Connect with us

ΑΠΟΨΕΙΣ

«Το καθεστώς της Δυτικής Θράκης θα καθοριστεί από τις ψήφους των κατοίκων της»

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει η ΒΑΣΩ ΓΙΛΔΙΖΗ*

Ήταν γύρω στο καλοκαίρι του 2014, όταν κάποιοι Τούρκοι ‘ειδικοί’ άρχισαν να γεμίζουν ιστοσελίδες και μπλογκς με το απίθανο σενάριο για το τι πρόκειται να συμβεί όταν λήξει η Συνθήκη της Λωζάνης εκατό χρόνια από την υπογραφή της, δηλαδή το 2023.

Οι ‘ειδικοί’ υποστήριζαν ότι Τούρκοι και Βρετανοί διπλωμάτες είχα υπογράψει διμερή μυστική συμφωνία στη Λωζάνη σύμφωνα με την οποία όταν θα έληγε η Συνθήκη τα βρετανικά στρατεύματα θα ανακαταλάμβαναν οχυρά κατά μήκος του Βοσπόρου, ο «Ελληνορθόδοξος» Πατριάρχης θα ανέστηνε το οικουμενικό ρόλο του, όπως στο Βυζάντιο, εντός των τειχών της Κωνσταντινούπολης.

Παράλληλα όμως η Τουρκία θα αποκτούσε το δικαίωμα να αξιοποιήσει τα εκτός τωρινών συνόρων της αποθέματα πετρελαίου [στη Μοσούλη] και ίσως να μπορούσε να ανακτήσει τη Δυτική Θράκη. Περιοχές που η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε με την Ανακωχή του Μούδρου το 1918.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί. Η Συνθήκη της Λωζάνης η οποία βασίζεται στο διεθνές δίκαιο δεν έχει καμιά ρήτρα λήξης, ούτε καν μυστική και διμερή.

Το Τουρκικό «Πάλι με χρόνους, με καιρούς…»

Το σενάριο που μοιάζει αποκύημα αχαλίνωτης ανατολίτικης φαντασίας έχει τις ρίζες του στο λεγόμενοMisak-i Milli. Μια «Εθνική Συμφωνία» ή «Εθνικός ‘Ορκος» που επικυρώθηκε από το κοινοβούλιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον Ιανουάριο του 1920 και υιοθετήθηκε τέσσερις μήνες αργότερα και από την νεοϊδρυθείσα Τουρκική Εθνοσυνέλευση των εθνικιστών του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στην Άγκυρα.

Η αποφάσεις αυτές περιελάμβαναν έξι σημεία που μεταξύ άλλων προέβλεπαν δημοψηφίσματα των κατοίκων στις επονομαζόμενες «αδούλωτες περιοχές» που είχε χάσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Ανακωχή του Μούδρου. Στα δημοψηφίσματα αυτά οι κάτοικοι θα αποφάσιζαν επανένωση με την «μητέρα πατρίδα» Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετέπειτα Τουρκία. Οι περιοχές αυτές αφορούσαν στο Βόρειο Ιράκ στα νοτιοανατολικά σύνορα, στις επαρχίες Καρς, Αρνταχάν και Βατούμι στα βορειο- ανατολικά αλλά και στην δυτική Θράκη.

«Το καθεστώς της Δυτικής Θράκης θα καθοριστεί από τις ψήφους των κατοίκων της,» έγραφαν χαρακτηριστικά.

Άλλα σημεία αφορούσαν στις μεταφορές και ελεύθερες συναλλαγές μέσω των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων που θα καθορίζονταν «από την Τουρκία και άλλες χώρες», στα δικαιώματα των μειονοτήτων που θα εκδίδονταν «με την προϋπόθεση ότι τα δικαιώματα των μουσουλμανικών μειονοτήτων σε γειτονικές χώρες προστατεύονται» και ότι η νέα Τουρκία θα πρέπει να είναι «θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη και ελεύθερη» να αρθούν όλοι οι περιορισμοί με στόχο την πολιτική, δικαστική και οικονομική ανάπτυξη.

Οι επίσημες αυτές θέσεις είχαν ως αποτέλεσμα να τεθούν σε συναγερμό οι δυνάμεις της Αντάντ (Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία) και να καταλάβουν τα Στενά του Βοσπόρου τον Μάρτιο του 1920 πυροδοτώντας εκ νέου τον πόλεμο μεταξύ Οθωμανών/Νεότουρκων και Ευρωπαίων συμμάχων.

Στην ομιλία του στην τουρκική εθνοσυνέλευση ο Ατατούρκ είχε πει ότι «Είναι η σιδερένια γροθιά του έθνους που γράφει την Εθνική Συμφωνία που είναι η κύρια αρχή της ανεξαρτησίας μας στα χρονικά της ιστορίας.»

Οι αποφάσεις της «Εθνικής Συμφωνίας» χρησιμοποιήθηκαν από τον Ατατούρκ ως βάση για τις απαιτήσεις της νέας Τουρκικής Δημοκρατίας στην Συνθήκη της Λωζάνης. Οι Νεότουρκοι μπορεί να μην κατόρθωσαν τότε να πάρουν όλα όσα ήθελαν και η σημερινή νέο-οθωμανική πολιτική ηγεσία να τους κατηγορεί σήμερα γι’ αυτό μέσα στη γενικότερη προσπάθεια αναθεώρησης του ιστορικού παρελθόντος της χώρας.

