Όπως είχε αποκαλύψει πρώτο το in οι εκτιμήσεις της Επιτροπής είναι αρκετά επικριτικές για την κατάσταση με το κράτος δικαίου στην Ελλάδα.

Ως προς την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αυτή παραμένει σε μέτρια επίπεδα (40% για τους πολίτες, 48% για τις επιχειρήσεις). Καταγράφει την σφοδρή αντίδραση των Ελλήνων δικαστών στο ψήφισμα-κόλαφο του Ευρωκοινοβουλίου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, τονίζοντας όμως και την απάντηση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ότι «η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι υπεράνω κριτικής».

Επισημαίνει ότι σοβαρά ζητήματα εξακολουθούν να υφίστανται όσον αφορά τη διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με κάποιες βελτιώσεις στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. 

Προβλήματα με την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ελευθερία του Τύπου

Σημειώνει τα ζητήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη με την καταπολέμηση της διαφθοράς και κυρίως την ολοκλήρωση των διώξεων και δικών για υποθέσεις διαφθοράς.

Σε σχέση με την ελευθερία του Τύπου και τη δυνατότητα των δημοσιογράφων να κάνουν τη δουλειά τους, η έκθεση επισημαίνει ότι «οι ενώσεις δημοσιογράφων άσκησαν κριτική στις τροποποιημένες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες αύξησαν την ελάχιστη ποινή για συκοφαντική δυσφήμηση και μείωσαν σημαντικά τη δυνατότητα αναστολής των ποινών που επιβάλλονται σε πρώτο βαθμό όταν ασκείται έφεση. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι, μέχρι σήμερα, τα δικαστήρια δεν έχουν επιβάλει ποινή φυλάκισης άνω των δύο ετών σε δημοσιογράφο για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης». Παράλληλα σημειώνει την ανησυχία των δημοσιογράφων για τις καταχρηστικές αγωγές τύπου SLAPP, σημειώνοντας και τις αγωγές που έγιναν δημοσιεύματα που αφορούσαν τη χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού. Παραθέτει, επίσης, τις καταγγελίες και την ανησυχία των δημοσιογράφων για ζητήματα που αφορούν την ασφάλειά τους απέναντι σε απειλές.

Η έκθεση επισημαίνει ότι υπάρχουν διαμαρτυρίες ότι δεν υπάρχει επαρκής διαβούλευση γύρω από τα νομοθετήματα, πρόβλημα που επιδεινώνεται με την κατάθεση τροπολογιών σε νομοθετήματα οι οποίες δεν είχαν τεθεί πριν σε διαβούλευση.

Προβλήματα με τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών

Αρνητικές επισημάνσεις γίνονται για τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, σημειώνει καταρχάς ότι πάσχουν από έλλειψη προσωπικού. Αναφέρει θετικά τον Συνήγορο του Πολίτη και το γεγονός ότι κήρυξε ανεξάρτητη έρευνα για το ναυάγιο της Πύλου, καταγράφοντας και τη στήριξη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο έργο του.

Αναφέρεται όμως και στα προβλήματα που έχουν καταγγείλει η Αρχή  Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών κι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά την έρευνα τους στην υπόθεση των υποκλοπών. Για την οποία σημειώνει, φυσικά, ότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Έχει δε συγκεκριμένη αναφορά στην προσφυγή του ΔΣΑ στο ΣτΕ κατά της αλλαγής των μελών του ΔΣ της ΑΔΑΕ, που έγινε με «στρογγυλοποίηση» προς τα κάτω της συνταγματικά απαιτούμενης πλειοψηφίας:

«Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής αντικατέστησε τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (ΕΣΡ) και της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) των οποίων η θητεία είχε λήξει. Ωστόσο, οι διορισμοί αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαμάχης μεταξύ πολιτικών και νομικών κύκλων, με ειδικούς να εκτιμούν πως υπήρξε απόπειρα αδικαιολόγητης παρέμβασης στη λειτουργία αυτών των ανεξάρτητων αρχών. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, οι διορισμοί ήταν σύμφωνοι με το Σύνταγμα και τα νέα μέλη είναι ευρέως αναγνωρισμένοι στο πεδίο τους. Τον Νοέμβριο του 2023, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών υπέβαλε δύο προσφυγές ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των αποφάσεων διορισμού, με την αιτιολογία ότι παραβιάζουν το Σύνταγμα. Οι ανεξάρτητες αρχές θεωρούν ότι η ιδιότητά τους επηρεάζεται σοβαρά από την εντύπωση ότι λειτουργούν υπό πίεση. Υποστηρίζουν επίσης ότι η σημερινή διαδικασία διορισμού τους τις εκθέτει σε αδικαιολόγητη πολιτική επιρροή και θα πρέπει να επανεξεταστεί».

