τον λαθρέμπορο σύκων που κανονίζει την παράνομη μεταφορά της πραμάτειας του.

Η αφήγησή του τοποθετείται χρονικά στο μέσο του πολέμου που θα δώσει τέλος στον χρυσό αιώνα της Αθήνας, φέρνοντάς μας σε επαφή με τον μέσο αθηναίο πολίτη. Ακόμα και οι προβεβλημένοι άντρες της πόλης και οι αξιωματούχοι δεν παύει εξάλλου να έχουν καθημερινές ανησυχίες και μελήματα να φροντίσουν.

Ο Φίλιπ Μάτιτζακ κάνει κάτι πραγματικά καινούριο. Την ώρα δηλαδή που οι αρχαίοι συγγραφείς εμφανίζουν απλούς πολίτες μόνο όταν αλληλεπιδρούν με τις μεγάλες προσωπικότητες της Αθήνας, εκείνος παρουσιάζει αντιθέτως τους σημαντικούς Αθηναίους μόνο μέσω των συναντήσεών τους με τον απλό άνθρωπο.

Η μελέτη του δεν είναι φυσικά αυθαίρετη, καθώς βασίζεται στην αρχαία γραμματεία, την ανασύνθεση αρχαιολογικών ευρημάτων και τις παραδεδομένες ιστορικές μελέτες.

 

 

Την άνοιξη του 416 π.Χ. λοιπόν, στο εξαετές διάλειμμα του Πελοποννησιακού Πολέμου που εγκαινίασε η Νικίειος Ειρήνη το 421 π.Χ., η Αθήνα άντεξε τις επανειλημμένες επιθέσεις των Σπαρτιατών και έμοιαζε πιο δυνατή από ποτέ. Αλίμονο, κάτω από τις παραινέσεις του Αλκιβιάδη, η πόλη-κράτος σχεδιάζει την παράτολμη εισβολή στη Σικελία, που θα έδινε τέλος στην πρόσκαιρη κατάπαυση των εχθροπραξιών.

Όσο γίνονταν αυτά σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, ο συνηθισμένος αθηναίος πολίτης είχε μια ζωή να ζήσει. Μια καθημερινότητα που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Για να δούμε λοιπόν τι έκαναν κάποιοι Αθηναίοι όσο οι πολιτικοί και στρατηγοί τους εξύφαιναν νέα σενάρια πολέμου…

Ο γιατρός εξετάζει την ιέρεια

 

Τον Φοίκο τον γιατρό τον ξύπνησαν μαύρα μεσάνυχτα και αυτή τη φορά ήταν οι φρουροί του Ναού της Αθηνάς στην Ακρόπολη. Μια από τις ιέρειες της Αθηνάς Πολιάδος αρρώστησε ξαφνικά και ο γιατρός φοβάται τα χειρότερα. Ο θάνατος μιας ιέρειας είναι από μόνος του ένα φριχτό γεγονός, πόσο μάλλον που εδώ μιλάμε και για ένα 11χρονο κορίτσι.

Είναι μια από τις Αρρηφόρους, «αυτές που μεταφέρουν μυστικά», και ανήκουν στις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης. Ζούσαν άλλωστε στο Ερέχθειο, σε ένα από τα πλέον περίβλεπτα μέρη της Ακρόπολης.

Ο γιατρός διαβεβαιώνει τους ανήσυχους γονείς πως έχει ήδη έναν βοηθό του σε επιφυλακή. Αν δεν μπορεί να κάνει τη διάγνωση ή αν η υπόθεση είναι σοβαρή, θα τον στείλει να φωνάξει τον καλεσμένο του από την Κω, κάποιον Ιπποκράτη, που λένε πως είναι μεγάλος γιατρός.

Ο ναός είναι ανάστατος. Η αρρώστια της ιέρειας μόνο μικρό πράγμα δεν είναι για την πόλη. Ο Φοίκος τη βοηθά να ανακτήσει τις αισθήσεις της και κάνει μια από τις γρηγορότερες διαγνώσεις της καριέρας του. Κατόπιν βγαίνει να ενημερώσει το μικρό πλήθος που καρδιοχτυπά έξω από το δωμάτιο:

 

 

«Δεν κινδυνεύει πια. Σε μια-δυο μέρες θα έχει αναρρώσει πλήρως. Μέχρι τότε, συνιστώ πολύ νερό και ξάπλα στο κρεβάτι. Δώστε της και λίγο χυλό, αν αντέχει το στομάχι της. Το κορίτσι εξαγνίστηκε και η κρίση πέρασε». «Εξαγνίστηκε; Κακό πνεύμα ήταν;», ρωτά ανήσυχη η μητέρα της.

Ο Φοίκος παραμένει σιωπηλός, καθώς ξέρει αλλά πώς να πει δημοσίως; Πιάνει παραμάσχαλα τον διοικητή της φρουράς του ναού και πάνε παράμερα. «Καλύτερα να μη μαθευτεί η ασθένεια του κοριτσιού», του λέει ο γιατρός, «και πρέπει να πεις μια κουβέντα στους άντρες σου».