Από την ίδρυση της όμως και μετά η Τουρκική Δημοκρατία ακολουθεί συγκεκριμένους στόχους στην εξωτερική της πολιτική και εφαρμόζει πιστά την πάγια τακτικής της δεδομένων των συγκυριών και δοθεισών ευκαιριών.

Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δούμε, λοιπόν, και την βαθύτερη πραγματικότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ειδικά υπό τον ισλαμιστή πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ζεϊμπέκικα και κουμπαριές δεν άλλαξαν την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας

Η εξωτερική πολιτική της γείτονος δεν αλλάζει όπως δεν άλλαξε η γεωγραφίας της και η γεωπολιτική της θέση. Αυτό απέδειξαν και τα ζεϊμπέκικα Παπανδρέου-Τζεμ, οι κουμπαριές Ερντογάν-Καραμανλή και οισυγχορδίες Κοτζιά-Τσαβούσογλου στο πρόσφατο παρελθόν.

Οι θερμές χειραψίες και τα διάπλατα χαμόγελα, η διπλωματία των σεισμών, οι σύνδεσμοι ελληνο-τουρκικής φιλίας, οι αμοιβαίες επισκέψεις, τα ταξίδια, τα συνέδρια, τα ώπα! και τα νατοϊκά We are the champions δεν μετακίνησαν ούτε μισό εκατοστό τις πάγιες τουρκικές θέσεις και διεκδικήσεις.

Το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποσυμφορήσουν την ένταση στις διμερείς σχέσεις που είχε προκύψει από τον Αμπτουλλά Οτζαλάν το 1999. Οι διερευνητικές επαφές που ξεκίνησαν μεταξύ των υπουργείων εξωτερικών μεταξύ των δύο χωρών από τις στις αρχές του 2000 δεν έχουν καταλήξει πουθενά και μάλλον ούτε και πρόκειται.

Θυμάμαι πολύ καλά το σοκ της Αθήνας όταν ένα χρόνο μετά τους σεισμούς και το ιστορικό ζεϊμπέκικο του Παπανδρέου, ο τότε υπουργός εξωτερικών Ισμαήλ Τζεμ ανέλυε μία προς μία τις τουρκικές θέσεις, διεκδικήσεις και «γκρίζες ζώνες» απέναντι στην Ελλάδα μέσω ενός άρθρου του σε ιταλική εφημερίδα. «Μα, πώς συνέβη αυτό;» με ρωτούσαν έντρομοι από την Αθήνα. ‘Ελα μου, ντε, πώς συνέβη;

Καλύπτοντας την Τουρκία από το 1990, είχα διαπιστώσει το εξής: ότι η Άγκυρα έμενε πιστή στην εξωτερική της πολιτική, ενώ η Αθήνα ακολουθούσε μια ευκαιριακή και συγκυριακή, ενίοτε και καθαρά κομματική εξωτερική πολιτική μέσα από ένα σύμπλεγμα ηττοπάθειας, στρουθοκαμηλισμού και εθελοτυφλίας.

Όποιος δεν ήθελε να δει αυτά τα τουρκικά δεδομένα δεν θα τα έβλεπε και μετά θα ρωτούσε «γιατί». Στην πρώτη δεκαετία του 2000, η αντίδραση της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία ήταν συχνά πως ό,τι λέγεται, « λέγεται για εσωτερική κατανάλωση». Κάτι που δυστυχώς κατέληξε να είναι πάγια εξωτερική πολιτική. Εκτός κι αν το τουρκικό ΥΠΕΞ ποστάρει στην ιστοσελίδα του μια μακροσκελή ανακοίνωση όπου επαναλαμβάνει τα γνωστά.

«Εσωτερική κατανάλωση» ή νέα στρατηγική;

Η αναφορά του Ερντογάν στην Συνθήκη της Λωζάνης στους κοινοτάρχες ούτε τυχαία είναι, ούτε για «εσωτερική κατανάλωση» όπως προσπαθεί να υποβαθμίσει το γεγονός το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών στοχεύοντας ουσιαστικά στο να καθησυχάσει την ελληνική «κοινή γνώμη» στην κατεύθυνση της δικής μας «εσωτερικής κατανάλωσης.»

Ούτε ήταν μια απλή «αστοχία» να συνδέσει ο τούρκος πρόεδρος τη Συνθήκη με τα νησιά του Αιγαίου,παρότι η Τουρκία τα παραχώρησε στην Ιταλία το 1923 βάσει μιας προηγούμενης διμερούς συνθήκης του 1912, ενώ η ελληνική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα απεκτήθη το 1947.