Επικρίσεις για την υπόθεση των υποκλοπών

Σε σχέση με την υπόθεση των υποκλοπών το τελικό κείμενο της έκθεσης περιλαμβάνει την ανακρίβεια σχετικά με την ΑΔΑΕ που είχε το προσχέδιο, όπως είχε επισημάνει το in. Λέει δηλαδή πως η ΑΔΑΕ τον Οκτώβριο του 2023 δήλωσε αναρμόδια να κάνει την αντιπαραβολή των λιστών όσων ήταν υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ και από το Predator. Παραβλέπει όμως ότι μεσολάβησαν γεγονότα. Ότι η ΑΔΑΕ, δια του προέδρου της, Χρήστου Ράμμου, είχε ζητήσει τις σχετικές λίστες με επιστολή στον αντίεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση. Που αποφάσισε να κάνει ο ίδιος την αντιπαραβολή, επισκεπτόμενος την ΕΥΠ με δικαστικό πραγματογνώμονα. Πάντως η έκθεση παραμένει στο συγκεκριμένο θέμα επικριτική:

«Οι δικαστικές έρευνες σχετικά με τους ισχυρισμούς για υποκλοπές και τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού ξεκίνησαν το 2022 και συνεχίζονται. Τον Ιούλιο του 2023, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δημοσιοποίησε τα πορίσματα της έρευνάς της και τα διαβίβασε στις δικαστικές αρχές . Τον Οκτώβριο του 2023, η ΑΔΑΕ απέρριψε το αίτημα των εισαγγελέων να εξακριβωθεί εάν τα άτομα στα οποία απευθυνόταν το spyware είχαν επίσης υποστεί δραστηριότητες υποκλοπών από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Τον Οκτώβριο του 2023, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου διέταξε τη διαβίβαση του φακέλου της έρευνας από την εισαγγελία πρωτοδικών στον Άρειο Πάγο. Η απόφαση αυτή έγινε δεκτή με επικρίσεις, μεταξύ άλλων από οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου, καθώς θεωρήθηκε ως προσπάθεια παρέμβασης στην εν εξελίξει έρευνα και καθυστέρησε περαιτέρω την πρόοδό της. Σύμφωνα με την Πλατφόρμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ασφάλεια των δημοσιογράφων, οι ποινικές έρευνες σχετικά με τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού στερούνταν σαφήνειας. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης κάλεσε την Ελλάδα να διεξάγει αποτελεσματικές, ανεξάρτητες και άμεσες έρευνες για όλες τις περιπτώσεις κατάχρησης spyware και να παρέχει επαρκή αποζημίωση στα θύματα. Τον Μάρτιο του 2024, η κυβέρνηση υπέβαλε την απάντησή της στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση σε σχέση με το ψήφισμα παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τις έρευνες για τα αναφερόμενα μεμονωμένα περιστατικά που διεξήχθησαν στα δικαστήρια, από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας και από το Κοινοβούλιο253, καθώς και για τις βελτιώσεις του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Τον Απρίλιο του 2024, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η ισχύουσα τότε διάταξη που όριζε ότι ένα άτομο που παρακολουθείται για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν μπορούσε να ενημερωθεί σχετικά, είναι αντισυνταγματική.»

Επικριτική είναι η έκθεση και για τον χαμηλό βαθμό συμμορφωσης με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

«Την 1η Ιανουαρίου 2024, στην Ελλάδα εκκρεμούσαν προς εκτέλεση 28 αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αριθμός αυξημένος κατά μία σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εκείνη την περίοδο, το ποσοστό των κορυφαίων αποφάσεων των τελευταίων 10 ετών που παρέμεναν σε εκκρεμότητα στην Ελλάδα ήταν 30% (σε σύγκριση με 34% το 2023) και ο μέσος χρόνος που οι αποφάσεις εκκρεμούσαν προς εκτέλεση ήταν 6 έτη και 7 μήνες (όπως και το 2023). Μια από τις παλαιότερες ομάδες υποθέσεων, που εκκρεμούσε σε εκτέλεση για περισσότερα από 15 χρόνια, αφορά παραβιάσεις του δικαιώματος στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι λόγω αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων για τη μη εγγραφή ή τη διάλυση σωματείων με την αιτιολογία ότι σκοπός τους ήταν η προώθηση της ιδέας ότι υπάρχει εθνική μειονότητα στην Ελλάδα. Όσον αφορά την τήρηση των προθεσμιών πληρωμής, στις 31 Δεκεμβρίου 2023 υπήρχαν συνολικά 7 υποθέσεις που ανέμεναν την επιβεβαίωση των πληρωμών (έναντι 13 το 2022).»

Τέλος, η έκθεση θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα με το νομοθετικό πλαίσιο για τη δράση των ΜΚΟ ιδίως στο μεταναστευτικό και τα μητρώα που έχουν διαμορφωθεί και επισημαίνει τις επικρίσεις που υπάρχουν: «Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), η ασυνεπής και αδιαφανής εφαρμογή των νομικών απαιτήσεων για την εγγραφή και οι αυξημένες διατυπώσεις οδήγησαν πολλές ΟΚΠ είτε να εγκαταλείψουν την Ελλάδα είτε να μειώσουν την παρουσία τους στο πεδίο. Ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφέρθηκε στο ελληνικό σύστημα εγγραφής ως ανησυχητικό.» 

Οι τελικές συστάσεις

Στην ενότητα με τις τελικές συστάσεις η Κομισίον επισημαίνει υπήρξε κάποια πρόοδος σε διάφορους τομείς όπως είναι η συμμετοχή του δικαστικού σώματος στις διαδικασίες διορισμού του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού συμβουλίου, η προσπάθεια για την καταπολέμηση της διαφθοράς, η προστασία των δημοσιογράφων και της ελευθερίας του Τύπου, της διαβούλευσης, του ζητήματος της καταχώρησης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (ΟΚΠ) αλλά και του διαλόγου με αυτές. (διαβάστε όλο παράρτημα με τις συστάσεις στα κράτη-μέλη εδώ: Annex to Communication.

Όμως, την ίδια στιγμή η Κομισιόν σαφώς «τραβάει το αυτί» της κυβέρνησης καθώς κάνει συγκεκριμένες συστάσεις για την ανάγκη βελτίωσης της κατάστασης σε συγκεκριμένα πεδία. Αυτά αφορούν την ανάγκη να διαμορφωθεί μια συνθήκη όπου όντως οι υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου τελεσιδικούν, την κατοχύρωση εγγυήσεων για την προστασία των δημοσιογράφων ειδικά απέναντι στις καταχρηστικές αγωγές, την ανάγκη να γίνεται πραγματική διαβούλευση πάνω στα προτεινόμενα νομοθετήματα (σε αντίθεση με το φαινόμενο των «διαβουλεύσεων-εξπρές» που έχουμε δει) και βέβαια τον δομημένο διάλογο με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των ΜΚΟ, που συχνά έχουν διαμαρτυρηθεί για το πώς αντιμετωπίζονται.

Αναλυτικά το πλήρες κείμενο των εκτιμήσεων και συστάσεων της Κομισιόν σε ανεπίσημη μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο έχει ως εξής:

Συνολικά, όσον αφορά τις συστάσεις της έκθεσης για το κράτος δικαίου του 2023, η Ελλάδα (πραγματοποίησε):

-Εφάρμοσε πλήρως τη σύσταση για την αντιμετώπιση της ανάγκης συμμετοχής της δικαστικής εξουσίας στο διορισμό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τους διορισμούς δικαστικών λειτουργών.

-Κάποια περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά την εντατικοποίηση των προσπαθειών για τη δημιουργία ενός ισχυρού ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου.

-Κάποια περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά την προώθηση της διαδικασίας θέσπισης μη νομοθετικών εγγυήσεων και σημαντική πρόοδος όσον αφορά την έναρξη της νομοθετικής διαδικασίας σε σχέση με την προστασία των δημοσιογράφων, με βάση τις δραστηριότητες που ξεκίνησαν από την ειδική ομάδα, ιδίως όσον αφορά τις καταχρηστικές αγωγές κατά δημοσιογράφων και την ασφάλειά τους, σύμφωνα με το εγκεκριμένο μνημόνιο συμφωνίας και λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την προστασία των δημοσιογράφων.

-Κάποια πρόοδος όσον αφορά τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και έγκαιρης διαβούλευσης στην πράξη με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τα σχέδια νομοθεσίας, μεταξύ άλλων με την παροχή επαρκούς χρόνου για δημόσια διαβούλευση.

-Κάποια περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά τη λήψη περαιτέρω μέτρων για την αξιολόγηση του ισχύοντος συστήματος καταχώρισης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, μεταξύ άλλων με την έναρξη δομημένου διαλόγου με τις ΟΚΠ, και την αξιολόγηση της ανάγκης τροποποίησής του.

Σε αυτή τη βάση, και λαμβάνοντας υπόψη άλλες εξελίξεις που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο αναφοράς, και πέραν της υπενθύμισης των σχετικών δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, συνιστάται στην Ελλάδα να

-Να συνεχίσει τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ισχυρού ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου.

-Να προχωρήσει περαιτέρω τη διαδικασία θέσπισης νομοθετικών και μη νομοθετικών εγγυήσεων για τη βελτίωση της προστασίας των δημοσιογράφων, ιδίως όσον αφορά τις καταχρηστικές αγωγές κατά δημοσιογράφων και την ασφάλειά τους, σύμφωνα με το εγκεκριμένο Μνημόνιο Συνεννόησης και λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την προστασία των δημοσιογράφων.

-Εντατικοποίηση των προσπαθειών για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και έγκαιρης διαβούλευσης στην πράξη με τους ενδιαφερόμενους φορείς σχετικά με τα σχέδια νομοθεσίας, μεταξύ άλλων με την τήρηση του θεσμοθετημένου χρονοδιαγράμματος για τη δημόσια διαβούλευση.

-Ενίσχυση των προσπαθειών για την αξιολόγηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για το σύστημα εγγραφής των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει ανάγκη τροποποίησής του, ενώ παράλληλα θα προχωρήσει σε δομημένο διάλογο με τις ΟΚΠ.»

tanea.gr