«Θέλεις να ψάξουμε την Ακρόπολη μπας και κρύβεται ακόμα κάπου ο μάγος;», τον ρωτά ο αξιωματούχος. «Ποιος μάγος;», ρωτά ο γιατρός. «Αυτός που προκάλεσε την κατάληψη του κοριτσιού από το πνεύμα», απαντά ο φρούραρχος.

«Όχι», του λέει ο γιατρός, «θέλω να μάθω πώς έπεσε στα χέρια της αυτό». Και του δείχνει το μικρό φλασκί από ακατέργαστο δέρμα, αυτό που έχουν οι στρατιώτες για το κρασί τους…

Ο προπονητής ετοιμάζεται για το μάθημα της πάλης

 

Ο Αρίστωνας ξεκινά πάντα το μάθημά του υπενθυμίζοντας σε όλους πόσο σημαντική υπόθεση είναι για την Αθήνα η σωματική άσκηση. Του αρέσει να τους λέει την ιστορία με τον Σωκράτη που επέπληξε έναν φίλο του, τον Επιγένη, επειδή ήταν αγύμναστος.

Η Αθήνα διαθέτει τρία αξιόλογα γυμναστήρια, την Ακαδημία, το Λύκειο και το Κυνόσαργες, και ο Αρίστωνας δουλεύει στο πρώτο. Είναι χτισμένα όλα τους έξω από τα τείχη της πόλης, καθώς οι παλαίστρες και τα αγωνίσματα του στίβου θέλουν τον χώρο τους.

Η Ακαδημία και το Λύκειο είναι αποκλειστικά για τα παιδιά των πολιτών, ενώ στο Κυνόσαργες φοιτούν τα παιδιά μεικτής καταγωγής και τα νόθα. Τα γυμναστήρια δεν είναι εξάλλου προσθήκες στα σχολεία, αλλά τα ίδια τα σχολεία. Εκεί μαθαίνουν πάλη, μουσική, χορό και γραμματική, εκεί γίνονται και οι επιστημονικές συζητήσεις και οι φιλοσοφικές διαμάχες.

Ο Αρίστωνας είναι τρίτος τη τάξει στο γυμναστήριο. Πίσω από τον γυμνασιάρχη δηλαδή, το ευκατάστατο αφεντικό του γυμναστηρίου που πληρώνει τα πάντα από την τσέπη του, και τον παιδοτρίβη, πρώην αθλητή που είναι πια επιφορτισμένος με τις ασκήσεις και το διαιτολόγιο των νεαρών αγοριών.

 

 

Ο γυμναστής ορίζει τα ζευγάρια της πάλης, είναι ο εκπαιδευτής που επιβλέπει τις ασκήσεις που αναθέτουν οι παιδοτρίβες. Σήμερα τον απασχολεί ξανά ο Αριστοκλής, ένας μυώδης νέος με ηράκλειους ώμους που δεν έχει δίκαιο ταίρι στην πάλη. Δεν μπορεί να τον αποκλείσει όμως από την παλαίστρα, καθώς οι γονείς του είναι ισχυροί ευγενείς.

Κι έτσι σήμερα αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει ο ίδιος! Υπήρχαν εξάλλου εποχές που ο Αρίστωνας ήταν φημισμένος παλαιστής στη γενέτειρά του, το Άργος. Μετά σκέφτεται βέβαια πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αποδεκτό, κι έτσι θα βάλει έναν μεγαλύτερο ηλικιακά νέο να παλέψει με τον «Πλάτωνα», όπως λένε τον Αριστοκλή.

«Πλάτων» σημαίνει εξάλλου «ευρύς», ένα συνηθισμένο παρατσούκλι για ρωμαλέους νέους. Και ο Αριστοκλής είναι τόσο ρωμαλέος που όλοι τον ξέρουν ως Πλάτωνα. Ο οποίος δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυνατός, αλλά και εξαιρετικά ταλαντούχος. Ακολουθεί άλλωστε κατά γράμμα την επιταγή του δασκάλου του, του Σωκράτη, πως έχεις καθήκον απέναντι στον εαυτό σου να είσαι όσο το δυνατόν πιο υγιής σωματικά και πνευματικά.

Μετά την πάλη, ακολουθεί η μουσική. Ο Πλάτωνας δεν τα πάει τόσο καλά εδώ. Έχει μάλλον αδύναμη και κακόηχη φωνή. Κανείς δεν μπορεί να είναι τέλειος σε όλα, σκέφτεται ο Αρίστωνας με μειδίαμα για το ταλαντούχο αυτό αγόρι που επιδεικνύει ζήλο και σοβαρότητα σε όλες τις σωματικές και πνευματικές ασκήσεις…

Ο λαθρέμπορος κανονίζει μια παρτίδα σύκων

 

 

Ο Γαίρεστος ο γεωργός μπαίνει στο σκοτεινό καταγώγιο της Φαναγόρας στον Πειραιά, έχοντας επιστρέψει μόλις από τον δεντρόκηπό του. Όχι για να μεθύσει αυτή τη φορά, ούτε για να παίξει ζάρια. Αλλά για να περάσει απαρατήρητος. Ο άνθρωπος που ήρθε να συναντήσει είναι ήδη εδώ, ο Ναυσιγένης, και κάθεται στη γωνιά. Και τον συνοδεύει ένας μεγαλόσωμος, αγριωπός ναυτικός.