Το σημαντικό είναι ότι η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης ακούστηκε για πρώτη φορά από επίσημα χείλη και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο. Αφορά δεν σε πολλές εμπλεκόμενες χώρες και όχι μόνο σ’ αυτές που υπέγραψαν την συνθήκη. Αφορά στη Ρωσία και τα Στενά του Βοσπόρου, τη Συρία, το Ιράκ, και βέβαια την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ασκώντας κριτική στη Συνθήκη της Λωζάνης και χαρακτηρίζοντας την ως «ήττα» ο τούρκος πρόεδρος δεν προσπαθεί απλά να βάλει κατά του Κεμαλισμού για «εσωτερική κατανάλωση» με στόχο την αναθέρμανση του εθνικισμού, την σύμπνοια του λαού κατά των «ξένων δυνάμεων» – βλέπε: Ευρωπαϊκή ‘Ένωση – και απώτερο σκοπό την συνταγματική αναθεώρηση.

Ο Τούρκος πρόεδρος χαράσσει τους άξονες της νέας εξωτερικής πολιτικής της χώρας τη στιγμή που βλέπει ΝΑΤΟϊκά πλοία να πλέουν μια σπιθαμή από τα τουρκικά παράλια
και τους Ευρωπαίους να του ορθώνουν δασκαλίστικα το δάχτυλο, ενώ ο ίδιος θεωρεί ότι έχει κάνει πάρα πολλές υποχωρήσεις χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα. Τη στιγμή που βλέπει ακόμα τα νοτιοανατολικά σύνορα της χώρας να φλέγονται και που τρέμει στην ιδέα της πιθανής ίδρυσης ενός Κουρδικού κράτους που θα απλώνεται μεταξύ Συρίας και Ιράκ με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ίδια την Τουρκία.

Η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης ικανοποιεί κυρίως τους οπαδούς του Ερντογάν που θα καλόβλεπαν λίγο πετρέλαιο από τη Μοσούλη και κάποια εδάφη από τη Δυτική Θράκη. Όσο για τους Κεμαλιστές, αυτοί διακατέχονται από την δικαιολογημένη δυσπιστία για το μέχρι που μπορεί να φθάσει ο ισλαμιστής Ερντογάν για να υποσκάψει τις αρχές του Κεμάλ Ατατούρκ. Σε τελική ανάλυση, όμως, η Άγκυρα παγίωσε το θέμα των «γκρίζων ζωνών» με τους Κεμαλιστές στην εξουσία. Η διαμάχη που ξέσπασε για τη Συνθήκη της Λωζάνης μεταξύ Ερντογάν και της Κεμαλικής αντιπολίτευσης (CHP) είναι για «εσωτερική κατανάλωση» και όχι η αναφορά «δώσαμε τα νησιά στην Ελλάδα.»

Ο Ερντογάν είπε κάτι που υποστηρίζει η Άγκυρα από το 1996 μετά τα Ίμια – απλά το είπε με άλλα λόγια.

Χλιαρή η αντίδραση της Αθήνας

Η χλιαρή αντίδραση της Αθήνας στην «νέα τουρκική πρόκληση» μετά την σύγκληση του ΚΥΣΕΑ δεν είναι επαρκής.

Η Άγκυρα δεν τρομάζει από ένα μήνυμα του ελληνικού ΥΠΕΞ στο Twitter.

Εδώ χρειάζεται άμεση και επίσημη ενημέρωση των Ευρωπαίων εταίρων, των Βρυξελλών και των Ηνωμένων Εθνών. Δεν μπορεί η Γερμανία να κάνει πρώτη αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και μετά η Ελλάδα που είναι και άμεσα εμπλεκόμενη.

Οι απαντήσεις της Αθήνας στις προκλήσεις της Άγκυρας θα πρέπει να είναι αυτοματοποιημένες και αυστηρές και μάλιστα προς όλες τις κατευθύνσεις. Και σίγουρα όχι με χρονοκαθυστέρηση ώστε επικοινωνιακά να μοιάζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται πρώτα να πραγματοποιήσει συσκέψεις με όλες τις συμβαλλόμενες πλευρές και μετά να μπορέσει να πάρει μια απόφαση, να κάνει μια δήλωση για τα αυτονόητα.

* Η Βάσω Γιλδίζη είναι δημοσιογράφος. Διετέλεσε για μια δεκαετία ανταποκρίτρια του MEGA στην Άγκυρα.

 

ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Απάντηση

ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Πρέσπες είναι ΟΛΑ

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Γιώργος Φλωρίδης

Αν επιχειρήσει κάποιος ν’ αναδείξει το «σημείο- κλειδί» της τετραετούς πολιτικής Τσίπρα, αυτό βρίσκεται στη συνθήκη των Πρεσπών. Όχι μόνο στο περιεχόμενό της, αλλά στην πολιτική που εξυφάνθηκε και υλοποιήθηκε γύρω από τη συμφωνία και επ’ ευκαιρία αυτής της συμφωνίας.

Η υπόθεση «Πρέσπες» χρησιμοποιήθηκε από τον Τσίπρα ως το μέσο για να γίνει αποδεκτός και χρήσιμος στον ξένο παράγοντα και, ταυτόχρονα, να θέσει τις βάσεις της εγχώριας επικυριαρχίας του με την ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος. Όλα αυτά όμως, με σοβαρότατο εθνικό και μεταρρυθμιστικό κόστος στην πορεία της ανασυγκρότησης της πτωχευμένης Ελλάδας.

Η εθνική διάσταση

Με την συμφωνία είναι βέβαιο, ότι οδηγούμαστε σε στρατηγική ήττα, σε ένα σημαντικό και χρονίζον εθνικό πρόβλημα. Ό,τι δεν κατάφεραν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Στάλιν και η Κομμουνιστική Διεθνής, η ιστορική αφέλεια του ΚΚΕ και ο ηγεμονισμός του Τίτο, το «κατάφερε» η αριστερή λαϊκιστική κυβέρνηση του Τσίπρα και των συνεταίρων του. Νομιμοποίησε με την υπογραφή της Ελλάδας, την εθνικά επικίνδυνη ιδεολογία στα βόρεια σύνορα της χώρας, δηλαδή τον αυτόνομο «μακεδονισμό», με όχημα το κράτος των Σκοπίων. Αναγνώρισε, με βούλα και υπογραφή, ότι υπάρχει το μοναδικό, αυτόνομο «μακεδονικό» έθνος στην διεθνή κοινότητα και αυτό δια μέσου της «μακεδονικής» γλώσσας που μιλούν μόνο οι Σκοπιανοί και της «μακεδονικής» εθνότητας στην οποία ανήκουν μόνο οι Σκοπιανοί πολίτες.

Στην πραγματικότητα με τη συμφωνία των Πρεσπών, διαγράφηκε μία ενιαία εθνική πολιτική ενός ολόκληρου αιώνα, την οποία υπηρέτησαν αταλάντευτα όσοι κυβέρνησαν την Ελλάδα. Η αναγνώριση του «μακεδονισμού», με αυτόνομη κρατική μορφή και υπόσταση , σε μία περίοδο διεθνών ανακατατάξεων και γεωπολιτικών συγκρούσεων στο χώρο των Βαλκανίων, μπορεί ν’ αποβεί μοιραία για τον ελληνισμό.

Οι θριαμβολογούντες για τη συμφωνία, απαντούν στους επικριτές της ότι δεν είναι δυνατό ένα μικρό και αδύναμο κράτος, όπως τα Σκόπια, να συνιστά κίνδυνο και απειλή για την Ελλάδα. Παραγνωρίζουν προφανώς ότι τα αδύναμα κράτη, γίνονται πολλές φορές, μέσα από καιροσκοπικές συμμαχίες, όργανα και εργαλεία ισχυρότερων δυνάμεων που επιδιώκουν ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.

Και ποια θα είναι η αντίδρασή μας, όταν σε λίγο στους νομούς της Ελληνικής Μακεδονίας, θ’ αρχίσουν να φυτρώνουν οι Στέγες Προστασίας του «Μακεδονικού» Πολιτισμού και θα ακούγονται οι φωνές για «Μακεδονική» εθνική μειονότητα στην Ελλάδα;

Ισχυρίζονται δε, ότι έπρεπε να κλείσει αυτό το εθνικό ζήτημα ώστε να επικεντρωθούμε στο μονίμως ανοικτό ζήτημα με την Τουρκία. Προφανώς και το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να οδηγηθεί σε λύση. Όμως, κανένας Έλληνας δεν διανοήθηκε να αποδεχτεί μία πρόχειρη λύση, που θα συντηρήσει το πρόβλημα στο μέλλον με δυσμενέστερους και δυνάμει καταστροφικούς όρους για την Ελλάδα.

Η πολιτική διάσταση

Η συμφωνία των Πρεσπών, όμως, δεν αποτέλεσε απλά το βασικό όχημα της εθνικής πολιτικής των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Έπαιξε ευρύτερο πολιτικό ρόλο στην τετραετή θητεία της απερχόμενης κυβέρνησης. Ο Τσίπρας προχώρησε μια άτυπη και άρρητη συναλλαγή αμοιβαίων συμφερόντων με τις ξένες δυνάμεις. Είναι απ’ αυτά που γίνονται, δεν γράφονται και βεβαίως δεν ομολογούνται. Ο ξένος παράγοντας πήρε σοβαρές διευκολύνσεις από την εξωτερική πολιτική Τσίπρα – Κοτζιά στο γεωστρατηγικό πεδίο, με αιχμή τις Πρέσπες, και του έδωσε χώρο για υποβάθμιση, παράκαμψη και ακύρωση της μεταρρυθμιστικής πορείας της χώρας.

Πέραν της κυβερνητικής προαναγγελίας για την μη περικοπή των συντάξεων που η ίδια προηγουμένως είχε δεχτεί να κοπούν, οι σύμμαχοι, εταίροι και δανειστές, μείωσαν την πίεση για εξυγίανση του κράτους, των τραπεζών με τα κόκκινα δάνεια, των ιδιωτικοποιήσεων, της επίσπευσης των εμβληματικών και αναγκαίων για τη χώρα μεγάλων επενδύσεων, όπως το Ελληνικό. Με μεγάλη ευκολία ανέχτηκαν τους χιλιάδες διορισμούς από το παράθυρο και την συστηματική διάλυση της παιδείας. Το κόστος αυτής της αντιμεταρρύθμισης, που συντελέστηκε με την σιωπηρή ανοχή αν όχι συγκατάθεση του ξένου παράγοντα, είναι ήδη τεράστιο για τη χώρα, η οποία πλέον κινείται ολοταχώς προς ένα νέο 2010.

Ταυτόχρονα, με την εκκίνηση αυτής της συμφωνίας, η κυβέρνηση Τσίπρα ομολόγησε επισήμως ότι στοχεύει ευθέως στην ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού. Όντως προσπάθησε να οικοδομήσει νέες συνθήκες της πολιτικής του επικυριαρχίας, στοχεύοντας, κατ’ αρχάς, στη διάσπαση της Ν.Δ. Λόγω της εθνικά σωστής αντίδρασης της Ν.Δ. αυτό δεν το κατάφερε. Η δεύτερη επιδίωξή του ήταν να αλλάξει κυβερνητικό εταίρο και να τον αντικαταστήσει με την «πρόθυμη» κεντροαριστερά. Αυτή τη φάση του έργου παρακολουθούμε σήμερα με την προσπάθεια «αποκαμμενοποίησης», κάτι που φαίνεται να «καταφέρνει» μέσα σε συνθήκες απόλυτου πολιτικού ξεπεσμού και εξευτελισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι στην προσπάθειά του αυτή, συνδράμει και ένας αριθμός στελεχών του ρηχού, επιδερμικού και ανιστόρητου εκσυγχρονισμού, κάτω από το πρόσχημα της υποστήριξης της συμφωνίας των Πρεσπών. Ας σημειώσουμε, όμως, ότι αυτή η φτωχή συνδρομή, πραγματοποιείται σε ευθεία αντίθεση με το κύριο μέρος των δυνάμεων του πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού στη χώρα μας, οι οποίες συμπορεύονται και πρωταγωνιστούν στο διαρκώς ογκούμενο αντικυβερνητικό ρεύμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι «Πρέσπες» αποτέλεσαν τον ομφάλιο λώρο της τετραετούς πολιτικής Τσίπρα. Μέσα από εκεί προσπάθησε να θεμελιώσει την πολιτική του νομιμοποίηση και να αναπαράγει την κυριαρχία του στο πολιτικό παιχνίδι. Το αντίτιμο για την χώρα ήταν εθνικές ήττες και οικονομική και κοινωνική καθήλωση και οπισθοδρόμηση.

Από αυτή την άποψη αντιλαμβάνεται κανείς, πόσο παραπλανητική και έωλη είναι η θέση «υποστηρίζουμε τη συμφωνία, αλλά καταψηφίζουμε την κυβέρνηση» ή «καταψηφίζουμε τη συμφωνία και υποστηρίζουμε την κυβέρνηση». Όπως φάνηκε καθαρά, αυτά τα δύο είναι αδιάσπαστα και αδιαίρετα. Η απάντηση, όμως, θα δοθεί από τον ελληνικό λαό στις επικείμενες εκλογές και θα είναι ευθέως ανάλογη όχι μόνο των προσωπικών μεθοδεύσεων του καθενός, αλλά κυρίως των πολιτικών επιλογών και ευθυνών για την καταστροφική πορεία οπισθοδρόμησης της χώρας.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Μέρτζος | Μία λύση που δεν αφήνει πληγές στο σώμα της Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε

στις

Η Βουλή των Σκοπίων επικύρωσε τη συμφωνία των Πρεσπών και ενσωμάτωσε τις καίριες διατάξεις της στο σύνταγμα της χώρας. Η αναθεώρηση του συντάγματος της ΠΓΔΜ βελτίωσε προς όφελος της Ελλάδος κρίσιμα σημεία που η συμφωνία είχε αφήσει ασαφή όπως ιδίως η ιθαγένεια, η εθνική ταυτότητα του γειτονικού λαού, το προοίμιο και το άρθρο 36 του συντάγματος. Επιπλέον, πρώτη φορά το σύνταγμα δέχεται έμμεσα ότι ο λεγόμενος «μακεδονικός» λαός είναι πολυεθνικός: Σλάβοι «Μακεδόνες», Αλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρομά, Βόσνιοι και Τούρκοι.

Οι σφοδρές αντιδράσεις στην Ελλάδα εστιάζονται στα εξής κεντρικά σημεία: όνομα του γειτονικού κράτους, γλώσσα, ιθαγένεια, αλυτρωτισμός και διεκδίκηση «μακεδονικής μειονότητας» στην ελληνική –«Αιγαιατική»– Μακεδονία.

Ονομα: Μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάδα, σε πλείστα διπλωματικά έγγραφά της προς το Βελιγράδι, ονόμαζε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας το τότε ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων. Οταν αυτό ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο, η Αθήνα πρότεινε και ο ΟΗΕ το ενέγραψε στα μέλη του με τη γνωστή προσωρινή ονομασία (ΠΓΔΜ). Ο προσδιορισμός αυτός, όμως, αναφέρεται στη λέξη Δημοκρατία και αφήνει ατόφιο το όνομα Μακεδονία. Το 2007 όλα τα ελληνικά κόμματα, πλην του τότε ΛΑΟΣ, είχαν αποδεχθεί έναν γεωγραφικό προσδιορισμό στο όνομα «Μακεδονία». Με αυτήν την κοινή θέση, παρά τις ισχυρές πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων συμμάχων, τον Απρίλιο 2008 η Ελλάδα επέτυχε την ομόφωνη απόφαση στη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ που υπήρξε θρίαμβος.

Γλώσσα: Μακεδονική γλώσσα έχει αναγνωρίσει επίσημα η Ελλάδα από το έτος 1977 στο πλαίσιο του ΟΗΕ, που έκτοτε την έχει κατατάξει επίσημα στον κατάλογο των επισήμων γλωσσών των Ηνωμένων Εθνών. Η συμφωνία βελτιώνει το σημείο αυτό, διότι ρητά αναφέρει ότι η μακεδονική είναι σλαβική και ανήκει στον κλάδο των νοτίων σλαβικών γλωσσών. Το σύνταγμα προσθέτει τώρα και την αλβανική γλώσσα.

Ιθαγένεια: Ο όρος «μακεδονική», όπως διατυπώνεται αγγλικά στη συμφωνία, μπορεί να θεωρηθεί ότι σημαίνει εθνικότητα. Αλλά το άρθρο 2 παρ. 2 του συντάγματος διασαφηνίζει ότι η ιθαγένεια δεν σημαίνει εθνικότητα. Αναμενόταν να ψηφιστεί μία από τις εξής προτάσεις των Αλβανών: α) αφαίρεση της λέξης «μακεδονική», β) «ιθαγένεια πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας» και γ) «οι πολίτες έχουν την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας».

Αλυτρωτισμός: Το προοίμιο και το άρθρο 36 του συντάγματος περιείχαν έως προχθές το κρατικό ιδεολόγημα του αλυτρωτικού «Μακεδονισμού», σύμφωνα με το οποίο η ενιαία Μακεδονία το 1913 διαμελίστηκε και υποτάχθηκε στους κατακτητές Ελληνες, Βουλγάρους και Σέρβους. Οι «Μακεδόνες», σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, εξεδίωξαν τους Σέρβους κατακτητές το 1944 και στο πλαίσιο της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας ανεκήρυξαν την ομόσπονδη ανεξάρτητη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την οποία το 1993 κήρυξαν ανεξάρτητο κράτος – τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Επιπλέον –συνεχίζει το ιδεολόγημα– οι υπόδουλοι στην Ελλάδα Σλαβομακεδόνες ξεσηκώθηκαν, πήραν μέρος τον «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Μακεδόνων» και συνταξιοδοτούνται στα Σκόπια όπου κατέφυγαν. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας προστατεύει και ενισχύει τους «Μακεδόνες» στα γειτονικά κράτη και στο εξωτερικό. Τα ανωτέρω ανέφερε η απόφαση της λαϊκής συνέλευσης του ASNOM το 1943, την οποία αντέγραφε αυτούσια έως προχθές το άρθρο 36 του Συντάγματος. Τώρα αφαιρέθηκε η φράση «απόφαση του ASNOM» και αντικαταστάθηκε με τη λέξη «ανακοίνωση της απόφασης».
Εν συντομία παρατίθενται οι ακόλουθες τροπολογίες του συντάγματος:

1. «Η πολιτεία σέβεται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία των γειτονικών κρατών. Προστατεύει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των υπηκόων της που ζουν ή διαμένουν στο εξωτερικό και προωθεί τους δεσμούς τους με την πατρίδα. Μεριμνά για τους ανήκοντες στον μακεδονικό λαό που ζουν στη διασπορά του εξωτερικού».

2. «Η πολιτεία δεν αναμειγνύεται στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και στις εσωτερικές τους υποθέσεις. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει εδαφικές βλέψεις προς τις γειτονικές χώρες».

3. Καταργείται το άρθρο 49 του συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: «Η πολιτεία μεριμνά για την κατάσταση και τα δικαιώματα των μελών του μακεδονικού λαού στις γειτονικές χώρες και για τους αποδήμους από τη Μακεδονία, βοηθά στην πολιτιστική τους ανάπτυξη και την προωθεί».

Οι προαναφερόμενες αυτές καίριες τροπολογίες έχουν αποθησαυριστεί από τις επίσημες ανακοινώσεις και δηλώσεις στη Βουλή των Σκοπίων όπου η ψήφισή τους εθεωρείτο βεβαία. Πλέον απομένει να το διαβάσουμε σύντομα και να το συγκρίνουμε με τη συμφωνία των Πρεσπών ώστε να εκφέρουμε τελική γνώμη.

Ασφαλώς η συμφωνία είναι ένας επώδυνος συμβιβασμός. Εθιξε βαθιά το αίσθημα των Ελλήνων, αλλά δεν αφήνει ανοικτές πληγές στο σώμα της Ελλάδος. Αντίθετα κλείνει πολλές, εξοικονομεί πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο για άλλα πολύ σοβαρότερα μέτωπα, διασφαλίζει τη ρευστή βαλκανική ενδοχώρα μας, ανοίγει ευρύ πεδίο σε ήδη προγραμματισμένα διεθνή δίκτυα ενέργειας και μεταφορών σε ενιαίο πλέον ευρωατλαντικό χώρο και αναβαθμίζει κατακόρυφα τη γεωπολιτική αξία της Ελλάδος. Κλειδί η Θεσσαλονίκη.

* Ο κ. Ν. Ι. Μέρτζος είναι τέως πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Τσακίρης | Συμπεράσματα από το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ

Δημοσιεύτηκε

στις

Πολλαπλές οι «αναγνώσεις» του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ. Σε πρώτο χρόνο, διακρίνω
τις εξής τέσσερις :

Α) Το ποσοστό της αποχής, όσο μεγάλο κι αν ήταν, δεν επηρεάζει κατά κανέναν τρόπο τα
όσα προβλέπονται γι’ αυτό το ζήτημα στη Συμφωνία των Πρεσπών. Η μόνη πρόβλεψη που
υπάρχει στο σχετικό κείμενο, βρίσκεται στην παρ.4 (β, ii) του Άρθρου 2, όπου
περιγράφονται οι προϋποθέσεις-όροι που πρέπει να εκπληρωθούν από την πΓΔΜ, ώστε η
Ελλάδα να κυρώσει το πρωτόκολλο εισδοχής της χώρας στο ΝΑΤΟ. Ένας εξ αυτών των (δύο)
όρων, προβλέπει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος πρέπει απλά να συνάδει με τα
όσα προβλέπονται στη Συμφωνία, να είναι δηλαδή θετικό (ο άλλος είναι η ολοκλήρωση των
Συνταγματικών αλλαγών στην πΓΔΜ). Καμία αναφορά δηλαδή σε εγκυρότητα ή μη του
δημοψηφίσματος.

Β) Η καθαρά πολιτική ανάγνωση του δημοψηφίσματος όπου άνετα μπορεί να διακρίνει
κανείς την δύσκολη (τουλάχιστον) θέση στην οποία από σήμερα κιόλας βρίσκεται η
κυβέρνηση Ζάεφ, τόσο έναντι του προέδρου της χώρας κ. Ιβάνοφ ο οποίος πρόσφατα,
ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ, είχε καλέσει τους πολίτες της χώρας του να απέχουν, όσο
και έναντι των ίδιων των πολιτών της πΓΔΜ, οι οποίοι είτε από αδιαφορία, είτε κατά
συνείδηση απείχαν από την πολύ σημαντική αυτή διαδικασία.

Γ) Η εθνοτική προέλευση των ψηφοφόρων που συμμετείχαν στο δημοψήφισμα, παίζει
τεράστιο ρόλο στην ανάγνωση του αποτελέσματός του. Διότι εάν αληθεύουν οι
πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες στην πλειονότητά τους όσοι προσήλθαν στις κάλπες
προέρχονται από την αλβανική μειονότητα, εκτός του ότι αυτό θα σήμαινε πως οι
ψηφοφόροι αυτοί υπακούν «τυφλά» στις "παραινέσεις" του πρωθυπουργού της Αλβανίας
κ. Ράμα, ο οποίος επέλεξε την ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος για να παρέμβει
καταλυτικά, όχι απλά προτρέποντας τους ομοεθνείς του να συμμετέχουν σε αυτό αλλά,
προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, να επισημάνει πως «…όποιος δεν λάβει μέρος
ουσιαστικά απειλεί τις επόμενες γενεές», ταυτόχρονα όμως προοικονομεί, επισημαίνει ή
και δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που είναι πιθανό να οδηγήσουν σε πολιτική (και όχι
μόνο) αποσταθεροποίηση της χώρας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, τόσο για την
Ελλάδα, όσο και για την ευρύτερη περιοχή (Αλβανία, Κόσσοβο, Σερβία), σε χρόνο που οι
κατευθυνόμενοι αυτοί ψηφοφόροι θα επιλέξουν, κατόπιν σχετικών «παραινέσεων», όπως
αυτή του κ. Ράμα.

Δ) Η διπλή πολιτική ήττα. Τόσο οι επιλογές του κ. Ζάεφ και του ΥΠΕΞ του κ. Δημητρώφ,
αλλά και της κυβέρνησης γενικότερα (η οποία στηρίζεται στη συμμετοχή των Αλβανικών
κομμάτων σε αυτή), όσο και της Ε.Ε. αλλά και των Η.Π.Α., κορυφαίοι εκπρόσωποι των
οποίων επισκέφθηκαν τη γειτονική χώρα για να στηρίξουν και να προωθήσουν τη
Συμφωνία των Πρεσπών, προτρέποντας ουσιαστικά τους πολίτες της χώρας, όχι απλά να
συμμετέχουν αλλά και να στηρίξουν με τη θετική τους ψήφο το ερώτημα του
δημοψηφίσματος, ηττήθηκαν με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου,
είναι κάτι που δεν πρόκειται να «ξεχαστεί» από τους Δυτικούς συμμάχους, όσον αφορά το
πολιτικό μέλλον του κ. Ζάεφ. Σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι η ύπαρξη και μόνο αυτού του κειμένου
της «Συμφωνίας», δημιουργεί καταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, από τις
οποίες η χώρας μας δε μένει ανεπηρέαστη.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ερντογάν, ο Πούτιν και οι «έξυπνοι» Ελληνες…

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι Ελληνες είναι, ανάλογα με την εποχή, προοδευτικοί ή συντηρητικοί, φιλοευρωπαίοι (όταν τρέχουν αβέρτα τα ευρώ) ή αντιευρωπαίοι (όταν έρχονται Μνημόνια), αντιαμερικανοί (γενικώς) ή φιλοαμερικανοί (για να βγάζουν το άχτι τους με τους Ευρωπαίους, που τους «βασανίζουν»).

Του Γιώργου Καρελιά

Αυτά, λοιπόν, αλλάζουν κατά καιρούς. Το μόνο που παραμένει σταθερό είναι ο φιλορωσισμός των Ελλήνων.

1522842783522blob

Ο Πούτιν θεωρείται ο …ιδανικός ηγέτης εδώ και πολλά χρόνια.

1522842895583blob

Περισσότερα εδώ.

Στην πραγματικότητα οι Ελληνες είναι οι από τους πιο ανενημέρωτους λαούς του προηγμένου κόσμου, στον οποίο ανήκουν. Ή ενημερώνονται από «πηγές» τέτοιες που τους οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μας ψεκάζουν. Κάπως έτσι διαμορφώνονται και συμπεράσματα του τύπου ότι οι Γερμανοί και οι Γάλλοι (που μας έδωσαν τα περισσότερα δανεικά για να μην χρεοκοπήσουμε) είναι εχθροί μας, ενώ οι ορθόδοξοι αδελφοί Ρώσοι (που δεν έδωσαν ρούβλι τσακιστό – όχι ότι είχαν υποχρέωση να δώσουν) είναι φίλοι μας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους Αμερικανούς, οι οποίοι σε όλη την περίοδο της κρίσης έλεγαν ωραία λόγια, αλλά δεν έβαζαν το χέρι στην τσέπη (εδώ).

Φυσικά, η διαμόρφωση αυτής της πεποίθησης οφείλεται στην εσκεμμένη παραπληροφόρηση, η οποία προσέλαβε θηριώδεις διαστάσεις από το 2009 και μετά. Από την εποχή της κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου ακόμα η μυθολογία, ψεκασμένων ή μη, ήθελε την Ρωσία πρόθυμη να μας στείλει πολλά δισεκατομμύρια, ώστε να γλιτώσουμε από τα νύχια των δυτικών «τοκογλύφων». Μόνο που η πραγματικότητα που βρήκε ο τότε πρωθυπουργός στη Μόσχα ήταν οδυνηρά διαφορετική: τον παρέπεμψαν στο ΔΝΤ και στην Παγκόσμια Τράπεζα (εδώ).

Αλλά οι ψεκασμένοι και οι μπουρδολόγοι επανήλθαν δριμύτεροι μερικά χρόνια αργότερα, τάζοντας ξανά πακτωλό ρωσικής βοήθειας. Τότε που κάποιοι τραβολογούσαν τον Αλέξη Τσίπρα στην Μόσχα, όπου πήρε την οριστική κρυάδα και ούτε ρούβλι τσακιστό (εδώ).

Παρόλα αυτά ο μύθος του Πούτιν δεν υποχώρησε, όπως δείχνουν οι περισσότερες έρευνες από τότε. Βεβαίως, τώρα αρχίζουν κάπως να αλλάζουν τα δεδομένα, αφού έχει αρχίσει να παίρνει διαστάσεις το «τακίμιασμα» του συντρόφου Βλαντίμιρ με τον καρντάση Ταγίπ. Κάτι που καθιστά απολύτως σαφές ότι τα συμφέροντα είναι πάνω από θρησκείες, όπως δεν πιστεύουν (ακόμα;) οι πολυπληθείς (και αφελείς) εγχώριοι θαυμαστές του Βλαδίμηρου. Και κάτι που ίσως θα φέρει δραματικές ανατροπές στις μέχρι σήμερα συμμαχίες και ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή, αν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θεωρήσουν την Τουρκία του Ερντογάν «χαμένη υπόθεση».

Μέχρι να γίνει αυτό, αν γίνει, οι «έξυπνοι» Ελληνες θα βρίζουν την Μέρκελ, θα θυμώνουν με τον Ερντογάν, αλλά στους δημοσκόπους θα λένε πόσο θαυμάζουν τον Πούτιν. Ο οποίος- για να μην υπάρχει παρεξήγηση- ενδιαφέρεται για τα συμφέροντα της χώρας του και δεν έχει καμιά ευθύνη για την αφέλεια και ευήθεια των εγχωρίων θαυμαστών του.

Πηγή: Protagon.gr

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ
Island-thassos-banner
professional camera ad
filippidis marmara banner
nikos keramika banner
post_head_image
300x250_ANOIKSI

300x250_ANOIKSI

karta 1
geotech_banner
old_town_inn
ergasia_syn
epikairotita

Social

Facebook
INSTAGRAM
Twitter
YOUTUBE



ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ

Δρομολόγια Πλοίων από και προς Καβάλα

Γιατροί ΕΟΠΥΥ ΚΑΒΑΛΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠIΣHΣ

Αρέσει σε %d bloggers: