Quantcast
Connect with us

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αλλού είναι τα πτυχία και αλλού οι δουλειές

image_print

“Εκπαιδευτικοί και εργοδότες στην Ελλάδα ζουν σε… διαφορετικούς πλανήτες», επισημαίνει διεθνής έρευνα της εταιρείας συμβούλων McKinsey, καθώς οι δεξιότητες των πανεπιστημιακών αποφοίτων αποκλίνουν από τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, γεγονός που αποτελεί και μια από τις βασικές αιτίες που έξι στους δέκα νέους στη χώρα μας είναι άνεργοι.

Ενδεικτικό είναι ότι ένας στους δύο έλληνες εργοδότες, ποσοστό 45%, που είναι και το υψηλότερο της έρευνας, θεωρεί ότι η δυσκολία να βρει προσωπικό με τις αναγκαίες δεξιότητες αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για την επιχείρησή του.

Την ίδια στιγμή ένας στους τρεις εργοδότες δεν μπορεί να βρει προσωπικό με τις απαραίτητες δεξιότητες για τις θέσεις που ζητάει.

Πρόκειται για φαινόμενο όχι μόνο ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό, με τη διαφορά ότι στη χώρα μας είναι περισσότερο έντονο απ’ ό,τι σε κάθε άλλη χώρα της ΕΕ.

Η έρευνα που με αντικείμενο την ανεργία των νέων (15-24 ετών), διεξήχθη σε 8 ευρωπαϊκές χώρες (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία και Σουηδία) και παρουσιάστηκε την περασμένη Δευτέρα στις Βρυξέλλες, έχει πολλές αναγνώσεις.

Στην Ελλάδα της κρίσης τέσσερις στους δέκα νέους (42%), το υψηλότερο ποσοστό στην έρευνα, εγκαταλείπουν τις σπουδές τους μετά το λύκειο λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Παράλληλα όμως και παρότι η κατασκευαστική αγορά βρίσκεται σε συνεχή ύφεση, από το 2005 έως σήμερα οι πτυχιούχοι της Αρχιτεκτονικής έχουν αυξηθεί κατά 50%!

Πρόκειται για αντιφάσεις τις οποίες διόγκωσε και πολλαπλασίασε η κρίση. Δεν είναι μόνο ότι ολοένα και περισσότεροι έλληνες φοιτητές ζουν στο πατρικό τους λόγω έλλειψης χρημάτων, είναι και ότι η κοινωνία αργεί να αντιδράσει στα μηνύματα των καιρών.

Για παράδειγμα, η έρευνα κατατάσσει την Ελλάδα στην κορυφή των χωρών με τη μεγαλύτερη έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ πανεπιστημίων και αγοράς εργασίας, επιβεβαιώνοντας αυτό που οι νέοι γνωρίζουν από πρώτο χέρι.

Οπως αναφέρει η McKinsey, μόνο… ένας στους δέκα Ελληνες έως 24 ετών (δηλαδή 13%, το υψηλότερο ποσοστό) λαμβάνει κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο λύκειο επαρκή πληροφόρηση επαγγελματικού προσανατολισμού, προτού επιλέξει ποιο επάγγελμα θέλει να ακολουθήσει καθώς και ποιες ικανότητες χρειάζονται γι’ αυτό.
Το αμέσως χαμηλότερο ποσοστό παρουσιάζει η Γαλλία (20%), ενώ το υψηλότερο συναντάται στη Γερμανία (36%).

Οι εργοδότες διαψεύδουν τους εκπαιδευτικούς

Συμπεραστικά η έκθεση επισημαίνει ότι “εκπαιδευτικοί και εργοδότες δεν λειτουργούν απλώς σε διαφορετικό μήκος κύματος, αλλά σε διαφορετικούς πλανήτες»! Ενώ το 79% των εκπαιδευτικών που συμμετείχε στην έρευνα απάντησε ότι οι φοιτητές είναι απόλυτα προετοιμασμένοι για να βρουν την πρώτη τους δουλειά, με την άποψη αυτή συμφώνησε μόλις το 23% των εργοδοτών!

Αυτό το χάσμα είναι το μεγαλύτερο στην έρευνα και δείχνει την τεράστια έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και την αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι λιγότεροι από τους μισούς νέους εργαζομένους στην Ελλάδα επικοινωνούν, έστω και μία φορά τον χρόνο, με φορείς σχετικούς με την εκπαίδευση, τις προσλήψεις και την παροχή δεξιοτήτων. “Βέβαια, βασικός λόγος είναι ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει η παραμικρή οργανωμένη δομή που να φέρνει σε επαφή αυτούς τους δύο χώρους», γράφει ο συντάκτης της McKinsey.

Ετσι εξηγείται και το γεγονός ότι το… 30% των ελλήνων εργοδοτών, το υψηλότερο και πάλι ποσοστό μεταξύ των χωρών της έρευνας, αδυνατεί να βρει άτομα με τα κατάλληλα προσόντα για να καλύψει τις θέσεις που ζητά. Επίσης, σχεδόν ένας στους… δύο εργοδότες (45%) απαντά ότι αποτελεί πρόβλημα για την επιχείρησή του το γεγονός πως δεν υπάρχουν ικανοί νέοι άνθρωποι για να καλύψουν τις ανάγκες του.
Μόνο το 25% των εργοδοτών θεωρεί ότι οι απόφοιτοι είναι καλά προετοιμασμένοι. Τέλος, μόνο το 57% των πανεπιστημιακών αποφοίτων και το 58% όσων έχουν σπουδάσει σε τεχνική σχολή κάνουν κάποιου είδους πρακτική εξάσκηση είτε κατά τη διάρκεια των σπουδών είτε αμέσως μετά.

Και όμως, από τις απαντήσεις φοιτητών και εργαζομένων στην έρευνα προκύπτει ότι η πρακτική εξάσκηση τουλάχιστον για έξι μήνες σε θέση που σχετίζεται με τις σπουδές ενός νέου θα μπορούσε να αυξήσει έως και 60% τις πιθανότητές του να βρει δουλειά στην Ελλάδα.

Αρχιτέκτονες εναντίον υδραυλικών

Στην έρευνα επισημαίνεται ακόμη ότι οι μεταλυκειακές σπουδές στην Ελλάδα δεν έχουν και πολλή σχέση με αυτά που ζητεί η αγορά. “Ενώ, για παράδειγμα, η κατασκευαστική αγορά στην Ελλάδα βρίσκεται σε συνεχή ύφεση και από το 2005 έως σήμερα ο τζίρος της έχει μειωθεί κατά 50%, εντούτοις οι απόφοιτοι της Αρχιτεκτονικής αυξήθηκαν στο ίδιο διάστημα κατά 50%!», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. “Σε Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία και Βρετανία, όλο και περισσότεροι νέοι επιλέγουν σπουδές που σχετίζονται με τις κατασκευές και τη μεταποίηση, παρά τη μεγάλη πτώση στη ζήτηση που υπάρχει σε αυτούς τους τομείς», διαπιστώνει η McKinsey.

Οι κρίσεις όμως δεν υποχωρούν με θρήνο, χρειάζονται αναδιοργάνωση και αλλαγή νοοτροπίας. Δυστυχώς, η Ελλάδα είναι η χώρα με την ισχυρότερη κοινωνική προκατάληψη απέναντι στις πιο “ταπεινές» δουλειές, που σχετίζονται με τεχνικά επαγγέλματα όπως αυτά του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου και του ξυλουργού, αναφέρει η McKinsey.

Μόνο το 28% των νέων πιστεύει ότι τα τεχνικά επαγγέλματα αναγνωρίζονται από την κοινωνία. Γι’ αυτό, άλλωστε, μόνο το 42% των νέων τα επιλέγουν, εν αντιθέσει με το 78% που επιδιώκουν την ακαδημαϊκή μόρφωση.
Το οξύμωρο είναι ότι σε άλλη ερώτηση μόλις τρεις στους δέκα νέους στην Ελλάδα (31%), και πάλι το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα, θεωρούν ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές τους δίνουν περισσότερες ευκαιρίες για να βρουν δουλειά. Σκεφτείτε ότι ο μέσος όρος των λοιπών χωρών βρίσκεται στο 42%!Η ΕΡΕΥΝΑ
Συμμετείχαν πάνω από 8.00 άτομα
Η έρευνα απηύθυνε ερωτηματολόγια σε πάνω από 8.000 μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικούς και εργοδότες στις οκτώ χώρες καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ειδικά στον Νότο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη χώρα μας, φταίνε οι δεξιότητες, η εκπαίδευση και η σύνδεσή της με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, που μαζί με την κρίση έχουν εκτινάξει την ανεργία των νέων σε πρωτοφανή επίπεδα.

Τα δίδακτρα ανά χώρα
Εκεί που η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα από τις άλλες χώρες, είναι αναφορικά με όσους εγκαταλείπουν τις σπουδές επειδή είναι υψηλά τα δίδακτρα. Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν μηδενικό, αφού στα πανεπιστήμια δεν υπάρχουν δίδακτρα. Το ίδιο ισχύει και για τη Σουηδία, ενώ κάτω από 1.000 ευρώ τον χρόνο είναι τα δίδακτρα στη Γερμανία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Από τις χώρες της έρευνας μόνο η Βρετανία αναγκάζει τους φοιτητές να πληρώνουν υψηλά δίδακτρα, της τάξης των 8.500 με 11.000 ευρώ ετησίως για τη συντριπτική πλειονότητα των μαθημάτων. Παρ’ όλα αυτά, τα δίδακτρα αυτά μπορούν να καλυφθούν με επιδοτούμενα από το κράτος δάνεια, διάρκειας αποπληρωμής έως και 30 ετών. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει παρόμοια παροχή, όπως άλλωστε και στην Ισπανία.

 

Πηγή: tanea.gr

Click to comment

Απάντηση

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Ιράν: Ο πόλεμος μπαίνει στον έβδομο μήνα

image_print

Έξι μήνες πολέμου δεν ήταν αρκετοί για να φέρουν ούτε στρατιωτική επικράτηση ούτε διπλωματική λύση στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν.

Καθώς οι εχθροπραξίες εισέρχονται στον έβδομο μήνα, Ουάσινγκτον και Τεχεράνη εξακολουθούν να βρίσκονται σε βαθύ αδιέξοδο. Οι επιθέσεις συνεχίζονται, η ρητορική παραμένει σκληρή και η προοπτική μιας άμεσης συμφωνίας απομακρύνεται.

Η αμερικανική στρατηγική έχει πλέον μετατοπιστεί. Η προσδοκία ότι η στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να αναγκάσει γρήγορα το Ιράν να υποχωρήσει δεν επιβεβαιώθηκε και η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να συνδυάσει τη στρατιωτική δράση με έναν αυστηρότερο οικονομικό αποκλεισμό.

Στόχος είναι να αυξηθεί το κόστος για την Τεχεράνη μέχρι το σημείο όπου η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις θα θεωρηθεί προτιμότερη από τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Η Ουάσινγκτον αλλάζει τακτική

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τις κυρώσεις κατά του Ιράν και ταυτόχρονα προειδοποιούν ότι μπορεί να στοχοποιηθούν χώρες και επιχειρήσεις που συνεχίζουν οικονομικές συναλλαγές με την Τεχεράνη.

Η λογική είναι να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο τα έσοδα και οι εξωτερικές οικονομικές επιλογές του Ιράν.

Παράλληλα, οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στην προσπάθεια περιορισμού της δυνατότητας της Τεχεράνης να παρεμβαίνει στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Η συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδος παραμένει κεντρικός παράγοντας της σύγκρουσης, λόγω του τεράστιου ρόλου της στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.

Το Ορμούζ παραμένει το ισχυρό χαρτί της Τεχεράνης

Παρότι η κυκλοφορία στα Στενά έχει διαταραχθεί σοβαρά από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν τον Φεβρουάριο, οι ροές πετρελαίου δεν έχουν διακοπεί ολοκληρωτικά.

Αυτό μέχρι στιγμής έχει αποτρέψει το χειρότερο σενάριο για την παγκόσμια οικονομία: μια πλήρη ενεργειακή κρίση με ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών.

Για την Τεχεράνη, όμως, η δυνατότητα να απειλεί ή να δυσκολεύει τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή παραμένει ένα από τα σημαντικότερα μέσα πίεσης που διαθέτει.

Όσο αυτή η δυνατότητα παραμένει ενεργή, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα απέναντι στην Ουάσινγκτον.

Η συμφωνία του Ιουνίου έμεινε στα χαρτιά

Ένα πρώτο πλαίσιο εξόδου από την κρίση είχε δημιουργηθεί μέσω του Μνημονίου Κατανόησης του Ιουνίου.

Το σχέδιο προέβλεπε διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμη κατάπαυση του πυρός και σε συνολική πολιτική διευθέτηση μέσα σε 60 ημέρες.

Η προθεσμία, όμως, εξέπνευσε χωρίς να υπάρξει συμφωνία.

Έτσι, το πλαίσιο που κάποτε εμφανιζόταν ως πιθανή γέφυρα ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν κατάφερε να μετατραπεί σε οριστική λύση.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν πετύχει γρήγορη νίκη

Ο Τζέισον Κάμπελ, ανώτερος συνεργάτης στο Middle East Institute, θεωρεί ότι εξακολουθεί να υπάρχει ασάφεια γύρω από τον τελικό στόχο της αμερικανικής στρατηγικής.

Η αρχική υπόθεση ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος θα μπορούσε να οδηγήσει γρήγορα σε αποφασιστικό αποτέλεσμα έχει πλέον διαψευστεί, σύμφωνα με την ανάλυσή του.

Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται γι’ αυτό να μετακινείται προς μια στρατηγική μακροχρόνιας φθοράς, στην οποία οι κυρώσεις λειτουργούν παράλληλα με επιλεκτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Το ζητούμενο είναι να οδηγηθεί η Τεχεράνη σε διαπραγματεύσεις από ασθενέστερη οικονομική και στρατηγική θέση.

Το πρόβλημα των παραχωρήσεων

Ακόμη και αν το Ιράν επιστρέψει στις συνομιλίες, δεν είναι δεδομένο ότι μια συμφωνία θα είναι εύκολη.

Ο Κάμπελ εκτιμά ότι η Τεχεράνη πιθανότατα θα απαιτήσει σημαντικές αμερικανικές παραχωρήσεις προκειμένου να δεχθεί μια συνολική διευθέτηση.

Και εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά εμπόδια.

Όσα μπορεί να θεωρούνται απαραίτητα από την ιρανική πλευρά για να παρουσιαστεί μια συμφωνία ως αποδεκτή στο εσωτερικό της χώρας ενδέχεται να είναι πολιτικά δύσκολο να γίνουν δεκτά από την κυβέρνηση Τραμπ.

Η Τεχεράνη δείχνει διατεθειμένη να περιμένει

Η Ανίσε Μπασίρι Ταμπρίζι του Chatham House εκτιμά ότι οι τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν προκαλέσει ουσιαστική αλλαγή στην ιρανική στρατηγική.

Η Τεχεράνη φαίνεται να προετοιμάζεται για μεγαλύτερη οικονομική πίεση και για συνέχιση του κύκλου επιθέσεων και αντιποίνων.

Ταυτόχρονα, επιχειρεί να διατηρεί τις αντιδράσεις της σε επίπεδα που, κατά την εκτίμησή της, δεν θα οδηγήσουν σε πλήρως ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένο να αποδεχθεί συμφωνία μόνο και μόνο επειδή αυξάνεται το οικονομικό κόστος του πολέμου.

Δεν θέλει να εμφανιστεί ότι υποχωρεί

Η ιρανική οικονομία βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση και η συνέχιση των κυρώσεων αναμένεται να επιδεινώσει την κατάσταση.

Ωστόσο, η οικονομική δυσκολία δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική υποχώρηση.

Σύμφωνα με την Μπασίρι Ταμπρίζι, το Ιράν εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για μια έξοδο από τη σύγκρουση, αλλά αναμένει πρώτα κάποια ουσιαστική κίνηση από την αμερικανική πλευρά.

Αυτή θα μπορούσε να είναι είτε επιστροφή στις προβλέψεις του Μνημονίου του Ιουνίου είτε κάποια νέα παραχώρηση που θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι χωρίς να εμφανιστεί ότι εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση.

Το παλιό σχέδιο ίσως παραμένει η πιο ρεαλιστική λύση

Ο πρώην Βρετανός πρέσβης στο Ιράν και συνεργάτης του Royal United Services Institute Νίκολας Χόπτον θεωρεί ότι η έξοδος από το σημερινό αδιέξοδο μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί τον Ιούνιο.

Κατά την εκτίμησή του, περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση είναι απίθανο να οδηγήσει την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση.

Παράλληλα, εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο οι μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις μπορούν να απομονώσουν πλήρως το Ιράν όσο σημαντικοί εταίροι, όπως η Κίνα και η Ρωσία, εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικούς δεσμούς μαζί του.

Η άρση κυρώσεων ως αντάλλαγμα

Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να περιλαμβάνει άρση ή σταδιακή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων με αντάλλαγμα δεσμεύσεις από την Τεχεράνη.

Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να παρουσιάσει μια τέτοια εξέλιξη ως επιτυχία εφόσον εξασφάλιζε εγγυήσεις ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Για την Τεχεράνη, αντίστοιχα, η επανασύνδεση με τις διεθνείς αγορές θα αποτελούσε σημαντικό οικονομικό κίνητρο.

Το δύσκολο ζήτημα των Φρουρών της Επανάστασης

Ο Χόπτον συνδέει την οικονομική επανένταξη του Ιράν και με μια πιθανή μακροπρόθεσμη αλλαγή στις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας.

Η σταδιακή ανάπτυξη περισσότερων οικονομικών σχέσεων με τον υπόλοιπο κόσμο θα μπορούσε, κατά την ανάλυσή του, να περιορίσει σε βάθος χρόνου την επιρροή των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) στην ιρανική οικονομία.

Ωστόσο, πρόκειται για εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία.

Οι Φρουροί έχουν ισχυρή παρουσία σε κρίσιμους οικονομικούς τομείς και οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή θα απαιτούσε μακροχρόνια στρατηγική και όχι μια απλή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

Ούτε νίκη ούτε ειρήνη στον ορίζοντα

Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, οι αναλυτές συγκλίνουν σε ένα σημείο: μια γρήγορη λύση δεν φαίνεται πιθανή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν την πίεση χωρίς ακόμη να έχουν εξασφαλίσει την υποχώρηση του Ιράν.

Η Τεχεράνη, από την άλλη, φαίνεται έτοιμη να υποστεί μεγαλύτερο οικονομικό κόστος αντί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνθηκολόγηση.

Έτσι, το πιθανότερο σενάριο για το επόμενο διάστημα είναι ένας παρατεταμένος συνδυασμός κυρώσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων, αντιποίνων και αποσπασματικών διπλωματικών επαφών.

Το διακύβευμα ξεπερνά ΗΠΑ και Ιράν

Η διάρκεια της κρίσης καθιστά τις συνέπειές της ολοένα περισσότερο παγκόσμιες.

Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κρίσιμη αρτηρία για τη μεταφορά ενέργειας και οποιαδήποτε νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις αγορές πετρελαίου, τη ναυτιλία και το διεθνές εμπόριο.

Αυτό σημαίνει ότι το αδιέξοδο μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης δεν αφορά πλέον μόνο τις δύο πλευρές του πολέμου.

Όσο δεν διαμορφώνεται ένα πολιτικά αποδεκτό πλαίσιο αμοιβαίων παραχωρήσεων, ο έβδομος μήνας της σύγκρουσης κινδυνεύει να αποτελέσει απλώς την αρχή μιας ακόμη πιο παρατεταμένης περιόδου αστάθειας.

Continue Reading

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ

Κίνα: Άντεξε το ενεργειακό σοκ του Ιράν

image_print

Για χρόνια, η μεγάλη εξάρτηση της Κίνας από το εισαγόμενο πετρέλαιο θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά της μειονεκτήματα. Μια σοβαρή κρίση στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να προκαλέσει ένα ενεργειακό σοκ ικανό να πλήξει την κινεζική οικονομία.

Ο πόλεμος στο Ιράν έφερε ακριβώς αυτό το σενάριο στο προσκήνιο. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν διαφορετικό από εκείνο που πολλοί περίμεναν.

Παρά την εκτίναξη των διεθνών τιμών και τη μεγάλη πτώση των εισροών πετρελαίου, η κινεζική οικονομία απέφυγε μια σοβαρή ενεργειακή αναταραχή. Το Πεκίνο αξιοποίησε τα αποθέματά του, περιόρισε τις εξαγωγές καυσίμων και στηρίχθηκε σε ένα ενεργειακό σύστημα που έχει γίνει πολύ λιγότερο εξαρτημένο από το πετρέλαιο.

Η κρίση λειτούργησε έτσι ως το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα τεστ μιας στρατηγικής που η Κίνα οικοδομεί εδώ και δεκαετίες.

Η μεγάλη αδυναμία του Πεκίνου

Η Κίνα ήταν αυτάρκης σε πετρέλαιο μέχρι το 1993. Η ταχύτατη βιομηχανική ανάπτυξη που ακολούθησε, όμως, αύξησε τόσο πολύ τη ζήτηση ώστε η χώρα μετατράπηκε σε καθαρό εισαγωγέα.

Σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο και καλύπτει μέσω εισαγωγών περισσότερο από το 70% της κατανάλωσής της.

Περίπου το μισό εισαγόμενο πετρέλαιο προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.

Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διακοπή των θαλάσσιων ενεργειακών ροών θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει εξαιρετικά ισχυρό μέσο πίεσης απέναντι στο Πεκίνο.

Ο παλιός φόβος για τα Στενά της Μάλακα

Η κινεζική ηγεσία είχε εντοπίσει τον κίνδυνο πολύ πριν από τη σημερινή κρίση.

Ήδη από το 2003, ο τότε πρόεδρος Χου Τζιντάο είχε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο εχθρικές δυνάμεις να αποκτήσουν τη δυνατότητα να ελέγξουν τα Στενά της Μάλακα.

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για την κινεζική οικονομία, καθώς από εκεί περνά μεγάλο μέρος των ενεργειακών φορτίων που κατευθύνονται προς την Ανατολική Ασία.

Από εκείνη την περίοδο, η ενεργειακή ασφάλεια έπαψε να αντιμετωπίζεται από το Πεκίνο αποκλειστικά ως οικονομικό ζήτημα και εντάχθηκε στον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.

Αποθέματα για την ώρα της κρίσης

Μία από τις βασικές απαντήσεις της Κίνας ήταν η δημιουργία τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάζονται, τα κινεζικά αποθέματα έχουν πλέον φτάσει σε επίπεδα περίπου αντίστοιχα με εκείνα των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας μαζί.

Παράλληλα, το Πεκίνο προσπάθησε να διευρύνει τις πηγές προμήθειάς του, ώστε να μειώσει την υπερβολική έκθεση σε μία μόνο γεωγραφική περιοχή.

Αυτή η πολιτική απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όταν η κρίση στο Ιράν περιόρισε τις ροές μέσω του Ορμούζ.

Το Ορμούζ έγινε το πραγματικό crash test

Με την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, η Κίνα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες διαταραχές της σύγχρονης αγοράς πετρελαίου.

Οι τιμές αυξήθηκαν απότομα και οι κινεζικές εισαγωγές υποχώρησαν σημαντικά.

Το Πεκίνο, ωστόσο, δεν αντέδρασε όπως στην ενεργειακή κρίση του 2021.

Τότε, η έλλειψη άνθρακα είχε αναγκάσει την κυβέρνηση να κινητοποιήσει επειγόντως τους εισαγωγείς για να εξασφαλίσει πρόσθετες ποσότητες.

Στην κρίση του Ορμούζ δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη αντίδραση πανικού.

Η Κίνα άρχισε να καταναλώνει τα αποθέματά της

Αντί να ανταγωνιστεί επιθετικά άλλους αγοραστές για ακριβότερο πετρέλαιο, η χώρα περιόρισε τις αγορές της και χρησιμοποίησε ποσότητες από τα αποθέματα που είχε συγκεντρώσει.

Παράλληλα, μείωσε τις εξαγωγές καυσίμων κίνησης, διατηρώντας περισσότερα προϊόντα πετρελαίου διαθέσιμα για την εγχώρια αγορά.

Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να περιορίσει την επίδραση της διεθνούς κρίσης στο εσωτερικό της.

Η ηλεκτροκίνηση έγινε ασπίδα

Ένας δεύτερος παράγοντας που αποδείχθηκε κρίσιμος ήταν η τεράστια ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί με μεγάλη διαφορά στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων παγκοσμίως και επιχειρεί πλέον να επεκτείνει την ηλεκτροποίηση και στις εμπορευματικές μεταφορές.

Αυτό σημαίνει ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των μετακινήσεων μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς άμεση κατανάλωση βενζίνης ή πετρελαίου.

Οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων φαίνεται επίσης ότι ενίσχυσαν τη χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, ταξί και υπηρεσιών μετακίνησης μέσω εφαρμογών, όπου η ηλεκτροκίνηση έχει ήδη σημαντική παρουσία.

Το ηλεκτρικό σύστημα δεν εξαρτάται από το πετρέλαιο

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η ηλεκτροπαραγωγή της Κίνας στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε άλλες ενεργειακές πηγές.

Ο άνθρακας εξακολουθεί να έχει κεντρικό ρόλο, ενώ το Πεκίνο έχει αναπτύξει παράλληλα πυρηνικά και υδροηλεκτρικά έργα και επενδύει μαζικά στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια.

Έτσι, ένα πετρελαϊκό σοκ δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κρίση ηλεκτροδότησης για εργοστάσια, πόλεις και ψηφιακές υποδομές.

Αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τη σημερινή Κίνα από την οικονομία που πριν από δεκαετίες άρχισε να εξαρτάται όλο και περισσότερο από το εισαγόμενο αργό.

Η Κίνα απέφυγε τα έκτακτα μέτρα

Σε άλλες ασιατικές οικονομίες, η ενεργειακή κρίση οδήγησε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, σε δύσκολες κυβερνητικές αποφάσεις, από περιορισμούς στα καύσιμα μέχρι αυξήσεις τιμών και περικοπές δημόσιων υπηρεσιών.

Η Κίνα απέφυγε αντίστοιχης έκτασης αναταραχή.

Και η συγκράτηση των κινεζικών αγορών είχε συνέπειες πέρα από τα σύνορα της χώρας.

Ως μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο, η Κίνα θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά την κρίση εάν έβγαινε στις αγορές αναζητώντας τεράστιες πρόσθετες ποσότητες.

Αντίθετα, η περιορισμένη ζήτηση συνέβαλε στη συγκράτηση των διεθνών πιέσεων στις τιμές.

Μια απρόσμενη συνέπεια για τις ΗΠΑ

Αυτό δημιούργησε και ένα παράδοξο αποτέλεσμα.

Η κινεζική ανθεκτικότητα βοήθησε να αποφευχθεί ένα ακόμη μεγαλύτερο παγκόσμιο πετρελαϊκό σοκ, περιορίζοντας παράλληλα την πίεση στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ.

Έτσι, μια στρατηγική που σχεδιάστηκε για να μειώσει την κινεζική ευπάθεια απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις συνέβαλε ταυτόχρονα στον περιορισμό των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών της ενεργειακής κρίσης για την κυβέρνηση Τραμπ.

Στόχος η «ενεργειακή υπερδύναμη»

Η ενεργειακή ανθεκτικότητα δεν αποτελεί για το Πεκίνο έναν απομονωμένο οικονομικό στόχο.

Η κινεζική ηγεσία αντιμετωπίζει την ενέργεια ως στοιχείο εθνικής ισχύος, μαζί με τη βιομηχανία, την τεχνολογία και τις στρατιωτικές δυνατότητες.

Από το 2021 έχει τεθεί ο στόχος η Κίνα να εξελιχθεί σε «ενεργειακή υπερδύναμη»: μια χώρα που θα εξαρτάται λιγότερο από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ταυτόχρονα θα διαθέτει άφθονη και σταθερή ηλεκτρική ενέργεια.

Η φιλοδοξία αυτή συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

AI, data centers και βιομηχανία απαιτούν τεράστια ενέργεια

Ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων μεταφέρεται πλέον σε δραστηριότητες με εξαιρετικά υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις.

Προηγμένη μεταποίηση, data centers και Τεχνητή Νοημοσύνη χρειάζονται τεράστιες και κυρίως σταθερές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.

Το νέο ενεργειακό σχέδιο της Κίνας προβλέπει περαιτέρω ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, της πυρηνικής και της υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Ο άνθρακας, ωστόσο, δεν εγκαταλείπεται. Παραμένει κρίσιμο εφεδρικό καύσιμο για τη σταθερότητα του συστήματος.

Παράλληλα, η χώρα επενδύει σε γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, μπαταρίες, συστήματα αποθήκευσης και εκσυγχρονισμό των δικτύων.

Το διαφορετικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα που η Κίνα δεν έχει: άφθονη εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η αμερικανική οικονομία διαθέτει επίσης μεγάλη ικανότητα διύλισης, εξαγωγών και στρατηγικής αποθήκευσης.

Το αδύναμο σημείο των ΗΠΑ εντοπίζεται αλλού.

Το ηλεκτρικό τους σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει την ταχεία αύξηση της ζήτησης που προκαλούν νέες βιομηχανικές επενδύσεις και ιδιαίτερα οι ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές.

Αλλάζει η έννοια της ενεργειακής υπερδύναμης

Για δεκαετίες, η ενεργειακή ισχύς ταυτιζόταν κυρίως με τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου.

Ο ΟΠΕΚ, η Ρωσία, οι μεγάλοι εξαγωγείς και αργότερα η αμερικανική βιομηχανία σχιστολιθικού πετρελαίου μπορούσαν να επηρεάζουν τις παγκόσμιες αγορές μεταβάλλοντας την προσφορά.

Η κρίση του Ορμούζ ανέδειξε μια διαφορετική μορφή ισχύος.

Η Κίνα παραμένει εξαρτημένη από το εισαγόμενο πετρέλαιο, αλλά έχει γίνει τόσο μεγάλος καταναλωτής ώστε οι αποφάσεις της για το πόσο θα αγοράσει επηρεάζουν τις ίδιες τις διεθνείς τιμές.

Ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει μηχανισμούς που της επιτρέπουν να απορροφά πολύ μεγαλύτερες εξωτερικές διαταραχές από ό,τι στο παρελθόν.

Το νέο πεδίο ανταγωνισμού Κίνας και ΗΠΑ

Η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται τελικά πέρα από την αγορά του αργού.

Η παγκόσμια οικονομία ηλεκτροποιείται και μαζί της αλλάζει η γεωπολιτική της ενέργειας.

Το πλεονέκτημα δεν θα καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από το ποιος διαθέτει περισσότερα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και από το ποιος μπορεί να παράγει τεράστιες ποσότητες φθηνής και αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας, να τις μεταφέρει εκεί όπου χρειάζονται και να τροφοδοτεί συνεχώς τη βιομηχανία του.

Η κρίση στο Ιράν έδειξε ότι το Πεκίνο έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η εξάρτηση από τις εισαγωγές αργού δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει όμως πάψει να αποτελεί τόσο εύκολο σημείο πίεσης όσο φαινόταν στο παρελθόν.

Και καθώς ο ανταγωνισμός Κίνας και ΗΠΑ μεταφέρεται όλο και περισσότερο στην προηγμένη βιομηχανία, στα data centers και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η δυνατότητα εξασφάλισης άφθονης ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την τεχνολογική ή στρατιωτική ισχύ.

DNews Widget
Continue Reading

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενημερωτική συνάντηση εργαζομένων στην Ελευθερούπολη με τον πρόεδρο της ΠΟΕ-ΟΤΑ Νίκο Τράκα

image_print

Ενημερωτική συγκέντρωση για τους εργαζόμενους πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Ελευθερούπολης, με κεντρικό ομιλητή τον πρόεδρο της ΠΟΕ-ΟΤΑ, Νίκο Τράκα.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης έγινε αναλυτική ενημέρωση για σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με ιδιαίτερη αναφορά στην προκήρυξη του ΕΣΠΑ που αφορά τους παιδικούς σταθμούς, καθώς και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και οι δημοτικές δομές.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν επίσης τα οικονομικά και μισθολογικά αιτήματα των εργαζομένων, με έμφαση στη διεκδίκηση της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού. Πρόκειται για ένα από τα βασικά αιτήματα που θέτει η ΠΟΕ-ΟΤΑ, ενώ ενημέρωση έγινε και για τις θέσεις και τις σχετικές διεκδικήσεις της ΑΔΕΔΥ.

Ο πρόεδρος της ΠΟΕ-ΟΤΑ, Νίκος Τράκας, παρουσίασε στους παρευρισκόμενους την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και αναφέρθηκε στα οικονομικά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα και την καθημερινότητα των εργαζομένων.

Παράλληλα, συζητήθηκαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υπηρεσίες των δήμων, οι ανάγκες των εργαζομένων και η σημασία της συνέχισης των διεκδικήσεων για τη βελτίωση των εργασιακών και οικονομικών συνθηκών.

Η συγκέντρωση στην Ελευθερούπολη αποτέλεσε μια ευκαιρία άμεσης ενημέρωσης και ανταλλαγής απόψεων με τους εργαζόμενους, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για τις τελευταίες εξελίξεις και τις παρεμβάσεις της ΠΟΕ-ΟΤΑ και της ΑΔΕΔΥ γύρω από τα ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο του κλάδου.

Continue Reading
Green logo ENA Club with text ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

Κατοικία

a house with a green roof and road signs left and right
text about elections

newsletter



Καιρος

Πρωτοσέλιδα

Χρήσιμα

Δρομολόγια Πλοίων από και προς Καβάλα

Γιατροί ΕΟΠΥΥ ΚΑΒΑΛΑΣ

espa logo

espa_logo_en