Η συνάντηση πρέπει να γίνει με κάθε προφύλαξη. Αν τους δει κάποιος μαζί, θα αρχίσει να υποπτεύεται την μπίζνα τους. Τι δουλειά έχει άλλωστε ένας καλλιεργητής σύκων με έναν ναυτικό αν όχι λαθρεμπόριο; Και το λαθρεμπόριο των πάντα αγαπημένων για τους Αθηναίους σύκων είναι κάτι που δεν παίρνουν αψήφιστα.

«Το φορτίο θα είναι το συνηθισμένο;», τον ρωτά συνωμοτικά ο γηραλέος ναυτικός, που μένει δυο θάλασσες πιο πέρα και δεν συγχρωτίζεται συνήθως με Αθηναίους. «Ένα πέμπτο φρέσκα και τα υπόλοιπα αποξηραμένα;».

O Ναυσιγένης δεν έχει εύκολο έργο. Πρέπει να μεταφέρει το εξαιρετικά ευαίσθητο φορτίο διασχίζοντας το Αιγαίο και μετά να πάει κατευθείαν στην αγορά στην Κύζικο. Αν του τύχει ένας αντίθετος άνεμος, ολόκληρος ο θησαυρός στο αμπάρι του θα σαπίσει. Όσο πιο φρέσκα είναι τα σύκα τόσο περισσότερο κρατάνε. Κι όταν λέει φρέσκα ο Ναυσιγένης, εννοεί ότι έχουν μαζευτεί τη μέρα που θα σαλπάρει. Κι έτσι θα αντέξουν καμιά βδομάδα το πολύ.

Τα φρέσκα σύκα Αττικής είναι εκλεκτή λιχουδιά ακόμα και μέσα στην ίδια την Αθήνα. Η μεταφορά των σύκων του Γαίρεστου στη «Νηρηίδα», που είναι αγκυροβολημένη στο λιμάνι, είναι εύκολη υπόθεση. Ο Γαίρεστος έχει γεμίσει εδώ και μήνες ένα σωρό βαρέλια με αποξηραμένα σύκα σε ένα κρυφό υπόγειο κάτω από την αποθήκη του στο κτήμα.

 

 

Θυμάται και καταριέται όμως ξανά τους Σπαρτιάτες, που έκοψαν τα αγαπημένα του δέντρα κατά τον τελευταίο πόλεμο. Δέντρα που έδωσα φαΐ στον πατέρα και τους προγόνους του. Και τα αφάνισαν όλα οι Σπαρτιάτες στο καταστροφικό πέρασμά τους.

Τώρα όμως είναι ώρα για δουλειές. Ο Ναυσιγένης θα πληρώσει μετρητά μόλις παραλάβει το εμπόρευμα. Ο Γαίρεστος θα πληρωθεί αυτή τη φορά με ελληνικά νομίσματα από ατόφιο ασήμι, τις αττικές γλαύκες.

Γαίρεστος και Ναυσιγένης λογομάχησαν όμως για τον πόλεμο. «Αν δεν συμπαθείς τους ξένους, τότε γιατί μου πουλάς τα σύκα σου; Και μάλιστα ενώ είναι παράνομο;», αντεπιτέθηκε ο ναυτικός από τον Εύξεινο. Το ζήτημα είναι λεπτό για τον Γαίρεστο. Έγινε βλέπετε λαθρέμπορος επειδή χρεώθηκε για να φτιάξει ξανά τον δεντρόκηπό του και δεν έλαβε καμία βοήθεια από την αθηναϊκή πολιτεία.

Ο Ναυσιγένης θα πάει αύριο στο σπίτι του Γαίρεστου, όσο εκείνος είναι στο κτήμα του. Του έχει φυλάξει δυο σακιά στην αποθήκη του για να τα εξετάσει ο ναυτικός και να καθοριστεί η τιμή τους. Η «Νηρηίδα» θα σαλπάρει κατόπιν ένα από τα επόμενα βράδια για την αμμώδη ακτή του Φαλήρου και εκεί θα τον περιμένει ο γεωργός με τα βαρέλια του.

Ένα σημαντικό ποσό σε ασημένια νομίσματα θα αλλάξει χέρια. Ακόμα κι αν τους δει κάποιος στην ακτή, θα είναι πιθανότατα κάποιος σαν και του λόγου τους. Κάποιος κατεστραμμένος αγρότης που εμπορεύεται λαθραία το εμπόρευμά του. Και κανείς δεν καταδίδει κανέναν. Κανείς δεν θέλει τη ρετσινιά του καταδότη.

Όσοι το κάνουν αποκαλούνται άλλωστε «συκοφάντες», μια λέξη που βγήκε ακριβώς για να περιγράψει όσους κατέδιδαν τους λαθρέμπορους σύκων. Κανείς δεν θέλει να λέγεται συκοφάντης…

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠIΣHΣ